Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

My genius, my angel, my friend...

Tchaikovsky, My Genius , My Angel , My Friend 

Το αρχικά άτιτλο ποίημα (1842) από τον κύκλο Οφηλία (1842-1847) 
μελοποίησε ο Τσαϊκόφσκι στα τέλη της δεκαετίας του 1850.

(Σε αγγλική μετάφραση)
Isn't it here,
My genius, my angel, my friend!
That you are talking to me softly,
And flying quietly around like a light shadow?

You are giving me a timid inspiration,
And healing my sweet ailments,
And giving me a quiet dream,
My genius, my angel, my friend!

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

"Too flattering sweet to be substantial..."

"And yet I wish but for the thing I have.
My bounty is as boundless as the sea,
My love as deep. The more I give to thee,
The more I have, for both are infinite..."
ΡΩΜ. Κυρά μου, μα το ευλογημένο αυτό φεγγάρι
που ασημοβάφει τις κορφές των δέντρων –
ΙΟΥΛ. Όχι , μην παίρνεις όρκο στο φεγγάρι, το άστατο,
που με τον μήνα αλλάζει κάνοντας το γύρο του,
μήπως κι η αγάπη σου αλλάξει σαν κι αυτό.
ΡΩΜ. Σε τι να σου ορκιστώ;
ΙΟΥΛ. Μην ορκιστείς καθόλου· ή, αν θέλεις,
ορκίσου στον χαριτωμένον εαυτό σου,
που ’ν’ της λατρείας μου ο θεός, να σε πιστέψω.
ΡΩΜ. Αν η καρδιά μου, αγάπη μου–
ΙΟΥΛ. Άσε, μην ορκιστείς. Μ’ όλη μου τη χαρά για σένα,
δε χαίρομαι τη συμφωνία μας τούτη απόψε:
πολύ ’ρθε ορμητικά, πολύ αναπάντεχα, πολύ άξαφνα·
πολύ σαν αστραπή, που χάνεται προτού
να ειπείς αστράφτει. Καληνύχτα, αγάπη μου!
Μπορεί τούτ’ το μπουμπούκι της αγάπης μας
να ’ναι όμορφος ανθός όταν ξανανταμώσουμε.
Καλή σου νύχτα, καληνύχτα! Κι η γλυκιά γαλήνη
που νιώθω στην καρδιά μου και δικιά σου ας γίνει!
ΡΩΜ. Ω! θέλεις να μ’ αφήσεις έτσι απαρηγόρητον;
ΙΟΥΛ. Σαν τι παρηγοριά θέλεις ετούτ’ τη νύχτα;
ΡΩΜ. Σού ’δωσα την πίστη μου αγάπη, δώσ’ μου τη δικιά σου.
ΙΟΥΛ. Εγώ σ’ την έδωσα προτού μου την ζητήσεις·
και πάλι θα ‘θελα να ’ταν δικό μου χτήμα.
ΡΩΜ. Να μου την πάρεις θέλεις; Και γιατί καλή μου;
ΙΟΥΛ. Για να φανώ απλοχέρα να σ’ την ξαναδώσω.
Μα κάνω ευκή για κάτι που έχω δα: η απλοχεριά μου
έχει της θάλασσας την άπλα, και η αγάπη μου
το βάθος της· όσο περσότερη σου δίνω,
τόσο περσότερη έχω, τι άπειρα είναι και τα δυό.
(Φωνή της παραμάνας από μέσα.)
Κάποιον ακούω μέσα· χαίρε, αγάπη μου ακριβή!
–Αμέσως παραμάνα μου!– Γλυκέ Μοντέγο,
να ’σαι πιστός. Περίμενε λιγάκι, θα ξανάρθω. (Βγαίνει.)
ΡΩΜ. Ευλογημένη, ευλογημένη νύχτα! Πώς φοβάμαι,
μην, όντας νύχτα, όλ’ αυτά είναι μόνον όνειρο
πάρα πολύ γλυκό για να ’ναι αλήθεια.
(Πράξη Β΄, σκηνή 2)

[πηγή: Ουίλιαμ Σαίξπηρ, μτφρ. Βασίλης Ρώτας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1962, σ. 45-46]

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Αγάπη

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει. Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη; …Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω : πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. [...]
Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν.
Μενέλαος Λουντέμης, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους (απόσπασμα)

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

"O seasons, O chateaus! Where is the flawless soul?"

Αυτά που μ΄ άρεσαν ήταν: τα παράλογα έργα ζωγραφικής, τα διακοσμητικά στις εξώπορτες, τα σκηνικά, οι μεταμφιέσεις περιπλανώμενων θιάσων, τα διαφημιστικά φυλλάδια, οι λαϊκοί διάκοσμοι, η ντεμοντέ λογοτεχνία, τα Λατινικά της εκκλησίας, τα ανορθόγραφα ερωτικά βιβλία, οι νουβέλες της γιαγιάς, τα παραμύθια, τα παιδικά βιβλιαράκια, οι παλαιές όπερες, τα ανόητα ρεφρέν και οι αφελείς ομοιοκατάληκτοι ρυθμοί.
Balthus (Balthasar Klossowski), Thérèse Dreaming, 1938
I dreamed of Crusades, voyages of discovery that nobody had heard of, republics without histories, religious wars stamped out, revolutions in morals, movements of races and continents: I used to believe in every kind of magic.
I invented colors for the vowels! - A black, E white, I red, O blue, U green. - I made rules for the form and movement of every consonant, and I boasted of inventing, with rhythms from within me, a kind of poetry that all the senses, sooner or later, would recognize. And I alone would be its translator.

Arthur RimbaudSeason in Hell, απόσπασμα από την Αλχημεία των λέξεων (Delirium 2: Alchemy of Words)

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

"I am a camera..."

by Tamara de Lempicka,1929
A Berlin Diary. Autumn 1930
CHRISTOPHER: 
From my window, the deep solemn massive street. Cellar-shops where the lamps burn all day, under the shadow of top-heavy balconied façades, dirty plaster frontages embossed with scroll-work and heraldic devices. The whole district is like this: street leading into street of houses like shabby monumental safes crammed with the tarnished valuables of a bankrupt middle class.
I am a camera with its shutter open, quite passive, recording, not thinking. Recording the man shaving at the window opposite and the woman in the kimono washing her hair. Some day, all of this will have to be developed, carefully printed, fixed.
At eight o'clock in the evening the house-doors will be locked. The children are having supper. The shops are shut. The electric sign is switched on over the night-bell of the little hotel on the corner, where you can hire a room by the hour. And soon the whistling will begin. Young men are calling their girls. Standing down there in the cold, they whistle up at the lighted windows of warm rooms where the beds are already turned down for the night. They want to be let in. Their signals echo down the deep hollow street, lascivious and private and sad. Because of the whistling, I do not care to stay here in the evenings. It reminds me that I am in a foreign city, alone, far from home. Sometimes I determine not to listen to it, pick up a book, try to read. But soon a call is sure to sound, so piercing, so insistent, so despairingly human, that at last I have to get up and peep through the slats of the Venetian blind to make quite sure that it is not – as I know very well it could not possibly be – for me.
Christopher Isherwood, Goodbye to Berlin, απόσπασμα

