Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

"Μιλώ για την πόλη"

                   Στον Έλιοτ Γουάινμπεργκερ
  Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,
  συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
  η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
  η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
  η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
  με τα μνημεία και τ’ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
  σ’ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
  πριν απ’ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
  ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
  – να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σ’ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
  να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
  να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
  βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απ’ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
  μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
  και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
  μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απ’ τους νεκρούς, που κατοικείται από τ’ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απ’ τη δεσποτική της μνήμη,
  η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,
      μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
  το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
  τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
  τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
  όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
  μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τ’ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
  για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
  μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
  για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
  για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
  μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
  γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
  μιλώ για τον δείπνο κάτω απ’ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
  για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
  για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
  για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
  για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
  μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
  για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
  για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
  μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
  μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
  για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
  για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σ’ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
  μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
  μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
  το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει νά ’ναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
  μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
  συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
  ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απ’ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
  υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
  μιλώ για τ’ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
  μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τ’ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
  μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
  μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
  μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
  χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
  ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σ’ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
  στιγμή του ίσαμ’ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
  η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
  μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
  μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
  μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
       μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μιά μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.
Octavio Paz, Μιλώ για την πόλη, (μετ. Γιώργος Κεντρωτής)


Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

εικόνα πόλης

φωτ. celia g.
 "...η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιας λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο..."

Octavio Paz, «Μιλώ για την Πόλη» (απόσπασμα) 



Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Feeling...


«Τhe most painful feeling, the most piercing emotions are also the most absurd ones – the longing for impossible things, precisely because they are impossible, the nostalgia for what never was; the desire for what might have been; one’s bitterness that one is not someone else or one’s dissatisfaction with the very existence of world. All these half-tones of the soul’s consciousness create a raw landscape within us, a sun eternally setting on what we are. Our sense of ourselves then becomes a deserted  field at nightfall with sad reeds flanking a boatless river bright in the darkness growing between the distant shores
Fernando Pessoa, The Book of Disquiet (Το βιβλίο της ανησυχίας)

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Fairground

Lost my heart in the fairground the sad clown tries to smile
How quickly goes our innocence how swiftly were defiled
Lost my heart in the fairground when I saw the cheapest rides
Were the ones the crowds queue for the sad clown stands aside
The vulgar neon prostitutes they always win the day
How swiftly our innocence is swept away
Lost my heart in the fairground when I saw that it was crap
Well marketed and packaged that keeps them coming back
How quickly we do swallow the bitterest of pills
The neon whores and sycophants who peddle cheaper thrills
How quickly fairground barkers learn to shout
The quick and easy buck is what its all about
Lost my heart in the fairground the sad clown tries to smile
How quickly goes our innocence how swiftly were defiled...

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Εὐκοσμία

Ἀναχωρήσεις αὑτοῖς ζητοῦσιν ἀγροικίας καὶ αἰγιαλοὺς καὶ ὄρη, εἴωθας δὲ καὶ σὺ τὰ τοιαῦτα μάλιστα ποθεῖν. ὅλον δὲ τοῦτο ἰδιωτικώτατόν ἐστιν, ἐξόν, ἧς ἂν ὥρας ἐθελήσῃς, εἰς ἑαυτὸν ἀναχωρεῖν. οὐδαμοῦ γὰρ οὔτε ἡσυχιώτερον οὔτε ἀπραγμονέστερον ἄνθρωπος ἀναχωρεῖ ἢ εἰς τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, μάλισθ' ὅστις ἔχει ἔνδον τοιαῦτα, εἰς ἃ ἐγκύψας ἐν πάσῃ εὐμαρείᾳ εὐθὺς γίνεται˙ τὴν δὲ εὐμάρειαν οὐδὲν ἄλλο λέγω ἢ εὐκοσμίαν. συνεχῶς οὖν δίδου σεαυτῷ ταύτην τὴν ἀναχώρησιν καὶ ἀνανέου σεαυτόν˙ βραχέα δὲ ἔστω καὶ στοιχειώδη ἃ εὐθὺς ἀπαντήσαντα ἀρκέσει εἰς τὸ πᾶσαν λύπην ἀποκλύσαι καὶ ἀποπέμψαι σε μὴ δυσχεραίνοντα ἐκείνοις ἐφ ἃ ἐπανέρχῃ. 
Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Βιβλίο 4, 3

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

"Fly away on wings of wind..."

"Fly away on wings of wind
To native lands, our native song,
To there, where we sang you freely,
Where we were so carefree with you.
There, under the hot sky,
With bliss the air is full,
There, to the murmur of the sea, mountains doze in the clouds.
There, the sun shines so brightly,
Bathing [our] native mountains in light.
In the meadows, roses bloom luxuriously,
And nightingales sing in the green forests;
And sweet grape grows.
There is more freedom for you there, song…
And so, fly away!"
Alexander Borodin, Polovtsian Dances - Prince Igor

