Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

"Grande lame"

Grande lame - Méditerranée - N° 19, (1857)
Photo by Gustave Le Gray (1820-1884)
(Bibliothèque nationale de France)
Σιωπή
"Ὅσο καὶ ἄν μένουν ἀνεκτέλεστα τὰ ἔργα, ὅσο καὶ ἄν εἶναι πλήρης ἡ σιγὴ (ἡ σφύζουσα ἐντούτοις) καὶ τὸ μηδὲν ἄν διαγράφεται στρογγύλον, ὡς ἄφωνον στόμα ἀνοικτόν, πάντα, μὰ πάντα, ἡ σιγὴ καὶ τὰ ἀνεκτέλεστα ὅλα, θὰ περιέχουν ἕν μέγα μυστήριον γιομάτο, ἕνα μυστήριον ὑπερπλῆρες, χωρὶς κενὰ καὶ δίχως ἀπουσίαν, ἕν μέγα μυστήριον (ὡς τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς έν τάφω) – τὸ φανερὸν, τὸ τηλαυγές, τὸ πλῆρες μυστήριον τῆς ὑπάρξεως τῆς ζωῆς, Ἄλφα-Ὠμέγα."

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος, 6η έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 7.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

"Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια!"

"Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!..... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια..."

Claude Monet, The Magpie, 1868–1869. (Musée d' Orsay, Paris)
"Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
 Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

 Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια!"

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης,  απόσπασμα από το διήγημα Ο Έρωτας στα χιόνια
(από τα Άπαντα, τόμος Γ΄, κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Δόμος 1989)

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

" Sento in seno ch'in pioggia di lagrime "

"Sento in seno ch'in pioggia di lagrime
si dilegua il tradito mio cor.

Ma mio core tralascia di piangere.
ch'il tuo pianto non scema il dolor."

Antonio Vivaldi, άρια " Sento in seno ch'in pioggia di lagrime "
από την όπερα " Il Giustino ", 1724
(by Philippe Jaroussky)

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

"A dream?"