Marianne Faithfull, Mack the Knife,
Music: Kurt Weill
Lyrics: Bertolt Brecht

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

"Ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια"

"Je crois, je crois, que je suis plutôt un mensonge, un mensonge qui dit toujours la vérité !"
Jean Cocteau
Pablo Picasso, Le Reve (1931-1932)
Θα 'θελα να λέω την αλήθεια. Αγαπάω την αλήθεια. Αλλά η αλήθεια δεν με αγαπάει. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια: η αλήθεια δεν με αγαπάει.
Μόλις την ξεστομίζω, αυτή αλλάζει όψη και στρέφεται εναντίον μου! Μοιάζω σα να λέω ψέματα και όλος ο κόσμος με κοροϊδεύει.
Κι όμως, δεν αγαπάω το ψέμα, σας τ' ορκίζομαι. Το ψέμα σέρνει πίσω του τρομερές φασαρίες και μπελάδες. Πιάνεσαι στην παγίδα του, περπατάς και πέφτεις και όλοι σε κοροϊδεύουνε και γελάνε. Ενώ είναι τόσο απλό να λες την αλήθεια.
Ας πούμε εγώ, όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να πω την αλήθεια, θέλω να πω αυτό που σκέφτομαι. Μα, δεν ξέρω τι παθαίνω... Με πιάνει κάτι... πώς να σας το πω... δεν μπορώ να σας να το αναλύσω... κάτι σαν φόβος, σαν να μου φαίνεται ότι θα φανώ γελοία, αν πω την αλήθεια... Κάτι παθαίνω και ανοίγω το στόμα μου και λέω ψέματα. Λέω ψέματα! Και τετέλεσται! Είναι πολύ αργά πια δεν μπορώ να τα πάρω πίσω.
Κι έτσι και πατήσεις το πόδι σου μες στο ψέμα, χάθηκες! Χώνεσαι μέσα ως το λαιμό. Και δεν είναι ευχάριστο, σας βεβαιώνω.
Ενώ τι εύκολο που είναι να λες την αλήθεια! Η αλήθεια είναι η πολυτέλεια των τεμπέληδων. Τη λες και ξενοιάζεις! Δεν φοβάσαι πως θα κάνεις ύστερα κανένα λάθος, δεν πρέπει να θυμάσαι «τι είπα, τι δεν είπα... πρόσεξε!» Ό,τι κακό είναι να σου 'ρθει απ' την αλήθεια, σου 'ρχεται 'κει, σε βρίσκει επί τόπου και τελειώνει η υπόθεση.
Ενώ το ψέμα... Έπειτα το ψέμα δεν είναι πες ένας γκρεμός που πέφτεις, σκοτώνεσαι και τελειώνει. Το ψέμα είναι κύμα θεόρατο. Που σε αρπάζει, σε σηκώνει ψηλά, σου κόβει την αναπνοή, σου σταματάει την καρδιά και σου τη δένει θηλιά στο λαιμό σου.
Όταν αγαπάω, λέω πως δεν αγαπάω. Κι όταν δεν αγαπάω, λέω πως αγαπάω. Καταλαβαίνετε τις συνέπειες... Καλύτερα να πάρει κανείς ένα περίστροφο και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα! Άδικα δε καθίζω τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη και του λέω, σε πολύ αυστηρό τόνο βέβαια, «δεν θα ξαναπείς ψέματα! Ακούς; δεν θα ξαναπείς ψέματα! Δεν θα ξαναπείς ψέματα!»
Ξαναλέω ψέματα... Λέω ψέματα, μικρά και μεγάλα ψέματα. Κι αν, κατά λάθος, πω καμιά φορά την αλήθεια, να τη δείτε τι μου κάνει! Αυτή γυρίζει, με κοιτάει, αλλάζει όψη, στρίβεται, παραμορφώνεται και κοιτάω και βλέπω μπροστά μου ψέμα! Γίνεται ψέμα, σας βεβαιώνω.
Εγώ θα αλλάξω! Όχι, δεν θα ξαναπώ ψέματα. Θα βρω έναν τρόπο για να πάψω να ζω μέσα στο ψέμα, να ζω μέσα σ' αυτό το χάος της ψευτιάς.
Το να ζεις μες στο ψέμα, ξέρετε σαν τι είναι; Είναι σαν να ζεις μέσα σε ένα ασυγύριστο δωμάτιο. Σαν να περπατάς τη νύχτα μέσα σ' ένα δρόμο γεμάτο συρματοπλέγματα που σκοντάφτεις, πέφτεις απάνω, γκρατσουνιέσαι...
Θα γιατρευτώ! Θα βρω ένα σύστημα για να γιατρευτώ. Και νομίζω πως το βρήκα! Θα αλλάξω! Ξέρετε πώς; Εδώ, ενώπιόν σας, εξομολογούμαι το έγκλημά μου. Σας λέω ότι λέω ψέματα και σας παρακαλώ πάρα πολύ να με δικάσετε. Και μη νομίζετε ότι μου είναι και ευχάριστο να κάνω μια τέτοια εξομολόγηση. Εγώ θα πήγαινα στην άκρη του κόσμου για να μην είμαι υποχρεωμένη να σας πω ότι λέω ψέματα.
Λοιπόν... μια στιγμή όμως... Εσείς λέτε πάντα την αλήθεια; Α, σταθείτε, γιατί εγώ εδώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα εάν το δικαστήριο είναι σε θέση να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει. Όχι, τώρα που το σκέφτομαι, είναι βέβαιο ότι κι εσείς λέτε ψέματα. Εσείς, μάλιστα, λέτε ψέματα όλη την ώρα! Και σας αρέσει να λέτε ψέματα και να πιστεύετε πως δεν λέτε ψέματα. Εσείς λέτε ψέματα και στον ίδιο τον εαυτό σας. Αυτή είναι η διαφορά, εγώ δεν λέω ψέματα στον εαυτό μου. Εγώ έχω την ειλικρίνεια να λέω στον εαυτό μου την αλήθεια. Δηλαδή να του παραδέχομαι ότι λέω ψέματα. Αυτό κάνει κάνει πολύ μεγάλη διαφορά.
Λοιπόν, σας την έσκασα! Δεν λέω ψέματα! Δεν λέω ψέματα ποτέ! Εγώ σας το 'πα αυτό, ότι λέω ψέματα, γιατί ήθελα να σας παρασύρω σε μια παγίδα. Θέλω να καταλάβω κάτι. Να διαπιστώσω κάτι. Εγώ δεν λέω ψέματα ποτέ. Μισώ το ψέμα και το ψέμα με μισεί. Το μόνο ψέμα που έχω πει ήταν αυτό που σας είπα πριν, ότι λέω ψέματα. Κανένα άλλο. Και τώρα, βέβαια, βλέπω τα πρόσωπά σας να ταράζονται. Καθένας σας θα 'θελε να σηκωθεί να φύγει, γιατί φοβόσαστε μη σας κάνω καμία επερώτηση, ε; Εσείς, κυρία, που είπατε στον άντρα σας προχτές ότι θα πάτε στη μοδίστρα σας, πού πήγατε; Δεν το μαρτυράω. Αλλά αυτό τι ήτανε; Ε, ψέμα ήταν! Ψέμα! Λέγατε ψέματα. Εσείς, κύριε, μη γελάτε, γιατί κι εσείς είπατε στη γυναίκα σας ότι θα πάτε να φάτε με τους φίλους σας στη λέσχη. Το θυμόσαστε; Και δεν ήταν μόνο μια φορά που είπατε ψέματα. Λέτε ψέματα συνέχεια. Τολμήστε να με διαψεύσετε! Τολμήστε να με πείτε ψεύτρα! Κανένας δεν μιλάει, ε; Το 'ξερα εγώ!
Ε, βέβαια, είναι πολύ εύκολο να κατηγορείτε τον άλλο, να τον καθίζετε εδώ και να του λέτε πως λέει ψέματα. Και μάλιστα να του το λέτε εσείς, που λέτε ψέματα όλην την ώρα. Να το λέτε αυτό σε μένα, που δεν λέω ψέματα ποτέ. Εγώ, αν καμιά φορά τύχει να πω κανένα ψέμα, εγώ το κάνω για να... πώς να σας πω... για να... αποφύγω μία καταστροφή, μία συμφορά. Το κάνω για να βοηθήσω κάποιον. Είναι αυτά που λέμε τα "κατά συνθήκην ψεύδη". Επιτρέπονται αυτά. Είναι επιτρεπτά ψεύδη. Όχι, δεν λέω πολλά. Όχι όλη την ώρα. Πότε - πότε, όταν χρειάζεται. Δεν πιστεύω να με κατηγορείτε γι' αυτού του είδους τα ψέματα! Θα το 'βρισκα παράλογο. Και μάλιστα να με κατηγορείτε εσείς, εμένα που δεν λέω ψέματα ποτέ. Εσείς, που λέτε ψέματα όλην την ώρα.
Λοιπόν, προχτές... Δεν σας το λέω! Γιατί δεν θα με πιστέψετε.
Κι έπειτα το ψέμα... Αχ, το ψέμα! Το ψέμα είναι υπέροχο! Φανταστείτε να εφευρίσκεις ένα φανταστικό κόσμο και να κάνεις τους άλλους να τον πιστεύουν! Δηλαδή να λες ψέματα...
Η αλήθεια είναι πως και η αλήθεια είναι ωραία. Έχει το κύρος της! Εμένα η αλήθεια με θαμπώνει. Μου επιβάλλεται. Τη θαυμάζω. Αξίζει πολλά. Και τα δύο αξίζουν. Και η αλήθεια και το ψέμα. Ίσως... το ψέμα... να αξίζει λίγο περισσότερο... Τι λέτε εσείς; Όχι, σας ρωτάω γιατί εγώ δεν ξέρω. Επειδή εγώ δεν έχω πει ψέματα ποτέ. Πώς είπατε; Είπα ψέματα; Ούτε λόγος! Είπα ψέματα όταν σας έλεγα ότι λέω ψέματα.
Τώρα... είπα ψέματα όταν σας έλεγα πως λέω ψέματα; Ή μήπως λέω ψέματα τώρα, που σας λέω πως δεν λέω ψέματα; Είμαι ψεύτρα; Εσείς τι λέτε;
Εγώ νομίζω μάλλον πως είμαι ένα ψέμα. Ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια!"