Οι Polovtsian χοροί, (από το ρωσικό όνομα «Polovtsy» - το όνομα που δίνεται στους Κουμάνους από τους Ρως) αποτελούν ένα εξωτικό σκηνικό στην μεγάλη όπερα του Alexander Borodin «Ο Πρίγκιπας Ιγκόρ».
Η όπερα του Μποροντίν είναι βασισμένη στο ρωσικό ανώνυμο έπος του 13ου αιώνα "Η ιστορία της εκστρατείας του πρίγκιπα Ιγκόρ", ο οποίος είναι ιστορικό πρόσωπο. Το λιμπρέτο το έγραψε ο ίδιος ο συνθέτης. Σε ό,τι αφορά τους πολοβιτσιανούς χορούς του μπαλλέτου, αυτοί συμπεριλαμβάνονται στο ρεπερτόριο όλων των συμφωνικών ορχηστρών του κόσμου.
 “Ο πρίγκιπας Ιγκόρ”, η μοναδική όπερα του Μποροντίν, έμεινε ατέλειωτη σε διάφορα σημεία. Μετά το θάνατό του, ο Ρίμσκυ-Κόρσακωφ τέλειωσε την ενορχήστρωση. Σε αυτήν συνεργάστηκε και ο Αλέξανδρος Γκλαζουνώφ. Ο τελευταίος Ρώσος συνθέτης που έβαλε κάτι για να τελειώσει “Ο πρίγκιπας Ιγκόρ” ήταν ο Πάβελ Σμέλκωφ. Αυτός τέλειωσε τον μονόλογο της 3ης πράξης, ο οποίος ακούστηκε και στην σύγχρονη παρουσίαση του έργου από την Μητροπολιτική Όπερα.
O Mποροντίν ανήκει στην περίφημη ομάδα των ”Τρομερών ή Μέγιστων Πέντε”. Έτσι έγιναν γνωστοί οι πέντε Ρώσοι συνθέτες ( Αλέξανδρος Mποροντίν, Νικολάι Ρίμσκυ-Κόρσακωφ, Μοδέστος Πέτροβιτς Μουσόργκσκυ, Αλέξανδρος Γκλαζουνώφ,  Καίσαρ Αντόνοβιτς Κουΐ / αρχηγός της παρέας και εμπνευστής της ιδέας: Μίλυ Μπαλακίρεφ) οι οποίοι υπέγραψαν συμφωνία μεταξύ τους να προβάλλουν μέσα στο έργο τους μόνο  την ρωσική ιστορία και τα ρωσικά λαϊκά τραγούδια. 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Clinamen*

Egon Schiele, Standing Male Nude, 1910
Found on aceblush.tumblr.com  
Ωστόσο δε δημιουργεί ο άνθρωπος τον κόσμο. Δεν κατορθώνει να τον αποκαλύψει παρά μέσα από τις αντιστάσεις που αυτός ο κόσμος του προβάλλει. Η θέληση δεν καθορίζεται παρά με τα εμπόδια που προκαλεί κι εξαρτάται από το κατά πόσο τεχνητά είναι, τη στιγμή που μερικά από αυτά καταπολεμούνται κι άλλα όχι. Αυτό ήθελε να πει ο Καρτέσιος όταν έλεγε ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι απεριόριστη, αλλά η εξουσία του περιορισμένη. Πώς όμως αυτοί οι περιορισμοί μπορούν να συμβιβαστούν με την ιδέα μιας ελευθερίας, που επιβεβαιώνεται σαν σύνολο και σαν περιορισμένη κίνηση;
Απέναντι σε ένα εμπόδιο που είναι αδύνατο να υπερνικηθεί, η επιμονή είναι ανόητη: αν επιμένω να χτυπάω με τη γροθιά μου έναν ακλόνητο τοίχο, η ελευθερία μου εξαντλείται σ’ αυτή την ανώφελη χειρονομία, χωρίς να μπορεί να αποκτήσει ένα περιεχόμενο και υποβιβάζεται έτσι σε μια μάταιη πιθανότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχει πιο θλιβερή αρετή από την υποταγή. Μεταμορφώνει σε φαντασιώσεις, σε αμφίβολα ονειροπολήματα, σχέδια που είχαν καταρχήν διαμορφωθεί σα θέληση και σαν ελευθερία. Ένας νέος άνθρωπος επιθυμούσε να έχει μια ζωή ευτυχισμένη, χρήσιμη ή δοξασμένη. Αν αργότερα κοιτάζει με κυνικότητα κι αδιαφορία τις αποτυχημένες προσπάθειες της εφηβείας του, τότε αυτές ακινητοποιούνται για πάντα στο παρελθόν. Όταν μια προσπάθεια αποτυγχάνει, δηλώνουμε με πικρία ότι χάσαμε τον καιρό μας, ότι ξοδέψαμε τις δυνάμεις μας, γιατί η αποτυχία καταδικάζει ολόκληρο το κομμάτι του εαυτού μας που επιστρατεύσαμε σ’ αυτή την προσπάθεια. Για να ξεφύγουν από αυτό το δίλημμα, οι στωικοί κήρυξαν την αδιαφορία. Θα μπορούσαμε πράγματι να επιβεβαιώσουμε την ελευθερία μας ενάντια σε κάθε καταναγκασμό, αν δεχόμαστε ν’ απαρνηθούμε την ιδιαιτερότητα των σχεδίων μας: αν μια πόρτα αρνείται ν’ ανοίξει, μπορούμε ν’ αποφασίσουμε να μην την ανοίξουμε, παραμένοντας τότε ελεύθεροι. Αλλά έτσι δεν κατορθώνουμε να διασώσουμε παρά μια αφηρημένη έννοια της ελευθερίας και να την αδειάσουμε από κάθε περιεχόμενο κι από κάθε αλήθεια: η εξουσία του ανθρώπου παύει να είναι περιορισμένη γιατί εκμηδενίζεται. Είναι η ιδιαιτερότητα του σχεδίου που καθορίζει τον περιορισμό της εξουσίας κι αυτή είναι επίσης που δίνει στο σχέδιο ένα περιεχόμενο και του επιτρέπει να θεμελιωθεί. Υπάρχουν άνθρωποι που η ιδέα της αποτυχίας τούς εμπνέει τέτοιο τρόμο, που συγκρατιούνται από το να θέλουν ποτέ κάτι: κανείς όμως δεν μπορεί να δει αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα σα θρίαμβο της ελευθερίας.

