Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kurt Weill. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kurt Weill. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

"I am a camera..."

by Tamara de Lempicka,1929
A Berlin Diary. Autumn 1930
CHRISTOPHER: 
From my window, the deep solemn massive street. Cellar-shops where the lamps burn all day, under the shadow of top-heavy balconied façades, dirty plaster frontages embossed with scroll-work and heraldic devices. The whole district is like this: street leading into street of houses like shabby monumental safes crammed with the tarnished valuables of a bankrupt middle class.
I am a camera with its shutter open, quite passive, recording, not thinking. Recording the man shaving at the window opposite and the woman in the kimono washing her hair. Some day, all of this will have to be developed, carefully printed, fixed.
At eight o'clock in the evening the house-doors will be locked. The children are having supper. The shops are shut. The electric sign is switched on over the night-bell of the little hotel on the corner, where you can hire a room by the hour. And soon the whistling will begin. Young men are calling their girls. Standing down there in the cold, they whistle up at the lighted windows of warm rooms where the beds are already turned down for the night. They want to be let in. Their signals echo down the deep hollow street, lascivious and private and sad. Because of the whistling, I do not care to stay here in the evenings. It reminds me that I am in a foreign city, alone, far from home. Sometimes I determine not to listen to it, pick up a book, try to read. But soon a call is sure to sound, so piercing, so insistent, so despairingly human, that at last I have to get up and peep through the slats of the Venetian blind to make quite sure that it is not – as I know very well it could not possibly be – for me.
Christopher Isherwood, Goodbye to Berlin, απόσπασμα

Marianne Faithfull, Mack the Knife,
Music: Kurt Weill
Lyrics: Bertolt Brecht

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Αντιφάσεις

Η πραγματικότητα είναι η λάμψη της αστραπής που τρέμει φυλακισμένη σε κάθε πέτρα. Αν δεν την ξυπνήσεις η πέτρα παραμένει μια πέτρα, η πόλη μια πόλη, η ομορφιά όμορφη, η πλήξη πληκτική, όλα κοιμούνται στο όνειρο των πραγμάτων ως τη στιγμή που, εξωθημένος από υψηλής τάσεως ρεύματα, θα τα κατακλύσεις με την καταιγίδα που αποκαλούμε "πραγματικότητα".
Diego Rivera, Nude with Calla Lilies 
(Found on en.wahooart.com)
"Πάντα είχα την κακή τύχη να αντιφάσκω ως προς τον εαυτό μου. Η πραγματικότητα πάντα καταλήγει σε αυτό, μόνο το πνεύμα και η αρετή το αποφεύγουν. Μετά από έναν κουραστικό απογευματινό περίπατο, παραδείγματος χάρη, μπορεί έντονα να αισθάνομαι την επιθυμία για ένα ποτήρι νερό και να θεωρώ το νερό το πιο ιερό πράγμα στον κόσμο. Δεκαπέντε λεπτά μετά, όταν έχω πάψει να διψάω πια, τίποτα στον κόσμο δεν με ενδιαφέρει λιγότερο από το νερό και το να πιω νερό. Το ίδιο συμβαίνει με το φαΐ, τον ύπνο και τη σκέψη. Η στάση μου απέναντι σε ό, τι αποκαλούμε διανόηση είναι ίδια με αυτήν απέναντι στο φαγητό και το νερό. Υπάρχουν φορές που τίποτα στον κόσμο δεν με ελκύει τόσο έντονα και δεν μου φαίνεται τόσο απαραίτητο όσο η ζωή της σκέψης, η δυνατότητα της αφαίρεσης, της λογικής, των ιδεών. Αλλά όταν έχω κορεστεί από αυτήν, όταν έχω φτάσει στο σημείο να επιθυμώ το αντίθετό της, ολόκληρη η σκέψη με αηδιάζει σαν χαλασμένο φαγητό. Ξέρω από προσωπική εμπειρία ότι αυτού του είδους η στάση θεωρείται αυθαίρετη, χωρίς χαρακτήρα, ακόμα και απαράδεκτη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω για ποιο λόγο. Γιατί ακριβώς όπως δεν μπορώ παρά πότε να τρώω και πότε όχι, έτσι δεν μπορώ παρά να παλινδρομώ ανάμεσα στη φυσική ζωή και τη διανοητική ζωή, ανάμεσα στην εμπειρία και τον πλατωνικό κόσμο των ιδεών, την τάξη και την επανάσταση, τον καθολικισμό και το πνεύμα της μεταρρύθμισης. κάποιος που θα μπορούσε να λατρεύει την αφηρημένη σκέψη και να αποστρέφεται τη φύση σε όλη του τη ζωή, που θα μπορούσε να είναι πάντα επαναστάτης και ποτέ συντηρητικός, ή αντίστροφα, θα μου έκανε πραγματικά μεγάλη εντύπωση σαν κάποιος ενάρετος, σταθερός, και με δυνατό χαρακτήρα άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα αυτού του είδους η συμπεριφορά θα μου φαινόταν το ίδιο καταστρεπτική, απωθητική και παράλογη όσο θα ήταν και το να θέλει κανείς να τρώει ή να κοιμάται όλη την ώρα. Και ωστόσο όλα τα κόμματα και τα κινήματα, είτε πρόκειται για πολιτικά είτε για διανοητικά, θρησκευτικά ή επιστημονικά, έχουν ξεκινήσει έχοντας ως βάση την προϋπόθεση ότι αυτού του είδους η ακαταλόγιστη συμπεριφορά είναι δυνατή και φυσική"
Από τις "Σκέψεις" του Hermann Hesse, σελ. 22-24, εκδ. Νεφέλη, μτφ. Νανά Ησαΐα