Ζαν Κοκτώ, Ψεύτρα (μονόλογος)

Η Ψεύτρα γράφτηκε από τον Jean Cocteau (1889-1963) για το ραδιόφωνο και παίχτηκε για πρώτη φορά από τον Ζαν Μαραί.
Το κείμενο είναι απομαγνητοφώνηση της ερμηνείας της Έλλης Λαμπέτη από την παράσταση του 1971 με τίτλο: Πέντε Θεατρικές μορφές
Η μ ο ν α δ ι κ ή ερμηνεία της Έλλης Λαμπέτη!

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Αντικατοπτρισμός

 Όταν περπατάς σε λάθος μονοπάτι, συνήθως το υποπτεύεσαι, αλλά σε τραβά ο μαγνήτης της καταστροφής. Ξεθώριασε η φωτογραφία μου, στην ψυχή σου. Δεν την αναγνωρίζεις πια. Έχασε τη μυρωδιά της. Περίμενες πως με τον καιρό θα σου έφερνα καινούργια φωτογραφία μου, να την τοποθετήσεις στην κορνίζα σου. Σιγά, σιγά. Με τον καιρό. Ίσως. Από την άλλη όμως να κουβαλάς μια βαριά αδειανή κορνίζα στην ψυχή σου, δεν είναι εύκολο. Και να μην μπορείς να την πετάξεις. Να την σπάσεις. Να την παρακάμψεις, έστω. Στοιχειώνει εκεί, φάτσα κάρτα για να σε κάνει να αναλογίζεσαι πόσο χρόνο έχασες να την ξεσκονίζεις, πόσα χρώματα ξόδεψες για να ζωγραφίσεις κάποτε το περιεχόμενο της. Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Αυτοί που σέρνονται με τα τέσσερα πίσω απ' την μοίρα τους. Αυτοί που την πιάνουν από τα κέρατα και την αλλάζουν, με όποιο κόστος. Υπάρχουν κι αυτοί που απλώς την ακολουθούν...