Simone de Beauvoir, Pour une morale delambiguite” (Για μια ηθική της αμφισβήτησης), εκδ. Γλάρος, σελ.25, 26

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Διαυγής και ήρεμη θέαση

Μας αρέσει πολύ να μιλάμε για την υποκριτική μας ευαισθησία ενώπιον του αρχαίου κάλλους, καθώς και ενώπιον του κάλλους των ειδωλολατρικών πολιτισμών που έχουν γεννήσει τον δικό μας. Αλλά είμαστε πολύ μακριά από το να έχουμε την ψυχή των Ελλήνων ή την ψυχή των Ρωμαίων. Τους θαυμάζουμε από το πλάι, μ’ έναν ανυπόστατο τρόπο. Τίποτα πια από την αρχαία ψυχή δεν απομένει σ’ εμάς. Η δίψα μας για το αρχαίο κάλλος είναι καθ’ όλα χριστιανική ως προς τη μανία της τελειότητας και ως προς την ανησυχία της.
Το αίσθημα με το οποίο θαυμάζουμε τα ελληνικά αγάλματα τα προσβάλλει. Θαυμάζουμε υπερβολικά το κάλλος· οι Έλληνες δεν τ’ αγαπούσαν έτσι. Το κάλλος δεν ήταν για την ευαισθησία τους παρά η διαυγής τους και ήρεμη θέαση των πραγμάτων. Όταν βλέπουμε τα πράγματα με υπερβολική διαύγεια, δεν μπορούμε πια καθόλου να τα νιώσουμε. Και οι Έλληνες ήσαν προικισμένοι με μια εξαιρετική διαύγεια. Γι’ αυτό και ένιωθαν λίγο. Εξού και η τελειότητα των έργων τέχνης τους. Για να δημιουργήσεις ένα έργο τέχνης, μια τέλεια τελειότητα (sic), είναι αναγκαίο να μην αισθάνεσαι το κάλλος του. Σύνολη η ελληνική τέχνη ήταν ισορροπία και (…). Ήταν μια τέχνη ανθρώπων που ήξεραν να βλέπουν και πού έβλεπαν. Καμία σχέση με μας, που ανακατεύουμε στο αίσθημά μας μπροστά σε ένα άγαλμα αυτά τα ψεύτικα συναισθήματα, της ηθικής τελειότητας και της αγνότητας, που ο χριστιανισμός μας έμαθε να νιώθουμε θαυμάζοντας τον Χριστό πάνω στο σταυρό. Δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τα αντικείμενα διαυγή και γαλήνια στρεβλώνοντάς τα με το βλέμμα μας και τον θαυμασμό μας. Να δημιουργήσουμε εντός μας ένα νέο τρόπο να νιώθουμε και να βλέπουμε.

Fernando Pessoa, Ο δρόμος του φιδιού, μετ. Γιάννης Σουλιώτης, εκδ.ΑΡΜΟΣ, σελ. 37,38

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

"I am half agony, half hope"

Η επιστολή του Frederick Wentworth στην Anne Elliot, λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος Persuasion («Πειθώ») της Jane Austen, είναι ίσως μια από τις ομορφότερες (ομολογίες αγάπης) στην παγκόσμια λογοτεχνία …
"I can listen no longer in silence. I must speak to you by such means as are within my reach. You pierce my soul. I am half agony, half hope. Tell me not that I am too late, that such precious feelings are gone for ever. I offer myself to you again with a heart even more your own than when you almost broke it, eight years and a half ago. Dare not say that man forgets sooner than woman, that his love has an earlier death. I have loved none but you. Unjust I may have been, weak and resentful I have been, but never inconstant. You alone have brought me to Bath. For you alone, I think and plan. Have you not seen this? Can you fail to have understood my wishes? I had not waited even these ten days, could I have read your feelings, as I think you must have penetrated mine. I can hardly write. I am every instant hearing something which overpowers me. You sink your voice, but I can distinguish the tones of that voice when they would be lost on others. Too good, too excellent creature! You do us justice, indeed. You do believe that there is true attachment and constancy among men. Believe it to be most fervent, most undeviating, in F.W.
 "I must go, uncertain of my fate; but I shall return hither, or follow your party, as soon as possible. A word, a look, will be enough to decide whether I enter your father's house this evening or never."
Jane Austen, "Persuasion"

Joaquin Rodrigo, Concerto De Aranjuez Adagio 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

The Corn Poppy

Kees van Dongen, The Corn Poppy  (1919)
Ο Cornelis Theodorus Maria van Dongen (1877 –1968), γνωστός ως  Kees van Dongen ή απλά Van Dongen, ήταν ένας Ολλανδός ζωγράφος και ένας από τους Fauves. Απέκτησε φήμη για τα αισθησιακά και μερικές φορές φανταχτερά πορτρέτα του.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

“'Ita vita est hominum quasi cum ludas tesseris..."