"A dream? what is a dream? And is our life not a dream?" 
Ναι, ναι, στο τέλος, τους διέφθειρα όλους! Πώς έγινε αυτό; — δεν ξέρω, μα το θυμάμαι πολύ καλά. Το όνειρό μου που διέσχισα χιλιάδες χρόνια, έχει αφήσει μέσα μου ένα αίσθημα συνεχείας∙ το μόνο που ξέρω, είναι πως εγώ ήμουν η αιτία του πρώτου αμαρτήματος. Σα μολυσματική αρρώστια, σαν ένα μόριο χολέρας που μπορεί να μολύνει ολόκληρη αυτοκρατορία, έτσι και ‘γώ μόλυνα με την παρουσία μου την γη της ευτυχίας που ως τα τότες ήτανε αθώα. Μάθανε να λένε ψέματα και τους άρεσε το ψέμα, και μάθανε την ομορφιά του ψέματος. Ίσως, όλ' αυτά ν' αρέσανε πολύ αθώα, για τ' αστεία, από απλή φιλαρέσκεια, σαν ένα ευχάριστο παιχνίδι, κι ίσως πραγματικά εξ αιτίας κάποιου μορίου, μα αυτό το μόριο εισχώρησε μεσ' στην καρδιά τους και τους φάνηκε ευχάριστο. Ύστερα από λίγο, γεννήθηκε κι η ηδυπάθεια, η ηδυπάθεια γέννησε τη ζηλοτυπία, η ζηλοτυπία τη σκληρότητα... Α, δεν ξέρω, δε θυμάμαι, μα σε λίγο, πολύ γρήγορα, χύθηκε το πρώτο αίμα: αυτό τους κατέπληξε, τους τρόμαξε, κι άρχισαν ν' απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο, και να χωρίζονται. Σχηματίστηκαν συμμαχίες, μα εναντίον των άλλων. Ακούστηκαν μομφές και κατηγορίες. Μάθανε τ' είναι ντροπή, και κάνανε αρετή τη ντροπή. Τους γεννήθηκε μέσα τους το αίσθημα της τιμής, και κάθε συμμαχία ύψωσε πάνω της το λάβαρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα, και τα ζώα φύγανε από κοντά τους για να κρυφτούνε μεσ' στα δάση και τους εχθρεύτηκαν. Άρχισε ένας αιώνας αγώνων για την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό, την προσωπικότητα, τη διάκριση του δικού μου και του δικού σου. Αρχίσανε να μιλούνε διαφορετικές γλώσσες. Μάθανε τη θλίψη κι αγαπήσανε τη θλίψη. Ποθήσανε την οδύνη κι είπανε πως μόνο με την οδύνη αποκτιέται η αλήθεια. Κι έκανε την εμφάνισή της η επιστήμη. Σα γίνανε κακοί, τότες αρχίσανε να μιλάνε για την αδελφοσύνη και τον ανθρωπισμό, και τότες καταλάβανε αυτές τις ιδέες. Σαν γίνανε εγκληματίες, τότες επινοήσανε τη δικαιοσύνη και θεσπίσανε πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν, κι ύστερα, για να εξασφαλίσουν το σεβασμό γι' αυτούς τους κώδικες, θεσπίσανε τη.  λαιμητόμο. Τώρα πια, πολύ αμυδρά θυμούνταν αυτά που είχανε χάσει, και μάλιστα δε θέλανε να πιστέψουνε πως άλλοτε ήτανε αθώοι κι ευτυχισμένοι. Κοροϊδεύαν αδιάκοπα το ότι μπορεί παλιότερα να ήταν ευτυχισμένοι, και λέγανε πως ήταν όνειρο. Και μάλιστα δεν μπορούσαν να το φανταστούν αισθητά ή εικονικά, κι όμως, τι θαυμαστό και παράξενο πράγμα! μ' όλο που είχαν χάσει την πίστη τους στη παλιά τους ευτυχία, μ' όλο που λέγανε πως ήτανε παραμύθι για μωρά παιδιά, ωστόσο, τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξανακατακτήσουν την αθωότητα και την ευτυχία, που γονατίσανε μπροστά στους πόθους της καρδιάς τους, χτίσανε ναούς και προσεύχονταν στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, μ' όλο που ξέρανε πως ήταν απραγματοποίητη, μα δεν παύανε να τη λατρεύουν με προσευχές και δάκρυα. Κι όμως, αν μπορούσαν να ξαναγυρίσουν σ' αυτή την κατάσταση της αθωότητας και της ευτυχίας που είχανε χάσει, κι αν τους έδειχναν αμυδρά και τους ρωτούσαν αν πραγματικά θέλανε να ξαναγυρίσουν — σίγουρα θ' αρνιόνταν. Σ' αυτό μου απαντούσαν: «Είμαστε ψεύτες, κακοί και άδικοι∙ έστω∙ το ξέρουμε, κλαίμε κι υποφέρουμε γι' αυτό και επιβάλλουμε στους εαυτούς μας μαρτύρια και τιμωρίες χειρότερες ίσως από κείνες που θα μας επιβάλει ο Φιλεύσπλαχνος Κριτής σα μας δικάσει, και που ούτε τ' όνομά του δεν ξέρουμε. Μα έχομε την επιστήμη και χάρη σ' αυτήν θα ξαναβρούμε την αλήθεια, και τότες θα την αποδεχτούμε συνειδητά. Η γνώση είναι ανώτερη απ' το συναίσθημα, κι η συνείδηση της ζωής ανώτερη απ' τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους και η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι πάνω από την ευτυχία.» Αυτά λέγανε και, ύστερα από κάτι τέτοια λόγια, ο καθένας