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

"Η εποχή της αγάπης"

Τ’ όνομά σου μου `φερνε το σφύριγμα του αγέρα
τ’ όνομά σου κι έτρεμε η ψυχή...
 Ετοιμάσου μου `λεγε η καρδιά, μα κάθε μέρα
στην υγειά σου μ’ έπινε η βροχή...
........................................
........................................
"ό, τι σταυρώνεις το προσκυνάς"
"Η εποχή της αγάπης"
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις 
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μάριος Φραγκούλης



Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

"Liquid fear"

the fear is more terrible when it is diffuse, dispersed, not very clear; when it floats freely elsewhere, without bonds, anchors, home or a clear cause” (Bauman)
"Man with a Melon", Berlin 1926, by Karl Hofer (German, 1878-1955)
"Παράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπνων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.
Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’ οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.
Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Th σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Th συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.
Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σε όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.
Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Th ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη. Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων."
Ζίγκμουντ Μπάουμαν, "Ρευστός Φόβος", Μετ. Γ. Καράμπελας, Εκδ. Πολύτροπον

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

κοινό σημείο

Morris Hirshfield, Girl with Pigeons, 1942
Πώς να ζήσουμε σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.
Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.
Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα -ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.
Αν η συγκυρία των συναντήσεων μού προσφέρει τον έρωτά σου και σού προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή… [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο

Ραούλ Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

"Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν…”

“Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν, εγώ ήμουν ευτυχής
και κανένας δεν ήταν πεθαμένος στο παλιό σπίτι
και μέχρι τότε υπήρχε μια παράδοση από αιώνες,
και η χαρά όλων και η δική μου
ταίριαζαν όμορφα παρέα, σαν θρησκεία.
Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν,
εγώ είχα τη μεγάλη τύχη να μην καταλαβαίνω τίποτα
να είμαι έξυπνος για τους δικούς μου και να μην έχω
τις ελπίδες που είχαν οι άλλοι για μένα.
Όταν ήρθε η ώρα να έχω ελπίδες
τότε δεν ήξερα να ελπίσω.
Όταν ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσω τη ζωή,
έχασα το νόημά της.
Ναι, αυτό που ήταν το προσδόκημο για μένα,
αυτό που ήταν της καρδιάς,
αυτό που ήταν για τους επαρχιώτικους χορούς
αυτό που ήταν για κείνους που μ’ αγαπούσαν
όταν ήμουν παιδί
αυτό που ήταν- α, Θεέ μου!-
μόνο σήμερα ξέρω τι ήταν…
Τι απόσταση! (Πια δεν το συναντώ…)
Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν…”

Φερνάντο Πεσσόα, «Γενέθλια»

"...they simply float, unburdened by gravity..."

Marc ChagallThe Birthday, (1915)
New York, Museum of Modern Art

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Φαντασία

Georgia O'Keeffe (American, 1887–1986), Black Abstraction, 1927

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο “λογικά” από εμάς· δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν. Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες τα ζώα έχουν ένστικτα. Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμιών; Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος- δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα.
Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μάς διαφοροποιεί από τα ζώα. Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ως πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία. Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος. Ο άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.

Το 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρουσίασε στη γαλλική τηλεόραση τέσσερις έννοιες-κλειδιά που συναντάμε στο έργο του (Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία). Τέσσερις λέξεις, τέσσερις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών η κάθε μία· κάθε εκπομπή για μία λέξη. Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο “Είμαστε η Ιστορία μας”.
Bach: Sonata No.2 in A minor, BWV 1003 (IV. Allegro) (by Arthur Grumiaux)

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

"It' s hard to get around the wind..."

"Υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από ένα θλιμμένο παιδί;
Ποιος του έκοψε τη φόρα; Ένα παιδί πλήττει: σημαίνει πως έπαψε να πιστεύει στη δύναμη της αυταπάτης. Ξάφνου σταματά το παιχνίδι. Όχι όμως για να πάει να μελετήσει τα μαθήματα που απαιτεί το σχολείο. Όχι, τίποτα δεν το ελκύει. Προοιωνίζεται τον αργόσχολο άνθρωπο."
Jean-Bertrand Pontalis, "Παράθυρα"
11:00 A.M. Monday, May 9th, 1910.
 Newsies at Skeeter's Branch, Jefferson near Franklin
They were all smoking. 
Location: St. Louis, Missouri.
Artist: Lewis Hine (American, 1874–1940)

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

The Wrong Side and the Right Side

"I do not want to choose between the right and wrong sides of the world, and I do not want the choice to be made… The great courage is still to gaze as squarely at the light as at death. Besides, how can I define a link that leads from this all-consuming love of life to this secret despair."
Albert Camus, The Wrong Side and the Right Side (L'envers et l'endroit, 1937)
"Κι αν προσπαθήσω να βρω τον εαυτό μου, το πετυχαίνω μόνο χάρη στο φως. Κι αν επιχειρήσω να καταλάβω και να δοκιμάσω τούτη τη λεπτή γεύση που μου φανερώνει το μυστικό του κόσμου, μόνο τον εαυτό μου ανακαλύπτω στο βάθος του σύμπαντος. Τον εαυτό μου, δηλαδή αυτή την ακραία συγκίνηση που με λυτρώνει απ’ το σκηνικό.
Άλλοι αφήνουν ένα λουλούδι ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, φυλακίζουν εκεί έναν περίπατο όπου τους άγγιξε ο έρωτας. Κι εγώ κάνω περιπάτους, μα με χαϊδεύει ένας θεός. Η ζωή είναι σύντομη κι είναι αμαρτία να χάνεις τον καιρό σου. Λένε πως είμαι δραστήριος. Αλλά το να είσαι δραστήριος σημαίνει να χάνεις τον καιρό σου, εφόσον χάνεσαι ο ίδιος.
Το σήμερα είναι μία στάση και η καρδιά μου φεύγει να συναντήσει τον εαυτό της. Αν με πνίγει ακόμα μια αγωνία, είναι γιατί αισθάνομαι τούτη την αψηλάφητη στιγμή να γλιστρά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου όπως οι σταγόνες του υδράργυρου. Αφήστε λοιπόν όσους θέλουν να γυρίσουν την πλάτη τους στον κόσμο. Δεν παραπονιέμαι αφού βλέπω να γεννιέμαι. Τούτη την ώρα, όλο μου το βασίλειο ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο. Αυτός ο ήλιος κι αυτές οι σκιές, αυτή η ζέστη κι αυτό το κρύο που έρχονται απ’ το βάθος του αέρα: ν’ αναρωτηθώ αν κάτι πεθαίνει κι αν οι άνθρωποι υποφέρουν, αφού τα πάντα γράφονται σ’ αυτό το παράθυρο όπου ο ουρανός σκορπίζει την πληρότητά του που έρχεται να σμίξει με τον οίκτο μου.
Μπορώ να πω και θα το πω αμέσως ότι αξίζει να είναι κανείς αληθινός, κι αυτό τα περιλαμβάνει όλα, και την ανθρωπιά και την απλότητα. Και πότε λοιπόν είμαι αληθινός, αν όχι όταν είμαι ο κόσμος; Η επιθυμία μου εκπληρώνεται πριν προλάβω να την εκφράσω. Η αιωνιότητα είναι εδώ κι εγώ την περίμενα με ελπίδα. Τώρα δεν εύχομαι πια να είμαι ευτυχισμένος αλλά να έχω συνείδηση της πραγματικότητας.
Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται σε λίγο το καλοκαίρι; Αλλά να τα μάτια και η φωνή εκείνων που πρέπει ν’ αγαπώ. Είμαι δεμένος με τον κόσμο με όλες μου τις κινήσεις, με τους ανθρώπους, με όλο τον οίκτο και την ευγνωμοσύνη μου. Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δεν θέλω να επιλέξω, δεν μου αρέσει να επιλέγω."
Albert Camus, Η Καλή και η Ανάποδη, (The Wrong Side and the Right Side), εκδ. Καστανιώτη