Katsushika Hokusai,The Great Wave off Kanagawa*
Ο Τερέντιος λέγει: «στον ανθρώπινο βίο είναι όπως όταν παίζεις ζάρια: όταν δεν έρχεται αυτό που περισσότερο χρειάζεσαι να φέρεις, τότε πρέπει να διορθώσεις με την τέχνη αυτό που έχει έρθει», έχοντας προφανώς κατά νου κάποιο είδος ταβλιού. Επί το συντομότερον, μπορούμε να πούμε: η τύχη ανακατεύει τα χαρτιά κι εμείς παίζουμε. Η δε πλέον κατάλληλη παρομοίωση για να εκφράσει τον εν λόγω στοχασμό μου είναι ίσως η ακόλουθη. Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του όμως εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα· οι τροποποιήσεις στις οποίες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.
Εξάλλου, υπάρχει στη διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλαδή είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ότι  πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ότι πιστεύουμε είναι μια ανακάλυψη που κάνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα. Στις κύριες γραμμές, στις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση, μ’ ένα -θα ’λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητάς μας και, κατόπιν, όταν κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως και ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες, και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας –όταν αισίως φτάσουμε σ’ αυτό- μας παρέχει τη δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.
Arthur SchopenhauerΕγχειρίδιο πρακτικής σοφίας, μτφ. Δ.Υφαντής, εκδ. Ροές
*Το μεγάλο κύμα έξω από την Καναγκάουα είναι πιθανώς ο πιο φημισμένος  πίνακας  στην Ιαπωνική τέχνη, έργο του Κατσουσίκα Χοκουσάϊ, Ιάπωνα καλλιτέχνη, χαράκτη και σκιτσογράφου της περιόδου Έντο (19ος αι.). Αποτελεί τον πρώτο από μια σειρά πινάκων  με τον τίτλο: Fugaku Sanjurokkei 36 Απόψεις του Βουνού Fuji, που δημιούργησε με την τεχνική της ξυλογραφίας. Απεικονίζει τρεις βάρκες σε τρικυμία να αντιμετωπίζουν  ένα τεράστιο κύμα, ενώ στο βάθος φαίνεται αχνά το Βουνό Fuji. Ο πίνακας  είναι εκτύπωση από ξύλινες μήτρες και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1831-33. Το διάσημο έργο παρουσιάζει μια ξεχωριστή  επιστημονικής φύσης πρωτοτυπία: Αποτελεί παράδειγμα αυτό- ομοιότητας  και όπως αναφέρει ο   Mandelbrot στο βιβλίο του «H Φράκταλ Γεωμετρία της Φύσης» η εικόνα αναπαριστά πολύ καλά τη φράκταλ φύση των κυμάτων.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Αremu rindineddha - Άραγε χελιδόνι μου

Bouguereau's 1884
(Κατωιταλική διάλεκτος, Grecia Salentina - Νότια Ιταλία)
Aremu rindineddha
plea talassa se guaddhi
ce a putt' e ste 'ce ftazzi
ma to kallo cerro.
 vasta to petton apsro
mavre vasta tes ale
stavri kulor de mare
ce i kuta en'diu nifti
 kaimmeno mbro sti talassa
evo se kanono
lio ngherni lio kalei
lio nghizzi to nero
aremo plea paissia
pleus topus ise diammena
pu in echi ghianomena
ti foddhean esu
an ifsera ti diaike
apu cirtea s'emena
ka possa guaita sena
su roto na mu pi
 ma su tipo mu lei
ja possa sse roto
lio ngherni lio kalei
lio nghizzi to nero

L' Arpeggiata, Aremou Rindineddha
Άραγε χελιδόνι μου
ποια θάλασσα σε φέρνει
και ποιος σε περιμένει
μ’ αυτόν τον καλό καιρό.

Άσπρο έχεις το στήθος
και μαύρα τα φτερά,
τη θάλασσα στη ράχη,
στα δύο την ουρά.

Στέκομαι μπρος στη θάλασσα
και πάλι σε κοιτώ
λίγο που γέρνεις, λίγο ανεβαίνεις
κι ίσα που αγγίζεις το νερό.

Άραγε πόσους τόπους μας
θα πέρασες εσύ,
άραγε τη φωλίτσα σου
πού να `χτισες κι εσύ.

Αχ, να `ξερα αν διάβηκες
από κει που εγώ βαστώ
πόσα αλήθεια θα ρωτούσα
να μου πεις και να σου πω.

Μα ούτε λέξη δε μου είπες
για όλα αυτά που σου μιλώ
λίγο που γέρνεις, λίγο ανεβαίνεις
κι ίσα που αγγίζεις το νερό.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

"A velvet bridge"

On Prayer
You ask me how to pray to someone who is not.
All I know is that prayer constructs a velvet bridge
And walking it we are aloft, as on a springboard,
Above landscapes the color of ripe gold
Transformed by a magic stopping of the sun.
That bridge leads to the shore of Reversal
Where everything is just the opposite and the word 'is'
Unveils a meaning we hardly envisioned.
Notice: I say we; there, every one, separately,
Feels compassion for others entangled in the flesh
And knows that if there is no other shore
We will walk that aerial bridge all the same.
Czeslaw Milosz*



Czeslaw Milosz (1911-2004)
Γεννημένος στην Πολωνία αλλά αποκτώντας σχετικά γρήγορα την αμερικανική υπηκοότητα, υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της ευρωπαϊκής ποίησης. Ήταν αντι-σταλινικός και εχθρός κάθε ολοκληρωτικού καθεστώτος. Το 1978 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας Neustadt και το 1980 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας .

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

"Who dares name the nameless?"

Margaret
Do you believe in God?

Faust
My darling, who dare say:
I believe in God’?
Choose priest to ask, or sage,
The answer would seem a joke, would it not,
Played on whoever asks?

Margaret               
So, you don’t believe?                                                

Faust
Sweetest being, don’t misunderstand me!
Who dares name the nameless?
Or who dares to confess:
‘I believe in him’?
Yet who, in feeling,                                                                                  
Self-revealing,
Says: ‘I don’t believe’?
The all-clasping,
The all-upholding,
Does it not clasp, uphold,                                                                          
You: me, itself?
Don’t the heavens arch above us?
Doesn’t earth lie here under our feet?
And don’t the eternal stars, rising,
Look down on us in friendship?                                                                
Are not my eyes reflected in yours?
And don’t all things press
On your head and heart,
And weave, in eternal mystery,
Visibly: invisibly, around you?                                                                
Fill your heart from it: it is so vast,
And when you are blessed by the deepest feeling,
Call it then what you wish,
Joy! Heart! Love! God!
I have no name                                                                                         
For it! Feeling is all:
Names are sound and smoke,
Veiling Heaven’s bright glow.

