Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Zinaida Serebriakova. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Zinaida Serebriakova. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

"δύο και δύο κάνουν πέντε..."

Zinaida Serebriakova, House of Cards (1919) 
"Τα αξιοσέβαστα μυρμήγκια  άρχισαν από τη μυρμηγκοφωλιά και θα τελειώσουν ασφαλώς εκεί, πράγμα που τους περιποιεί μεγάλη τιμή για την επιμονή τους και το θετικό τους πνεύμα. Ο άνθρωπος όμως είναι επιπόλαιο πλάσμα, ανισόρροπο και ίσως όπως ο παίκτης του σκακιού, αγαπά μόνο το παίξιμο κι όχι το σκοπό του παιχνιδιού. Και ποιος ξέρει (δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα), ίσως ο σκοπός στον οποίο τείνει η ανθρωπότητα να είναι δηλαδή μόνο το ακατάπαυστο παίξιμο· ενδιαφέρεται μόνο για την ίδια τη ζωή, κι όχι για το σκοπό της, που δεν είναι άλλος βέβαια παρά το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, δηλαδή ένας τύπος. Μα το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αυτό δεν είναι πια η ζωή, κύριοι, είναι η αρχή του θανάτου. Άλλωστε πάντα το φοβόταν το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, το φοβάμαι ακόμη κι εγώ. Ας παραδεχτούμε πως ο άνθρωπος άλλο δεν κάνει παρά να αναζητάει το δύο και δύο κάνουν τέσσερα· διασχίζει ωκεανούς ριψοκινδυνεύει τη ζωή του ψάχνοντας, μα πραγματικά φοβάται να βρει κάτι, φοβάται στα γερά. Καταλαβαίνει ότι, όταν θα το βρει, δεν θα έχει πια τίποτε άλλο να ζητήσει. Οι εργάτες σαν αποτελειώνουν τη δουλειά τους  παίρνουν τουλάχιστον χρήματα, πάνε στο καπηλειό κι έπειτα ψάχνουν πάλι για δουλειά. Και να, βρίσκουν για άλλες έξι  μέρες. Μα ο άνθρωπος πού θα πάει; Ναι, βλέπει κανείς ότι στενοχωριέται, όταν φτάνει στο σκοπό του. Αγαπά την πορεία προς ένα σκοπό, μα όχι και την απόλυτη επίτευξή του. Αυτό είναι βέβαια παράξενο. Με μια λέξη ο άνθρωπος είναι παράξενα καμωμένος. Δίχως άλλο υπάρχει ένα αστείο μέσα σε όλα αυτά. Μα το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αυτό είναι ανυπόφορο. Δύο και δύο κάνουν τέσσερα! Κατά τη γνώμη μου, κύριοι, είναι αυθάδεια. Το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, μοιάζει με κάποιον αναιδή που στέκεται στη μέση του δρόμου με τα χέρια στη μέση και σου τον φράζει, σε προκαλεί. Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι ένα θαυμάσιο πράγμα· ε λοιπόν, και το δύο και δύο κάνουν πέντε, είναι καμιά φορά πιο χαριτωμένο."
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, από Το υπόγειο, μετ. Γιώργης Σημηριώτης, σελ. 42,43 (Ελευθεροτυπία, ειδική έκδοση, 2006)

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Ζωή γλυκιά σαν χάδι

Zinaida Serebriakova (Russian, 1884-1967), Self-portrait wearing a scarf, 1911
Ο «Θείος Βάνιας»,το κλασικό αριστούργημα του Άντον Τσέχοφ, είναι ένα έργο βαθιά ποιητικό και ανθρώπινο, όπου η ζωή "σχοινοβατεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία". Καταγγέλλει τον εγωισμό, την αλαζονεία και τη σκληρότητα της άρχουσας τάξης ενώ παράλληλα δείχνει συμπόνια για τους αφανείς ήρωες της ζωής. Βρισκόμαστε στην τελευταία σκηνή, όπου οι δυο ήρωες, θείος και ανιψιά, συζητούν για το μέλλον.

ΒΟΪΝΙΤΣΚΙ, στη Σόνια χαϊδεύοντας τα μαλλιά της: Παιδί μου, πόσο πονάω! Αχ, αν  ξερες μονάχα πόσο πονάω!
ΣΟΝΙΑ: Τι να κάνουμε θείε; Πρέπει να ζήσουμε! (Παύση.) Θα ζήσουμε, θείε Βάνια! Θα ζήσουμε πολλές πολλές μέρες αράδα κι ατέλειωτα βράδια. Θα υποφέρουμε υπομονετικά τις δοκιμασίες που μας στέλνει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γερατειά μας – χωρίς ξεκούραση. Κι όταν έρθει η ώρα μας, θα πεθάνουμε ήσυχα ήσυχα, χωρίς κανένα παράπονο. Κι εκεί, πέρα απ’ τον τάφο μας, θα πούμε πως υποφέραμε, πως κλάψαμε, πως η ζωή μας πίκρανε, κι ο θεός θα μας σπλαχνιστεί. Και τότε κι εγώ κι εσύ, θείε μου αγαπημένε, θα δούμε τη ζωή φωτεινή, χαρούμενη, ωραία. Θα χαιρόμαστε τότε και θα κοιτάζουμε πίσω τα τωρινά μας  βάσανα και τις πίκρες με καλοσύνη, με χαμόγελο – και θ’ αναπαυτούμε. Πιστεύω, θείε μου. Πιστεύω θερμά, με πάθος! (Γονατίζει μπροστά του και βάζει το κεφάλι της στα χέρια του. Με κουρασμένη φωνή.) Θ’ αναπαυτούμε!
(Ο Τελιέγκιν παίζει σιγανά κιθάρα.)
ΣΟΝΙΑ: Θ’ αναπαυτούμε! Θ’ ακούμε τους αγγέλους. Θα δούμε όλο τον ουρανό φωτισμένο με αστέρια σαν διαμάντια. Θα δούμε πως όλη μας η κακία εδώ κάτω στη γη, όλα μας τα πάθη, όλοι μας οι πόνοι, θ’ αφανιστούνε μέσα στο έλεος που θα πλημμυρίσει όλο τον κόσμο. Και η ζωή μας θα γίνει ήρεμη, τρυφερή, γλυκιά, σαν χάδι…Πιστεύω!... Πιστεύω!...
(Σκουπίζει τα δάκρυά του με το μαντίλι της.)
Φτωχέ μου, θείε Βάνια, κλαις… (Μεσ’ απ’ τα δάκρυά της) Δε γνώρισες στη ζωή σου χαρές. Όμως περίμενε, θείε Βάνια, περίμενε… Θ’ αναπαυτούμε. (Τον αγκαλιάζει.) Θ’ αναπαυτούμε!...
(Ο φύλακας κτυπάει.)
(Ο Τελιέγκιν παίζει σιγανά. Η Μάρια Βασίλιεβνα γράφει σημειώσεις στο περιθώριο του βιβλίου της. Η Μαρίνα πλέκει κάλτσες.)
ΣΟΝΙΑ: Θ’ αναπαυτούμε!
ΑΥΛΑΙΑ
(κλείνει αργά)