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Φενάκη

Julio Romero de Torres, La Guitarrista
Delia Elena San Marco
"Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνία της Πλατείας Όνσε.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο, ξανακοίταξα. Στραφήκατε και με αποχαιρετήσατε με το χέρι.
Ένα ποτάμι οχήματα κι ο κόσμος έτρεχε ανάμεσά μας. Ήταν μία μέρα οποιαδήποτε, πέντε το απόγευμα. Πώς να ήξερα πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητος;
Δεν ιδωθήκαμε πια κι ένα χρόνο μετά είχατε πεθάνει.
Κι έτσι ψάχνω αυτή την ανάμνηση, την κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήταν φενάκη, πως πίσω απ’ τον κοινότοπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο απέραντος χωρισμός.
Χθες τη νύχτα, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό, και ξαναδιάβασα, μήπως και  καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλό του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει όταν η σάρκα πεθαίνει.
Και τώρα δεν ξέρω αν η αλήθεια είναι με το μέρος της μεταγενέστερης καταχθόνιας ερμηνείας ή με τον αθώο αποχαιρετισμό.
Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πρέπει να δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς τους.
Όταν οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται, είναι σαν να αρνιούνται τον αποχωρισμό, είναι σαν να λένε, Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αλλά τα ξαναλέμε αύριο.
Επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί κατά κάποιον τρόπο ξέρουν πως είναι αθάνατοι παρόλο που θεωρούν τον εαυτό τους τυχαίο και εφήμερο...
Ντέλια: κάποτε θα ξαναπιάσουμε (πλάι σε ποιο ποτάμι;) αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θα αναρωτηθούμε αν ποτέ, σε κάποια πόλη που χανόταν μέσα σε μία πεδιάδα, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια."  1954
J. L. Borges,  από τη συλλογή «Ο Ποιητής»:  Άπαντα τα Πεζά ΙΙ, Εκδ. Πατάκης

"And now I do not know whether the truth is in the ominous subsequent interpretation, or in the unsuspecting farewell."
Astrud Gilberto, Manhã De Carnaval
Το "Manha de Carnaval" ("Morning of Carnival")  είναι δημοφιλές τραγούδι του Βραζιλιάνου συνθέτη Luiz Bonfá και του στιχουργού Antônio Maria.
Εμφανίστηκε ως κύριο θέμα το 1959 στην πορτογαλική ταινία "Orfeu Negro" του Γάλλου σκηνοθέτη Marcel Camus

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

ποτέ και πουθενά

c.g.
"- Ποιο είναι πιο δυνατό; Το ποτέ ή το ποτέ-ποτέ;
- Είναι το ίδιο.
- Δεν είναι! Το ποτέ-ποτέ είναι πιο δυνατό. Κι εσύ δεν είπες ποτέ-ποτέ. Είπες ποτέ. Μπορεί να ξαναγυρίσει.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο μηδέ και το μηδέν; Παίρνω τον εαυτό μου τον μικρό από το χέρι και περπατάμε στον κήπο. Αυτός κρατάει μέσα του μία ερώτηση κι εγώ ένα κενό.

- Και τώρα που είναι;
- Πουθενά.
- Τι θα πει πουθενά;
- Πουθενά θα πει: ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε αλλού.
- Δηλαδή που είναι;
Το πουθενά είναι το ποτέ του χώρου. (Το ποτέ είναι το πουθενά του χρόνου).

Τα μάτια του έχουν πλημμυρίσει αγωνία. Κάπου ετοιμάζεται δάκρυ και πίσω από αυτό κραυγή.

- Πού είναι;
Δεν έχω άλλη σωτηρία από το ψέμα. Θα ξαναπώ το μύθο της ψυχής που δεν αντέχει το ποτέ και το πουθενά.

- Είναι στον παράδεισο.
- Τι είναι ο παράδεισος;
- Ένας κήπος.
- Σαν κι αυτόν;
- Πιο μεγάλος. Και πιο ωραίος.
- Πάμε!
- Δεν γίνεται.
- Γιατί;
- Κανείς δεν μπορεί να πάει στον παράδεισο αν δεν περάσει από το ποτέ και το πουθενά."

Νίκος Δήμου, Το Ποτέ και το Πουθενά (Από το Παρόλα Αυτά), απόσπασμα 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Livslognen