Goethe, "Faust"  
(Part I, Scene XVI: Martha’s Garden, 3426-3458)
πηγή: poetryintranslation.com 
Ary Scheffer, Faust and Marguerite in the Garden
«Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο θεό;…
Ποιος τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο θεό
Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας. 
[.....................................................................................]
Εάν είμαι άνθρωπος, κατά την έννοια ότι έχω συνείδηση των ορίων μου και επίγνωση του πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα του όντος, δεν είναι δυνατόν να δώσω άλλη απόκριση στην ερώτηση της Μαργαρίτας. Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, ναι! πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες. Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, όχι! δεν πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες. Τι απομένει να αποκριθώ; Αυτό ακριβώς είναι το λεπτό σημείο, που γεννά την ανεξάντλητη γονιμότητα του προβλήματος. Το πνεύμα και το νεύμα του Γκαίτε είναι το εξής. Ό,τι σου μένει και ό,τι σου δίνεται είναι εκείνο το σημείο, το άπειρα ελάχιστο ανάμεσα στο όχι και στο ναι, να το ευρύνεις, να το πλατύνεις, να το βαθύνεις, να το εκτείνεις. Να το μεταχειριστείς μ’ έναν τέτοιο τρόπο απόπειρας, και δοκιμασίας, και βασανισμού, και αγωνίας, ώστε από το απειροελάχιστο σημείο να δημιουργήσεις διάσταση, και έκταση, και διάρκεια, χώρο και χρόνο. 
Δημήτρης Λιαντίνης, "Γκέμμα"
!!!!!!!!!!!!!!

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

"Θα ζήσεις δεμένος, κρατώντας από την άκρη..."

İbrahim ÇALLI - Sanatçı Detayı
Δεν θα δεθείς με τίποτα έτσι στα τυφλά.
«Αν δεν υπάρχει αυτό δεν μπορώ να ζήσω» δεν θα πεις.
Δεν θα πεις.
Γιατί μπορείς να ζήσεις.
Δεν χρειάζονται τέτοια τυποποιημένα λόγια,
Δεν θα αγαπήσεις πολύ, ας πούμε. Εάν ο άλλος σε αγαπήσει λιγότερο, θα πληγωθείς.
Και τις περισσότερες φορές ο άλλος σε αγαπάει λιγότερο,
Από όσο τον αγαπάς εσύ.
Αν δεν αγαπήσεις πολύ, δεν πονάς πολύ.
Αν δεν διεκδικήσεις κάτι πολύ, δεν θα ανήκεις και πολύ σε κάτι,
Το κτήριο στο οποίο δουλεύεις, το γραφείο σου, το τηλέφωνο σου, την κάρτα σου,
Ακόμη και το χέρι σου, το πόδι σου, δεν πρέπει να το διεκδικήσεις πολύ,
Θα συμπεριφέρεσαι σαν να μην είναι δικά σου.
Αν δεν έχεις πολλά πράγματα, δεν φοβάσαι να τα χάσεις
Θα συμπεριφέρεσαι σαν να μπορείς να ζήσεις και χωρίς αυτά.
Δεν θα έχεις πολλά έπιπλα στο σπίτι σου.
Θα μπορείς να περπατάς άνετα.
Αν σώνει και καλά θέλεις να διεκδικήσεις κάτι,
Να διεκδικήσεις τους ορίζοντες.
Να διεκδικήσεις τον ουρανό,
Τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα…
Για παράδειγμα το αστέρι του βορρά θα είναι δικό σου,
«Είναι δικό μου», θα λες. «Δικό μου».
Αν σώνει και καλά θέλεις να ανήκεις σε κάτι, θα ανήκεις στα χρώματα,
Στο πορτοκαλί ας πούμε, ή στο ροζ.
Είτε θα ανήκεις στον παράδεισο.
Θα ζεις χωρίς να διεκδικείς πολύ και χωρίς να ανήκεις πολύ,
Σαν να θα έχεις την ζωή για πάντα δική σου και σαν να θα την χάσεις ανά πάσα στιγμή.
Θα ζήσεις δεμένος, κρατώντας από την άκρη.
Can Yücel *

*Ο Τζαν Γιουτζέλ (Can Yücel) (Κωνσταντινούπολη, 1926 - Ντάτσα 1999) ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους Τούρκους ποιητές του 20ού αιώνα. Γνωστός για την απλή και ειλικρινή (και μερικές φορές αγενή) γλώσσα των ποιημάτων του.

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Δύναμη;

-Πώς βεβαιώνεται κάποιος για τη δύναμή του πάνω σε έναν άλλο, Ουίνστον;
Ο Ουίνστον σκέφτηκε:
-Κάνοντάς τον να υποφέρει, είπε.
-Ακριβώς. Κάνοντάς τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί.
Αν δεν υποφέρει, πώς μπορεί να είσαι βέβαιος πως υπακούει στη δική σου θέληση και όχι στη δική του;
Δύναμη είναι να επιβάλλεις πόνο και ταπείνωση.
Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσεις πάλι δίνοντάς του το σχήμα που θέλεις εσύ. 
Τζώρτζ Όργουελ, "1984 '' 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Ψυχή και περιέργεια

"Δε νομίζεις ότι το κουράγιο και η περιέργεια μοιάζουν μεταξύ τους;" είπε η Μαγιού Κασαχάρα. ''Όπου υπάρχει ψυχή υπάρχει και περιέργεια κι όπου υπάρχει περιέργεια υπάρχει και ψυχή. Δεν έχω δίκιο;"
''Χμ, μπορεί να έχουν κάποια ομοιότητα'' είπα.''Μπορεί να έχεις δίκιο, σε ορισμένα πράγματα μπορεί να συμπίπτουν.''
''Όπως όταν μπαίνεις απρόσκλητος στις ξένες αυλές, ας πούμε.''
''Ναι, κάπως έτσι'' είπα βάζοντας άλλη μια καραμέλα λεμόνι στη γλώσσα μου.''Όταν μπαίνεις κρυφά στην αυλή κάποιου, αυτό σημαίνει πως η περιέργεια και η ψυχή συνεργάζονται. Η περιέργεια μπορεί να βγάλει την ψυχή από την κρυψώνα της μερικές φορές, μπορεί ακόμα και να την ενεργοποιήσει. Όμως η περιέργεια συνήθως εξανεμίζεται. Αυτό που κρατάει είναι η ψυχή. Η περιέργεια είναι σαν ένα περιστασιακό φιλαράκι που δεν εμπιστεύεσαι. Σε ερεθίζει λίγο στην αρχή και μετά σε αφήνει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου  - με όση ψυχή σου απομένει.''