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

...Εκεί που η ποίηση σού γνέφει

Alexandre Cabanel, Fallen Angel (λεπτομέρεια)
 «Να πας εκεί που η ποίηση σου γνέφει», μου ψιθύριζε το σύννεφο κάθε που έτρεμα σε κείνα τα θεόρατα ύψη, κι έβγαζε από τη σκοτεινή υγρή καρδιά του ανάσες ζεστές να με τυλίξουν. Τότε γινόταν ο ψίθυρός του μουσική που έκανε τους ουρανούς να σιγούν στο πέρασμά του και τροχιές να αλλάζουν οι καιροί· (ναι,…όπως ακριβώς συμβαίνει και στα παραμύθια, με τους μάγους και τους πρίγκιπες).
Και ύφαινε την ιστορία με τόσες …μεταμορφώσεις που ξέχασα ποια ήταν η αρχή της… (celia g.)

"…Ένα πρωί, μια κόρη με ξανθά μαλλιά και φόρεμα γαλάζιο χάθηκε μέσα σ’ εκείνο το μέρος του Παραδείσου. Τραγουδώντας και χορεύοντας περνούσε η ξανθομάλλα κόρη κάτω από τα δέντρα, και μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ευχηθεί την ικανότητα της μεταμόρφωσης.
Μερικοί έξυπνοι πίθηκοι της χαμογελούσαν καθώς περνούσε, μερικοί θάμνοι τη χάιδευαν τρυφερά με μια περικοκλάδα, μερικά δέντρα της έριχναν ένα άνθος, ένα καρύδι, ένα μήλο, χωρίς όμως αυτή να δίνει καμιά σημασία.
Όταν το δέντρο Πίκτορ αντίκρισε την κόρη, τον κυρίευσε μια μεγάλη λαχτάρα· ένας πόθος για ευτυχία, έτσι όπως δεν τον είχε νιώσει ποτέ μέχρι τότε. ταυτόχρονα όμως έπεσε σε μια βαθιά περισυλλογή, αφού ένιωθε σαν να του φώναζε το ίδιο του το αίμα: «Στοχάσου! Θυμήσου αυτή την ώρα για όλη σου τη ζωή! Βρες το νόημά της· αλλιώς θα’ ναι πολύ αργά, και δε θα γίνεις ποτέ ευτυχισμένος». Κι αυτός υπάκουσε. Συλλογίστηκε την προέλευσή του, τα χρόνια που ήταν άνθρωπος, την πορεία του προς τον Παράδεισο και κυρίως εκείνη τη στιγμή, λίγο πριν γίνει δέντρο, εκείνη τη θαυμάσια στιγμή, λίγο πριν γίνει δέντρο που’ χε κρατήσει στα χέρια του τη μαγική πέτρα· τότε που’ χε στη διάθεσή του κάθε είδους μεταμόρφωση· τότε που φλόγιζε η ζωή μέσα του όσο ποτέ άλλοτε! Αναλογίστηκε το πουλί που του’ χε χαμογελάσει τότε, και το δέντρο που ήταν ήλιος και φεγγάρι. Τον κυρίεψε η σκέψη ότι κάτι είχε παραλείψει τότε, ότι κάτι είχε ξεχάσει κι ότι η συμβουλή του φιδιού δεν ήταν σωστή.