Gregers: If you are right and I am wrong, then life is not worth living.
Relling: Oh, life would be quite tolerable, after all, if only we could be rid of the confounded duns that keep on pestering us, in our poverty, with the claim of the ideal.
Gregers: [ (looking straight before him).] In that case, I am glad that my destiny is what is.
Relling: May I inquire, -- what is your destiny?
Gregers: (going).]To be the thirteenth at table.
Relling:The devil it is.
Απόσπασμα από την "Αγριόπαπια" του Ερρίκου Ίψεν [από την 5η πράξη (τέλος)]
Edvard Munch, "Evening on Karl Johan Street" 1892 
Το «ζωτικόν ψεύδος»
Η «Αγριόπαπια» του Ίψεν θεωρείται συνήθως έργο συμβολικό, το μήνυμα του οποίου συνοψίζεται στα πιο κάτω: «Είναι πάντα προτιμότερη η συντήρηση ενός 'ζωτικού ψεύδους' απ' τον άνθρωπο απέναντι στην αδυσώπητη αλήθεια της ζωής, που μπορεί να τον συντρίψει». Αυτή η ερμηνεία είναι εντελώς αστήρικτη. Θα δούμε το γιατί.
Υπάρχουν στην «Αγριόπαπια» δύο ελάσσονες χαρακτήρες μέθυσοι, άσωτοι και πλάνητες, που θυμίζουν μπεκετικές φιγούρες. Πρόκειται για τον ξεπεσμένο γιατρό Ρέλιγκ (του έχουν πάρει την άδεια) και τον ξεπεσμένο, αποσχηματισμένο πάστορα Μόλβιγκ. Ο Ρέλιγκ, που εκπροσωπεί το «πνεύμα της άρνησης», ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι είναι αδύναμοι να αντέξουν την ωμή πραγματικότητα και γι' αυτό τούς χρειάζεται, για να ζήσουν, να βάλουν στη θέση της ένα «ζωτικό ψεύδος». Έχει, έτσι, κατασκευάσει ένα τέτοιο ψεύδος «στα μέτρα» του Μόλβιγκ: τον αποκαλεί «δαιμονιακό», μια λέξη που, κατ' αυτόν δεν σημαίνει τίποτε, για να τον σώσει... από το τίποτε. Από τα λόγια αυτά του Ρέλιγκ έχει πηγάσει η παρεξήγηση γύρω από το έργο, επειδή «αποκόπτονται» από το υπόλοιπο κείμενο και διαβάζονται «ιδεολογικά», ως άποψη του συγγραφέα και ως γενική «θέση» του έργου. Ας προσέξουμε υπό ποιες συνθήκες λέγονται τα λόγια αυτά και πού στοχεύουν:
Ο Γκρέγκερς Βέρλε, ένας επίδοξος «κοινωνικός αναμορφωτής», που όμως δεν έχει λύσει τα δικά του προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, περιφέρεται με την «απαίτηση του ιδεώδους» στα χέρια ως ανεξόφλητο γραμμάτιο. Θέλει να διδάξει στον κόσμο την «αλήθεια» και δεν είναι σε θέση... να ανάψει τη σόμπα του δωματίου του χωρίς να δημιουργήσει χάος. Και φωτιά βάζει, και πλημμύρα προκαλεί για να τη σβήσει! Την «απαίτηση του ιδεώδους» την κομίζει πρώτα για προσωπική εξαργύρωση στους εργάτες, «τρώει πόρτα» απ' αυτούς και στρέφεται σε πιο εύκολους στόχους: στην οικογένεια του άλλοτε φίλου του Γιάλμαρ Έκνταλ, ενός ονειροπόλου και απροσγείωτου, που είναι θύμα πλεκτάνης του πλούσιου εργοστασιάρχη πατέρα τού Γκρέγκερς, χωρίς να το γνωρίζει. «Μεγαλώνει» τη δεκατετράχρονη κόρη του Έντβιγκ, που είναι στην πραγματικότητα κόρη του εργοστασιάρχη Βέρλε και αδελφή του Γκρέγκερς. Ο τελευταίος σκοπεύει να αποκαλύψει στον Γιάλμαρ όλη την αλήθεια πιστεύοντας ότι το φως της θα τον «μεταμορφώσει», θα γίνει «άλλος άνθρωπος», «ανώτερος», όταν πάψει να ζει στο «σκότος του ψεύδους».
Με αυτήν και μόνο την έννοια ο Ρέλιγκ αναφέρεται στην ανάγκη του «ζωτικού ψεύδους». Για να προλάβει να αποτρέψει μια καταστροφή που προβλέπει ως βέβαιη. Και η καταστροφή, όντως, έρχεται. Η αποκάλυψη της αλήθειας έχει ως μόνη συνέπεια την αυτοκτονία της μικρής Έντβιγκ. Το μήνυμα του έργου, ώς εδώ, είναι ότι μόνο «αποστολικά» δικαιούται κάποιος να επεμβαίνει στη ζωή των άλλων, δηλαδή όταν είναι «καθαρός» στο σώμα και την ψυχή, χωρίς να προσδοκά απ' την πράξη του την παραμικρή δική του ωφέλεια. Αλλιώς θα φέρει συμφορές.
Επιστρέφουμε στους δύο «περιφερειακούς» χαρακτήρες του έργου (Ρέλιγκ - Μόλβιγκ). Έχουν μεταφέρει στη σκηνή το άψυχο κορμί της Έντβιγκ. Ο αποσχηματισμένος πάστορας σκύβει επάνω της και ψιθυρίζει κάποια λόγια του Ευαγγελίου, που, όμως, δεν αναγνωρίζονται ως τέτοια ούτε ταυτοποιούνται σε όσες μεταφράσεις, ελληνικές ή ξένες, έχω υπόψη μου. Η βιβλική τους προέλευση, βασικό κλειδί για την κατανόηση του έργου, κατά κανόνα διαφεύγει της προσοχής των μελετητών και των μεταφραστών.
Τα λόγια του Μόλβιγκ, πράγματι, αντιστοιχούν στην ευαγγελική αφήγηση του θαύματος «της θυγατρός του Ιαείρου», όταν ο Χριστός ανάστησε το νεκρό κορίτσι του Ρωμαίου αξιωματούχου με τα λόγια: «Ουκ απέθανεν, καθεύδει. Κοράσιον, εγείρου». («Δεν πέθανε, κοιμάται. Σήκω, κοριτσάκι»). Αυτά τα λόγια ψιθυρίζει ο ξεπεσμένος πάστωρ Μόλβιγκ, όχι όμως με πίστη, αλλά από συνήθεια, σαν «τσιτάτα» ή σαν «νεκρό γράμμα» βιβλίου. Και ο ξεπεσμένος γιατρός Ρέλιγκ τού απαντά μονολεκτικά: «Βλάκα!»
Ο κοινωνικά ρηξικέλευθος Ίψεν είναι ο τελευταίος που θα επικροτούσε την υιοθέτηση από τους ανθρώπους του «ζωτικού ψεύδους». («Έτσι είναι τα πράγματα και δεν αλλάζουν»). Αντίθετα, όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι, για τον Ίψεν, το «ζωτικό ψεύδος» είναι χρήσιμο μόνο για τα άτομα και τις κοινωνίες, που, χωρίς να προσδοκούν ανάσταση καμία, δέχονται παθητικά και αδιαμαρτύρητα τα πλήγματα της μοίρας.
Του  Λέανδρου Πολενάκη, εφημ. Η Αυγή (2/10/2015)

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

«Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριον βοά μέσα στην πλάση»

Γιάννης Τσαρούχης, Σεπτέμβρης
“Τις μέρες τις γλυκές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη
βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η
γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους
κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες
των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι
οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών
κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι
(γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος)
αναγαλλιάζουν οι ψυχές,
και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός
αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει
στο κάθε που άγγιξε κορμί: Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνας, θέρος-όπου κι αν είσαι-
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

"da capo al fine..."