Haruki Murakami, (The Wind-Up Bird Chronicle) Το Κουρδιστό Πουλί, εκδ. Ωκεανίδα


Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Αλαζονεία

Οι αλαζόνες είναι φυλακισμένοι μέσα στη δική τους ηλιθιότητα, Αχίγια. Λένε παράξενα πράγματα, τα οποία προέρχονται από τις σκέψεις που τους ξεγελούν ασταμάτητα. Συχνά νομίζουν πως είναι «καλοί άνθρωποι». Έχουν την τάση να αποδίδουν στον εαυτό τους ένα σωρό αρετές, ικανότητες και διδασκαλίες που τους πείθουν ότι είναι ανώτεροι από τους άλλους ανθρώπους. Όλα αυτά μεταφράζονται σε ένα αληθινό κελί φυλακής, αόρατο μεν, αλλά απόλυτα επαρκές για να τους κάνει να λένε ανοησίες. Όταν τέσσερις ματαιόδοξοι άνθρωποι μεταφέρουν ένα πτώμα στον τάφο, στην ουσία οι νεκροί είναι πέντε. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα που προκύπτει από μια τέτοια αίσθηση ανωτερότητας είναι ότι ο τύπος αυτού του ανθρώπου, ενώ διατηρεί τις απαράδεκτες αυτές θέσεις, είναι καταδικασμένος να ζει αποκλειστικά μέσα στα δεδομένα αυτής της πραγματικότητας, κλείνοντας έτσι έναν θλιβερό και φαύλο κύκλο, ο οποίος τροφοδοτεί διαρκώς την ανοησία του.
Οι αλαζόνες είναι οπωσδήποτε και ανόητοι, επειδή εκτιμούν τα πάντα ανάλογα με τα δικά τους μέτρα. Όλα είναι καλά ή κακά ανάλογα με το πώς φαίνονται σε αυτούς. Η ζωή τους είναι μια άχαρη ρουτίνα, γιατί συγκρίνουν διαρκώς τον εαυτό τους με τους άλλους· βασίζουν τις αποφάσεις τους στη διαστρεβλωμένη εικόνα που προσλαμβάνουν από τον περίγυρό τους. Οι αλαζόνες ζουν μέσα σε βάσανα, γιατί έχουν αντικαταστήσει την εσωτερική ανάπτυξη με γελοίους ανταγωνισμούς, θέλοντας να υπερέχουν απέναντι στους άλλους· με τον τρόπο αυτό βρίσκονται διαρκώς σε ένταση και σπουδή. Αυτή η βιασύνη, αυτή η μανία δεν τους επιτρέπει  ν’ απολαμβάνουν όσα έχουν στη διάθεσή τους. Μη μπορώντας, λοιπόν, να είναι ευτυχισμένοι, αρρωσταίνουν. Για το λόγο αυτόν οι φιλοδοξίες τους είναι πάντα χαμηλές: υλιστικές, ασήμαντες, μηδαμινές, έστω κι αν συμμετέχουν στον κόσμο του πνεύματος. Έρχονται με όλα τα σκουπίδια τους κι εξακολουθούν να κάνουν τα ίδια λάθη, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να κατανοήσουν απολύτως τίποτε. Οι πνευματικές τους πρακτικές γίνονται μια χονδροειδής κοροϊδία, της οποίας τα βασικά θύματα είναι αυτοί οι ίδιοι.
Luis Espinoza, Chamalu: The Shamanic way of the heart 
(Ο δρόμος της καρδιάς των Σαμάνων των Άνδεων), εκδ. Καστανιώτη, σελ.50,51

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Budamara


Bubamara: τραγούδι του Goran Bregovic 
από την ταινία «Μαύρη γάτα, άσπρη γάτα» του Emir Kusturica

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

"Λίγο είναι το τίποτα;"

Όποιος δεν ευφραίνεται από το δροσερό κόασμα των βατράχων, δεν ευφραίνεται κατά βάθος ούτε από το κελάηδισμα του αηδονιού.  *!
Paul Klee, Forgetful Angel 
Για τον ποιητή δεν υπάρχει πάνω και κάτω. Ο ποιητής βρίσκεται στο πριν από την πτώση κόσμο όπου «τα πάντα καλά λίαν». Το φίδι (η διάνοια της ιδιοτέλειας) που με τη διχαλωτή του γλώσσα, τη γλώσσα του δυϊσμού, μίλησε για το «πάνω», αυτό δημιούργησε και το «κάτω». Το «κάτω» δεν υπάρχει παρά μόνο από τη στιγμή που δημιουργείται το «πάνω».
[…………………………………………………………………]
Όπου η αίσθηση του πόνου είναι μικρή, εκεί και η αίσθηση της ηδονής είναι μικρή. Όπου η αίσθηση του πόνου αυξάνει, εκεί και η αίσθηση της ηδονής αυξάνει. Όπου η αίσθηση του πόνου είναι μεγάλη, εκεί και η αίσθηση της ηδονής είναι μεγάλη.
Για τη φύση το κάθε τι (επειδή παίρνει από τη ζωή ακριβώς όσα δίνει) είναι ίσο με το κάθε τι. Για τη φύση τίποτε δεν είναι μικρό, τίποτε δεν είναι μεγάλο.
Οι άνθρωποι υποφέρουν από τη θορυβώδη φαντασμαγορία μιας απατηλής και ανύπαρκτης ιεραρχίας με την οποία διαρκώς διαπράττουν μοιχεία απατώντας τον εαυτό τους και τη ζωή με το δήθεν ανώτερο. Από τη μοιχεία αυτή θα τους απάλλασσε η γνώση πως δεν υπάρχει ανώτερο και κατώτερο, πως από την πόρτα που ανοίγει κανείς για το ανώτερο, από κείνη είναι που μπαίνει και το κατώτερο. Και δεν μπορείς να αντέξεις να είσαι άγγελος αν δεν μπορείς να είσαι ψωριασμένο σκυλί. Και δεν μπορείς να είσαι το παν, αν δεν μπορείς να είσαι τίποτα. Κι αυτός που ζει μια μεγάλη -θεϊκή- ζωή, αυτός πεθαίνει μ’ ένα μεγάλο -θεϊκό-  θάνατο. Ή όπως θα ‘λεγε ένα παιδί, αυτός που ζει λίγο πεθαίνει λίγο κι αυτός που ζει πολύ πεθαίνει πολύ.
Γιάννης Υφαντής, Αθανάτου Μνήμης Σημεία, σελ. 105,106, εκδ.Ροές