Η κόρη άκουσε να θροΐζουν τα φύλλα του δέντρου Πίκτορ, γύρισε το βλέμμα της και το κοίταξε από κάτω ως την κορφή, κι ένιωσε μ΄ έναν ξαφνικό πόνο στην καρδιά, καινούριες σκέψεις, καινούρια όνειρα να αναδεύονται μέσα της. Κάτω από την έλξη αυτής της άγνωστης δύναμης, κάθισε στα ριζά του δέντρου. Της φάνηκε μοναχικό και λυπημένο, κι αινιγματικό τής ακουγόταν το τραγούδι της κορφής του, που θρόιζε σιγανά. Ακούμπησε στον τραχύ κορμό του, ένιωσε το δέντρο ν’ ανατριχιάζει βαθιά, κι αισθάνθηκε την ίδια ανατριχίλα και στη δική της καρδιά. Παράξενα της πονούσε η καρδιά, πάνω απ’ τον ουρανό τής ψυχής της έτρεχαν σύννεφα, αργά έπεφταν απ’ τα μάτια της τα βαριά δάκρυα. Τι ήταν λοιπόν αυτό; Γιατί έπρεπε να υποφέρει κανείς τόσο; Γιατί ποθούσε η καρδιά να σπάσει το στήθος και να λιώσει μαζί μ’ αυτόν, μέσα σ’ αυτόν, τον όμορφο ερημίτη;..."  
Hermann Hesse, Pictor’s Metamorphoses (Οι μεταμορφώσεις του Πίκτορ), μτφ. Κυριακή Συντελή, εκδ. Καστανιώτη

"Γιατί ποθούσε η καρδιά να σπάσει το στήθος και να λιώσει μαζί μ’ αυτόν, μέσα σ’ αυτόν, τον όμορφο ερημίτη;"
Έτσι είπε το «σύννεφο» και άρχισε να δακρύζει. Τα δάκρυά του έγιναν βροχή κι άρχισε σιγά σιγά να λιώνει και να χάνεται αφήνοντας στο κατόπι τού «όμορφου ερημίτη» ένα ερωτηματικό... Ώσπου έσβησε από τα μάτια μου κι εγώ μαζί του, πεθαίνοντας όλους τους θανάτουςcelia g.

Ο Έρμαν Έσσε στο βιβλίο του, βέβαια, συνεχίζει την ιστορία με τον Πίκτορ. Ωστόσο, για μένα το παραμύθι σταμάτησε σ' εκείνο το ερωτηματικό· εκεί, ακριβώς, που το εγκατέλειψε κι ο ταξιδιάρης "ερημίτης " του ουρανού...