I am no longer afraid, and I can quietly dissolve myself the way you dissolve a bottle of poison in an ocean. The ocean won't feel any ill effect, and the poison has been freed from a great burden; it does not have to be poison any more."
"And is that the only solution?"
"What I lack is love.”
Cees Nooteboom, Rituals
φωτ. celia g.
Ο Ίννι Βίντροπ ανήκε στο είδος των ανθρώπων που σέρνουν πίσω τους τον χρόνο της επίγειας ζωής τους σαν άμορφη μάζα. Αυτή δεν ήταν μια σκέψη που τον απασχολούσε καθημερινά, ωστόσο επαναλαμβάνονταν τακτικά και ήταν κάτι που το είχε ήδη σκεφτεί όταν ο χρόνος που ρυμουλκούσε ήταν σημαντικά μικρότερος.
Ήταν ανίκανος να υπολογίσει τον χρόνο, να τον μετρήσει, να τον μοιράσει. Ίσως θα ήταν καλύτερο σε αυτό το σημείο να αφήσουμε απέξω το άρθρο και να αναφερθούμε σκέτα σε χρόνο, έτσι ώστε να του αποδώσουμε εκείνη την παχύρευστη σαν δεμένο σιρόπι σύσταση που δικαιωματικά του ανήκει. Και δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι το παρελθόν κολλούσε τόσο ενοχλητικά στο κουτάλι του Ίννι: το ίδιο πεισματικά αντιστεκόταν και το μέλλον. Μπροστά του εκτεινόταν ένας εξίσου άμορφος χώρος, ένας χώρος που έπρεπε να τον διασχίσει χωρίς να έχει την παραμικρή σαφή ένδειξη ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει ώστε να βγει από εκεί μέσα. Ένα ήταν το σίγουρο: ο χρόνος που είχε ήδη ζήσει είχε πια εξαντληθεί, όμως ακόμα και τώρα που ήταν σαρανταπέντε χρόνων και είχε, όπως έλεγε ο ίδιος, «περάσει τα σύνορα του τρομακτικού χωρίς να του ζητήσουν ποτέ να δείξει το διαβατήριό του», αυτό το άμορφο πράγμα που εμπεριείχε τόσο τη μνήμη του όσο και τα κενά της συνέχιζε να τον συνοδεύει εξ ίσου μυστηριωδώς και, ακόμα και κατά την αντίθετη φορά, τόσο απροσμέτρητα όσο και το σύμπαν για το οποίο γινόταν πολύς λόγος εκείνο τον καιρό.
Cees NooteboomΙεροτελεστίες, μτφ. Κ. Κουντούρης, εκδ. Μέδουσα, σελ. 39

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

"The desperate man"

"There are many sides to reality. Choose the one that's best for you."
Gustave Courbet, The desperate man (self- portrait), 1845
[Το παρακάτω απόσπασμα από τον «Ρινόκερο» του Ιονέσκο είναι ο τελευταίος μονόλογος του Μπερανζέ, πρωταγωνιστή του έργου. Στην τελευταία αυτή σκηνή, ο Μπερανζέ, που μόλις τώρα συνειδητοποιεί την απουσία τής αγαπημένης του Νταίζης, η οποία έφυγε κι αυτή για να συναντήσει τους ρινόκερους, αποφασίζει να μην υπακούσει τελικά στη «ρινοκερίτιδα» και να παραμείνει άνθρωπος.]