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

"Να `χα κι ένα μπλε ποδήλατο... να `πιανα το φως...!"


"Να `χα κι ένα μπλε ποδήλατο
να `πιανα το φως κι άντε φύλα το.
Να `πιανα το φως και να `βγαινα
στην Αμερική!"

Angelo Debarre, Swing Gitan

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Τη μέρα..."ήλιος" και τη νύχτα..."άστρα"!


"All happiness or unhappiness solely depends upon the quality of the object to which we are attached by love."

"Εξάλλου, όλα’ αυτά τα δεινά φαίνονταν να προέρχονται από το ότι όλη η ευδαιμονία ή όλη η κακοδαιμονία μας εξαρτάται μόνο από αυτό: από το ποιόν του αντικειμένου με το οποίο συνδεόμαστε από αγάπη. Πράγματι, ένα αντικείμενο που δεν εμπνέει αγάπη δεν προκαλεί ούτε αντιδικίες, ούτε λύπη αν τύχει και χαθεί, ούτε φθόνο αν το έχει άλλος, ούτε φόβο ή μίσος, με λίγα λόγια, καμία συγκίνηση. Κι αυτά ακριβώς όλα τα προκαλεί μόνο η αγάπη των φθαρτών πραγμάτων, όπως δηλαδή όλα όσα μόλις αναφέραμε. Αλλά η αγάπη για ένα πράγμα αιώνιο και άπειρο μόνο με χαρά τρέφει τα ενδόμυχα της ψυχής, και με χαρά μη αναμεμειγμένη με κανενός είδους λύπη, κάτι άκρως επιθυμητό, που αξίζει να το αναζητάμε με όλη μας τη δύναμη."
Baruch Spinoza, Πραγματεία για τη διόρθωση του νου
"Desire is the essence of a man."   *!

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

"Der Geier"

Ήταν ένας γύπας και με τσιμπούσε στα πόδια. Αρβύλες και κάλτσες τις είχε κιόλας σκίσει. Τώρα τσιμπούσε μάλιστα και στα ίδια τα πόδια. Έκανε μια επίθεση, μετά πετούσε ήσυχα γύρω μου και ξανάρχιζε τη δουλειά. Πέρασε ένας κύριος, είδε για λίγο τι γινόταν και ρώτησε γιατί υπομένω τον γύπα. «Είμαι απροστάτευτος», είπα εγώ, «Ήρθε και άρχισε να τσιμπά. Ήθελα βέβαια να τον κυνηγήσω, δοκίμασα μάλιστα και να τον πνίξω, αλλά ένα τέτοιο ζώο έχει μεγάλες δυνάμεις. Πήγε μάλιστα να χιμήξει κιόλας στο πρόσωπό μου, γι’ αυτό θυσίασα καλύτερα τα πόδια. Αλλά αυτά έχουν τώρα σχεδόν ξεσκιστεί». «Να αφήνεστε να βασανίζεστε έτσι!», «Μια ντουφεκιά και πάει ο γύπας». «Έτσι είναι;» ρώτησα εγώ, «και θέλετε να το αναλάβετε εσείς αυτό;». «Ευχαρίστως», είπε ο κύριος, «Πρέπει μόνο να πάω στο σπίτι να φέρω το ντουφέκι μου».  «Μπορείτε να με περιμένετε ακόμη μισή ώρα;». «Αυτό δεν το ξέρω», είπα εγώ και κοκάλωσα για μια στιγμή από τον πόνο. Μετά είπα: «Σας παρακαλώ, δοκιμάστε το οπωσδήποτε». «Καλά», είπε ο κύριος, «θα βιαστώ». Ο γύπας άκουγε ήσυχος κατά τη διάρκεια της συζήτησης και γύριζε τα μάτια του ανάμεσα σε μένα και στον κύριο. Τώρα εγώ έβλεπα πως τα είχε καταλάβει όλα. Πέταξε ψηλά, έσκυψε βαθιά πίσω για να πάρει αρκετή φόρα και έμπηξε τότε σαν ακοντιστής το ράμφος του μέσα στο στόμα μου, βαθιά μέσα μου. Πέφτοντας πίσω αισθανόμουν με ανακούφιση πως αυτός πνιγόταν χωρίς σωτηρία μέσα στο αίμα μου, που γέμιζε όλα τα βάθη και πλημμύριζε όλες τις όχθες.
Franz Kafka, Η απόρριψη, μετ. Γιώργος Βαμβαλής, εκδ. Επίκουρος, σελ. 59

Klaus Nomi, The cold song (from Purcell's "King Arthur" !!!)