ξανάρχιζε ν' αγαπάει τον εαυτό του με ολοένα πιο εγωιστική αγάπη, γιατί θα τους ήταν αδύνατο να κάνουν διαφορετικά. Και τότε, ο καθένας τους αγαπούσε τόσο ζηλότυπα την προσωπικότητά του που προσπαθούσε να εξευτελίσει και να ταπεινώσει με κάθε μέσο την προσωπικότητα των άλλων∙ ήτανε ζήτημα ζωής. Εμφανίστηκε η δουλεία, και μάλιστα και η εθελοδουλεία. Οι αδύνατοι υποτάχθηκαν πρόθυμα στους ισχυρότερους, φτάνει αυτοί να τους βοηθούσαν να συντρίψουν τους πιο αδύνατους απ' αυτούς. Εμφανίστηκαν και οι δίκαιοι, που ήρθαν σ' αυτούς τους ανθρώπους για να τους μιλήσουν, θρηνώντας για την αλαζονεία τους και κατηγορώντας τους που έχασαν το μέτρο και την αρμονία, που χάσανε την αιδημοσύνη τους. Μα τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν. Το αίμα των αγίων έτρεξε πάνω στα προαύλια των ναών. Εξ άλλου, ήρθαν κι άλλοι που σκέφτηκαν ν' αποκαταστήσουν την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους σε τρόπο που, χωρίς ο καθένας να παύει να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τον πλησίον του, να μην αποτελεί ωστόσο εμπόδιο και ενόχληση για τους άλλους και όλοι μαζί να σχηματίσουν ένα είδος κοινωνίας όπου να ζούσανε μονιασμένοι. Μακρόχρονοι πόλεμοι υποδαυλίστηκαν για να επιβληθεί αυτή η αρχή. Οι μαχητές δεν πιστεύανε λιγότερο σταθερά πως η επιστήμη, η σοφία και το συναίσθημα της προσωπικής ασφάλειας θα αναγκάζανε επιτέλους τους ανθρώπους να συμφωνήσουν για τις βάσεις μιας λογικής κοινωνίας και γι' αυτό, στο μεταξύ, για να επισπεύσουν τα πράγματα, οι «πούροι» προσπαθούσαν να απαλλαγούν απ' όλους όσοι δεν ήτανε πούροι και δεν καταλάβαιναν την ιδέα τους, για να μην εμποδίζουν το θρίαμβό τους. Μα γρήγορα εξασθένισε το συναίσθημα της προσωπικής αυτοσυντήρησης, κι ανέβηκαν οι αλαζόνες κι οι φιλήδονοι που απαιτούσαν όλα, ή τίποτα. Και για ν' αποκτήσουν αυτά τα όλα, χρειάστηκε να καταφύγουν στην αγριότητα, κι όταν δεν πετύχαιναν, στην αυτοκτονία. Έγιναν θρησκείες για τη λατρεία της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής, εν ονόματι της αιώνιας γαλήνης στους κόλπους του μηδενός. Τελικά, αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν από τον χωρίς νόημα μόχθο και τα πρόσωπά τους πήρανε τα στίγματα της οδύνης∙ έτσι, αυτοί οι άνθρωποι διακήρυξαν πως η οδύνη, είναι ομορφιά, αφού μόνο απ' την οδύνη υπάρχει η σκέψη, άρχισαν να υμνούν την οδύνη στα τραγούδια τους. Εγώ τριγύριζα απελπισμένος ανάμεσά τους κι έκλαιγα γι' αυτούς, μα τώρα τους αγαπούσα ίσως περισσότερο από πριν, τότε που τα πρόσωπά τους δεν είχανε γνωρίσει την οδύνη και ήτανε αθώα και τόσο ωραία. Ξανάρχισα ν' αγαπάω τη βρώμικη γης τους πιο πολύ από τότες που ήτανε παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί ήρθε ο πόνος. Αλλοίμονο, πάντα μου αγάπησα τον πόνο και τη θλίψη, μα μόνο για μένα, κι έκλαψα για κείνους και τους λυπόμουν. Άπλωνα τα χέρια μου σ' αυτούς και κατηγορούσα τον εαυτό μου μέσ' στην απελπισία μου και περιφρονούσα τον εαυτό μου. Τους είπα πως εγώ τα είχα κάνει όλ' αυτά, εγώ και μόνο, πως εγώ τους είχα φέρει τη διαφθορά, τη πανούκλα και το ψέμα! Τους παρακάλεσα να με σταυρώσουν, και τους είπα πως να φτιάξουν το σταυρό. Δεν μπορούσα, δεν είχα τη δύναμη να σκοτωθώ, μα ήθελα να πάρω πάνω μου όλους τους πόνους, ποθούσα την οδύνη και ποθούσα να χύσω μέσα σ' αυτή την οδύνη ακόμα και την τελευταία ρανίδα απ' το αίμα μου. Μα εκείνοι καγχάζανε, και στο τέλος με πήρανε για τρελό μυστικιστή. Έτσι, αυτοί με δικαιολογούσανε και λέγανε πως απόκτησαν εκείνο που γυρεύανε, και πως δε μπορούσε παρά να γίνει αυτό που έγινε. Στο τέλος, μου δηλώσανε πως άρχισαν να με βρίσκουν επικίνδυνο και πως αν δε σώπαινα θα με κλείνανε στο φρενοκομείο. Και τότε η ψυχή μου πλημμύρισε από τόσο δυνατή θλίψη που σφίχτηκε η καρδιά μου, ένοιωσα πως θα πέθαινα, και τότε ∙∙∙ τότε ξύπνησα."
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, "Το όνειρο ενός γελοίου" (απόσπασμα)