Μπερανζέ:
«Ωστόσο δεν είναι και τόσο άσχημο πράγμα ο άνθρωπος. Και δεν είμαι και από τους πιο ωραίους. Πίστεψε με, Νταίζη (γυρίζει). Νταίζη! Νταίζη! Πού είσαι; Νταίζη! Δεν θα το κάνεις αυτό!
(Τρέχει στην πόρτα). Νταίζη! (Φτάνει στο κεφαλόσκαλο και σκύβει πάνω από τα κάγκελα). Νταίζη! Γύρισε πίσω μικρή μου Νταίζη! Δεν έβαλες ούτε μπουκιά στο στόμα σου! Νταίζη μη με αφήνεις μόνο! Τι μου είχες υποσχεθεί, Νταίζη! Νταίζη! 
(Σταματάει να φωνάζει, κάνει μια χειρονομία απόγνωσης και ξαναμπαίνει στο δωμάτιο).
Βέβαια… δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε πια. Ένα αταίριαστο ζευγάρι… δεν άντεχε άλλο. Δεν έπρεπε όμως να με αφήσει έτσι και να φύγει, χωρίς να μου δώσει μια εξήγηση! (κοιτάζει ολόγυρα του). Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε! Και είναι σωστά πράγματα αυτά! Τώρα έμεινα ολομόναχος!
(Πηγαίνει, κλειδώνει την πόρτα προσεκτικά αλλά πολύ θυμωμένος).
Εμένα δε θα με παρασύρετε. Όχι! Ποτέ! (Κλείνει προσεκτικά τα παράθυρα). Τα ακούσατε; Ποτέ! (Απευθύνεται προς όλα τα κεφάλια των ρινόκερων). Δεν θα σας ακολουθήσω… Όχι, δεν θα σας ακολουθήσω, δεν σας καταλαβαίνω! Εγώ θα μείνω αυτό που είμαι! Εγώ είμαι άνθρωπος! Άνθρωπος!
(Πάει και κάθεται στην πολυθρόνα).
Αφόρητη… η κατάσταση είναι αφόρητη! Εγώ φταίω που έφυγε. Ήμουν για αυτήν ολόκληρος ο κόσμος. Τι θα απογίνει τώρα; Μια ψυχή παραπάνω στη συνείδηση μου! Τώρα όλα είναι δυνατά. Φτωχό μου παιδί, εγκαταλελειμμένο μέσα σε αυτόν τον κόσμο των τεράτων! Κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει να την ξαναβρώ, γιατί δεν απομένει κανένας.
(Νέα μουγκανητά, επίμονα τρεχαλητά, σύννεφα σκόνης).
Δεν θέλω να τα ακούω. Θα βάλω μπαμπάκι στα αυτιά μου! (Βάζει μπαμπάκι στα αυτιά του – μιλάει με τον εαυτό του στον καθρέπτη). Δεν υπάρχει άλλη λύση! Πρέπει να τους πείσω. Να τους πείσω όμως για τι πράγμα; Και η μεταμόρφωσή τους; Μπορούν να ξαναγίνουν άνθρωποι; Ε, μπορούν; Θα χρειαστεί ένας ηράκλειος άθλος, που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου! Κα πρώτα –πρώτα για να τους πείσω, πρέπει να τους μιλήσω. Για να τους μιλήσω πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή μήπως αυτοί θα έπρεπε να μάθουν τη δική μου; Αλλά εγώ ποια γλώσσα μιλάω; Ποια είναι η γλώσσα μου; Είναι ελληνικά αυτά που μιλάω; Θα πρέπει να είναι ελληνικά, είναι όμως; Αλλά τι είναι τα ελληνικά; Μπορώ να πω πως αυτά είναι ελληνικά, αν θέλω, κανένας δεν πρόκειται να μου τα αμφισβητήσει αφού είμαι ο μόνος που τα μιλάω. Αλλά τι λέω; Καταλαβαίνω τι λέω; Καταλαβαίνω τον εαυτό μου;
(Προχωρεί προς τη μέση της σκηνής).
Κι αν όπως μου έλεγε η Νταίζη αυτοί έχουν δίκιο… (Γυρνά προς τον καθρέπτη). Κι όμως δεν είναι άσχημο πράγμα ο άνθρωπος – δεν είναι καθόλου άσχημο πράγμα… (Κοιτάζεται προσεκτικά στον καθρέπτη και περνά το χέρι πάνω από το πρόσωπό του). Πολύ αστεία υπόθεση! Με τι μοιάζω λοιπόν; Με τι;
(Τρέχει στο ντουλάπι, βγάζει φωτογραφίες και τις κοιτάζει). Φωτογραφίες! Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ο κύριος Παπιγιόν ή μπορεί και η Νταίζη; Κι αυτός εδώ, είναι ο Μποτάρ, ή ο Ντυντάρ ή ο Ζαν; Ή μήπως είμαι εγώ! (τρέχει πάλι στο ντουλάπι και βγάζει 2-3 πίνακες). Ναι, ναι, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, εγώ είμαι αυτός, εγώ!
(Πηγαίνει και κρεμάει τους πίνακες στον τοίχο του βάθους δίπλα στα κεφάλια των ρινόκερων). Εγώ είμαι αυτός, εγώ…
(Άμα κρεμάσει τους πίνακες διακρίνουμε πως παριστάνουν ένα γέρο, μια χοντρή γυναίκα και κάποιον άλλο. Η ασχήμια των προσωπογραφιών προβάλλεται ακόμα πιο πολύ σε αντίθεση με τα κεφάλια των ρινόκερων που γίνονται ολοένα και ωραιότερα. Ο Μπερναζέ οπισθοχωρεί λίγο για να δει τους πίνακες).
Δεν είμαι ωραίος, δεν είμαι ωραίος! (Ξεκρεμάει τους πίνακες και τους πετάει κατά γης με θυμό και πηγαίνει στον καθρέπτη). Αυτοί είναι ωραίοι! Αυτοί ! Είχα άδικο. Ω, πόσο θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτούς… Μου λείπουν και τα κέρατα! Άσχημο που είναι ένα μέτωπο χωρίς κέρατα!... Θα μου χρειαζόντουσαν ένα δύο για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά μου… Ίσως γίνει κι αυτό μια μέρα, κι έτσι δεν θα ντρέπομαι πια, θα μπορώ να πάω να τους βρω! Έλα όμως που δεν φυτρώνουν!...
(Κοιτάζει τις παλάμες του). Τα χέρια μου είναι μαλακά. Θα ροζιάσουν άραγε, θα βγάλουν λέπια; (Βγάζει το σακάκι του, ξεκουμπώνει το πουκάμισο του, εξετάζει το στήθος του στον καθρέπτη). Πλαδαρό που είναι το δέρμα μου! Το κορμί μου! Κάτασπρο, τριχωτό! Πόσο θα ήθελα να είχα σκληρό πετσί, και αυτό το θαυμάσιο βαθυπράσινο χρώμα, τη σεμνή γύμνια τους, χωρίς τρίχες!
(Ακούει μουγκανητά). Τα τραγούδια τους έχουν μια γοητεία… Είναι λίγο άγρια, βέβαια, μα, πάντως έχουν γοητεία! Αν μπορούσα να τραγουδάω σαν κι αυτούς!... (Προσπαθεί να τους μιμηθεί). Α… Α… Α…. Μρρρ! Όχι… όχι… δεν τα καταφέρνω, το δικό μου τραγούδι είναι αδύνατο, υποτονικό, του λείπει η ζωντάνια. Δεν καταφέρνω να μουγκανίσω! Ουρλιάζω μόνο… Α… Α… Α… Μρρρ! Ουρλιάζω μονάχα! Αχ… Αχ… Μπρ… Άλλο ουρλιαχτό κι άλλο μουγκανητό!... Ω!... Το έχω βάρος στη συνείδηση μου, έπρεπε να τους είχα ακολουθήσει όσο ήταν καιρός… τώρα είναι πια πολύ αργά. Αλίμονο! Είμαι ένα τέρας, είμαι ένα τέρας! Αλίμονο μου, δεν θα ξαναγίνω ποτέ ρινόκερος! Ποτέ, ποτέ! Δεν μπορώ πια να αλλάξω. Θα το ήθελα πολύ. Θα το ήθελα τόσο πολύ αλλά δεν μπορώ… Δεν μπορώ πια ούτε τον εαυτό μου να κοιτάξω! Πόσο ντρέπομαι!
(Γυρίζει τις πλάτες του στον καθρέπτη). Άσχημος που είμαι!... Αλίμονο σε αυτόν που θέλει να διατηρήσει την ιδιομορφία του! (Αναπηδά απότομα). Ε, λοιπόν! Τόσο το χειρότερο! Θα αμυνθώ κόντρα σε όλον τον κόσμο. Το τουφέκι μου! Πού είναι το τουφέκι μου;…
(Γυρίζει προς το μέρος του τοίχου, όπου φαίνονται τα κεφάλια των ρινόκερων και σκούζει με όλη του τη δύναμη). Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ!... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ!...

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

La Chiquita Piconera

Julio Romero de Torres, La Chiquita Piconera (1930)
Ο Julio Romero de Torres ζωγράφισε το πιο διάσημο και τελευταίο έργο της ζωής του, «La Chiquita Piconera», λίγους μήνες πριν πεθάνει, σε ηλικία 55 ετών. Το κορίτσι που παριστάνεται  στον πίνακα είναι η Maria Teresa Lopez και υπήρξε μούσα του καλλιτέχνη για πολλά χρόνια. Η εικόνα της νεαρής κοπέλας αποδίδεται ρεαλιστικά και φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά της γυναίκας από την Ανδαλουσία. Φορά μεταξωτές κάλτσες και ανακατεύει τα κάρβουνα σε ένα χάλκινο μαγκάλι. Με το σοβαρό βλέμμα της κοιτάζει ίσια στο θεατή  και ίσως αντανακλά τα συναισθήματα και τους φόβους του ζωγράφου του οποίου ο θάνατος ήταν κοντά. Μέσα από ένα παράθυρο, διακρίνεται ένα σκούρο ηλιοβασίλεμα στις όχθες του ποταμού Γουαδαλκιβίρ, σαν ο ζωγράφος να θέλησε να δημιουργήσει έναν παραλληλισμό με το τέλος της ζωής του.