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

"Nature can do no more"

Ryan Pickart
"Nature can do no more
She has fulfilled her Dyes
Whatever Flower fail to come
Of other Summer days
Her crescent reimburse
If other Summers be
Nature's imposing negative
Nulls opportunity" 
 by Emily Dickinson

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

"κεφαλὴ ἀποτετμημένη"

celia g.
"Εἴ ποτε εἶδες χεῖρα ἀποκεκομμένην ἢ πόδα ἢ κεφαλὴν ἀποτετμημένην, χωρίς πού ποτε ἀπὸ τοῦ λοιποῦ σώματος κειμένην˙ τοιοῦτον ἑαυτὸν ποιεῖ, ὅσον ἐφ ἑαυτῷ, ὁ μὴ θέλων τὸ συμβαῖνον καὶ ἀποσχίζων ἑαυτὸν ἢ ὁ ἀκοινώνητόν τι πράσσων. ἀπέῤῥιψαί πού ποτε ἀπὸ τῆς κατὰ φύσιν ἑνώσεως˙ ἐπεφύκεις γὰρ μέρος˙ νῦν δὲ σεαυτὸν ἀπέκοψας. ἀλλ ὧδε κομψὸν ἐκεῖνο, ὅτι ἔξεστί σοι πάλιν ἑνῶσαι σεαυτόν. τοῦτο ἄλλῳ μέρει οὐδενὶ θεὸς ἐπέτρεψεν, χωρισθέντι καὶ διακοπέντι πάλιν συνελθεῖν, ἀλλὰ σκέψαι τὴν χρηστότητα ᾗ τετίμηκε τὸν ἄνθρωπον˙ καὶ γὰρ ἵνα τὴν ἀρχὴν μὴ ἀποῤῥαγῇ ἀπὸ τοῦ ὅλου ἐπ αὐτῷ ἐποίησε, καὶ ἀποῤῥαγέντι πάλιν ἐπανελθεῖν καὶ συμφῦναι καὶ τὴν τοῦ μέρους τάξιν ἀπολαβεῖν [ἐποίησεν]."
Μάρκος Αὐρήλιος, Τὰ εἰς ἑαυτόν

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

"Blackbird"

But I can see you
Your brown skin shining in the sun
You got your hair combed back..."
φωτ. celia g

Το τραγούδι Blackbird το έγραψε ο McCartney και σε συνέντευξή του το 2002 δήλωσε σχετικά με αυτό:

"I was in Scotland playing on my guitar, and I remembered this whole idea of 'you were only waiting for this moment to arise' was about, you know, the black people's struggle in the southern states, and I was using the symbolism of a blackbird. It's not really about a blackbird whose wings are broken, you know, it's a bit more symbolic."

(Radio interview with KCRW's Chris Douridas, May 25, 2002)

The Beatles - Blackbird 
...Και από συνέντευξη του McCartney στο Rolling Stone Magazine:
"I had in mind a black woman, rather than a bird. Those were the days of the civil rights movement, which all of us cared passionately about, so this was really a song from me to a black woman, experiencing these problems in the States: 'Let me encourage you to keep trying, to keep your faith, there is hope.' As is often the case with my things, a veiling took place, so, rather than say, 'Black woman living in Little Rock,' and be very specific, she became a bird, (she) became symbolic."

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

"Το παιχνίδι είναι φως"

Pablo Picasso- Seated Harlequin
«Μόνο μέσα από το παιχνίδι μπορούμε να φτάσουμε στο φως. Εκείνοι που αρνούνται να παίξουν είναι καταδικασμένοι να ζουν στο σκοτάδι. Το παιχνίδι είναι φως. Το παιχνίδι είναι αυγή. […] Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους στον κόσμο της Δύσης, οι οποίοι ασχολούνται με «πνευματικά θέματα», και των οποίων τα πρόσωπα είναι απόλυτα σοβαρά, αλλά η φυσική τους πνευματικότητα είναι ελεύθερη. […] Εκείνοι που κοιμούνται γίνονται σοβαροί αλλά πολύπλοκοι, βαρυφορτωμένοι, γεμάτοι μνησικακία, απογοήτευση και αυτοκτονούν. Μερικές φορές συγκεντρώνονται μεταξύ τους για ν’ ανταλλάξουν παράπονα και ψεύτικες κολακείες.
Από μια άποψη, όμως, τα ανθρώπινα πλάσματα είναι πλάσματα απλά. Δεν παύουν να είναι ποτέ παιδιά. Γι’ αυτό και είτε είναι διευθυντές είτε είναι εργάτες, καθηγητές ή φοιτητές, νέοι ή γέροι, επιτρέπουν στον εαυτό τους να εξακολουθούν να παίζουν. Όταν κάτι έχει θετική κατάληξη, όταν υπάρχει επιτυχία, αποφεύγουν την αντι-κοσμική ματαιοδοξία, γιατί δεν ξεχνούν ότι απλά πρόκειται για ένα παιχνίδι. Όταν τα πράγματα δεν έχουν καλή έκβαση, θυμούνται ότι πρόκειται και πάλι για ένα παιχνίδι και μόνο, έτσι που η χαρά να παραμένει, ο ενθουσιασμός να μη χάνεται και η αδιάκοπη εσωτερική μουσική να τροφοδοτει τον διαρκή χορό.»

Luis Espinoza (Chamalu), Ο δρόμος της καρδιάς των Σαμάνων των Άνδεων, σελ. 60,61, εκδ. εκδ. Καστανιώτη

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Adieu

Qu'est - ce que l' on et après la fin
Qu' est - ce qui se passe, je n'en sains rien,
Si je succombé à la mort,
J' espère pouvoir revivre, encore...

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

" I've got wild staring eyes..."


φωτ. celia g.
"I've got nicotine stains on my fingers
I've got a silver spoon on a chain
I've got a grand piano to prop up my mortal remains
I've got wild staring eyes..."

"Nobody Home" click