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

"Γίνετε ήλιος και όλος ο κόσμος θα σας ιδεί"

Viktor Vasnetsov, Moving house, 1876
"Δε δίνω φράγκο", μουρμούρισε αηδιασμένα και περιφρονητικά ο Ρασκόλνικωφ, που δεν φαινότανε αποφασισμένος να μιλήσει. Έκανε και πάλι πως θα σηκωθεί, σα να ήθελε να φύγει, αλλά ξανακάθισε με ολοφάνερη απελπισία. 
"Δε δίνετε φράγκο! Είσαστε δύσπιστος και νομίζετε ότι προσπαθώ να σας καλοπιάσω κατά τρόπο χοντροειδή. Πόσο χρονών όμως είσαστε; Και τι καταλαβαίνετε απ' όλα αυτά τα πράγματα; Σκαρώσατε μια θεωρία και νιώθετε τώρα ντροπή γιατί πέσατε έξω και γιατί αποδείχτηκε ότι δεν είναι καθόλου πρωτότυπη στην πράξη. Το αποτέλεσμα ήτανε άσχημο, σεις όμως δεν είσαστε από τους ανεπανόρθωτα χαμένους παλιανθρώπους. Δεν είσαστε μάλιστα καθόλου παλιάνθρωπος. Φτάσατε στα άκρα, δίχως να βασανίσετε πολύ το μυαλό σας. Ξέρετε τί λέω για σας; Σας βλέπω σαν άνθρωπο που θα προτιμούσε να τον κάνουν κομμάτια, παρά να σκοτώσει, και που θα κοίταζε τον δήμιο του χαμογελώντας, φτάνει μονάχα να είχε βρει μια πίστη ή έναν θεό.
Βρέστε κάτι τέτοιο και θα ζήσετε! Πρώτα - πρώτα είναι καιρός πια ν' αλλάξετε αέρα. Ο πόνος επίσης είναι καλό πράγμα. Υποφέρετε λοιπόν. Ίσως να 'χει δίκιο ο Νικολάι που θέλει να υποφέρει. Ξέρω πως δεν πιστεύετε σε τίποτα, αλλά παρατήστε τις ψευτοφιλοσοφίες και δοθείτε στη ζωή με την ψυχή σας, δίχως να το ψιλοκοσκινίζετε. θα ιδείτε ότι θα σας βγάλει κατ' ευθείαν στον γιαλό και θα μπορέσετε να μείνετε όρθιος. Ποιος είναι ο γιαλός; Δεν ξέρω. Πιστεύω μόνο ότι έχετε μπροστά σας πολλά χρόνια ακόμα. Τώρα, ακούτε αυτά που σας λέω σαν κατήχηση που την έμαθα απ' έξω, ίσως όμως να τα ξαναθυμηθείτε αργότερα και μπορεί να σας φανούν τότε χρήσιμα. Γι' αυτό σας τα λέω. Κι ακόμα, είναι ευτύχημα που η σκοτωμένη ήτανε μια κακιά γριά. Αν σας ερχότανε στο μυαλό καμμιά άλλη θεωρία, μπορεί να κάνατε κάτι άλλο, εκατομμύρια φορές χειρότερο... Ίσως θα πρέπει να λέτε δόξα σοι ο θεός. Δεν ξέρετε. Μπορεί ο θεός να σας φυλάει για κάποιον λόγο. Κάνετε κουράγιο και μη φοβόσαστε. Σας φοβίζει η μεγάλη δοκιμασία που θ' αντιμετωπίσετε; Είναι ντροπή να 'χετε τέτοιον φόβο. Αφού κάνατε το μεγάλο βήμα, δε μπορείτε να γυρίσετε πίσω. Υπάρχει εδώ ένα ζήτημα δικαιοσύνης. Κάνετε αυτό που απαιτεί η δικαιοσύνη. Το ξέρω πως δε με πιστεύετε σήμερα, μαρτυράς μου όμως ο θεός ότι η ζωή θα νικήσει. Σεις ο ίδιος θα ξαναρχίσετε ύστερα να την αγαπάτε. Σήμερα σας λείπει αέρας, χρειαζόσαστε αέρα, αέρα!".
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, από  «Έγκλημα και τιμωρία»