Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

"Τα αποδημητικά πουλιά... πετάνε, όλο πετάνε..."

Pablo Picasso, Two friends, 1904
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Έλα δω, νenez ici. (Η Ειρήνα πηγαίνει, κάθεται κοντά του στο τραπέζι) Δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα! (Η Ειρήνα απλώνει τα χαρτιά για πασιέντσα)
ΒΕΡΣININ: Λοιπόν, μια και δε μας φέρνουν τσάι, ας φιλoσoφήσουμε λιγάκι.
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ελάτε... Για τι ζήτημα θα μιλήσoυμε;
ΒΕΡΣININ; Για τι ζήτημα; Ας oνειρoπoλήσoυμε, λόγου χάρη, για αυτό που θα 'ρθει ύστερα από μας. Ύστερα από διακόσια-τριακόσια χρόνια.
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Λοιπόν, ύστερ' από μας, οι άνθρωποι θα πετούν με αερόστατο, θα 'χουν αλλάξει τη μόδα στα σακάκια τους, θ' ανακαλύψουν ίσως την έκτη αίσθηση και θα την καλλιεργήσουν, όμως η ζωή θα μένει πάντα ίδια, δύσκολη, γεμάτη μυστήριο και ευτυχία. Ακόμα και σε χίλια χρόνια ο άνθρωπος θ' αναστενάζει όπως και τώρα. «Αχ, τι δύσκολη που είναι η ζωή!» Και ακριβώς όπως τώρα, θα φοβάται το θάνατο και δε θα τον επιθυμεί.
ΒΕΡΣININ, ύστερ' από ολιγόλεπτο στοχασμό: Ε, λοιπόν, δεν ξέρω. Εγώ νομίζω πως όλα πάνω στη γη πρόκειται ν' αλλάξουν, σιγά σιγά, και μάλιστα άρχισαν κιόλας ν' αλλάζουν μπρος στα μάτια μας. Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια, μπορεί και σε χίλια χρόνια -ο χρόνος δεν έχει σημασία- μια νέα, μια ευτυχισμένη, ζωή θα προβάλει. Εμείς φυσικά δε θα την προφτάσουμε αυτή τη ζωή, όμως γι' αυτήν ζούμε σήμερα, γι' αυτήν δουλεύουμε, ναι, ναι, γι' αυτήν υποφέρουμε -τη δημιουργούμε! Και μονάχα σ' αυτό βρίσκεται ο σκοπός της ύπαρξής μας και η ευτυχία μας, αν αγαπάτε! (Η Μάσσα γελάει σιγά)
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Γιατί γελάτε;
ΜΑΣΣΑ: Δεν ξέρω. Σήμερα όλη μέρα γελάω.
ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Σπούδασα στην ίδια σχολή που σπουδάσατε κι εσείς, δεν πήγα στη Στpατιωτική Ακαδημία. Διαβάζω πάρα πoλύ, όμως δεν ξέρω να διαλέγω τα βιβλία μου και συχνά διαβάζω πράγματα που δε χρειάζονται. Κι όμως, όσο περισσότερο ζω, τόσα περισσότερα θέλω να μαθαίνω. Τα μαλλιά μου ασπρίζουν, κοντευω να γεράσω, κι όμως ξέρω τόσο λίγα, ω, τόσο λίγα! Μου φαίνεται ωστόσο πως το πιο σπουδαίο, το πιο ουσιαστικό το ξέρω - το ξέρω καλά. Πόσο θα 'θελα να σας αποδείξω πως ευτυχία δεν υπάρχει για μας, δεν μπορεί να υπάρξει και δε θα υπάρξει ποτέ... 'Εχουμε χρέος μονάχα να δουλέψουμε, να δουλέψουμε! Όσο για την ευτυχία, αυτή είναι μια κληρονομιά για τους μακρινούς απογόνους μας. (Παύση) Αν εγώ δεν τη γνωρίσω, τουλάχιστο θα τη γνωρίσουν οι απόγονοι των απογόνων μου. (Ο Φεντότικ και ο Ροντέ παρουσιάζονται μέσα στη σάλα. Κάθονται και σιγοτραγουδούν παίζοντας κιθάρα).
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ώστε, κατά τη γνώμη σας, δεν πρέπει ούτε να ονειρευόμαστε την ευτυχία; Κι αν εγώ είμαι ευτυχισμένος;
ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Όχι!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ, ανοίγει τα χέρια του γελώντας: Ε, είναι φανερό πως δεν καταλαβαινόμαστε! Μα πώς να σας πείσω; (Η Μάσσα γελάει σιγανά)
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ, τη δείχνει με το δάχτυλο: Γελάτε, ε; (Στον Βερσίνιν) 'Όχι μόνον έπειτα από διακόσια-τριακόσια χρόνια, αλλά κι έπειτα από ένα εκατομμύριο χρόνια, η ζωή θα είναι ακριβώς η ίδια, όπως ήτανε πάντα. Η ζωή δεν αλλάζει. Μένει αμετάβλητη, ακολουθώντας δικούς της νόμους, τους οποίους εμείς δεν ξέρουμε και ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Τα αποδημητικά πουλιά, οι γερανοί, λόγου χάρη, πετάνε κι όλο πετάνε. Κι οποιεσδήποτε σκέψεις ανώτερες ή κατώτερες κι αν στριφογυρίζουν στα κεφάλια τους, θα εξακολουθούν πάντα να πετάνε, δίχως να ξέρουνε το που και το γιατί πετάνε και θα πετάνε, όσοι φιλόσοφοι κι αν ξεφυτρώσουν ανάμεσά τους. Ας φιλοσοφούν αυτοί όσο θέλουνε, φτάνει μονάχα να πετάνε...
ΜΑΣΣΑ: Κι όμως η ζωή έχει κάποιο νόημα!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Nόημα; Ορίστε: χιονίζει. Τι νόημα υπάρχει σ' αυτό;
ΜΑΣΣΑ: Θαρρώ πως ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύει και ν' αναζητά κάποια πίστη, αλλιώς η ζωή του είναι άδεια, ολότελα άδεια. Να ζεις και να μην ξέρεις γιατί πετούν οι γερανοί, γιατί γεννιούνται τα παιδιά, γιατί υπάρχουν άστρα στον ουρανό! Πρέπει κανείς να ξέρει γιατί ζει, αλλιώς είναι όλα κουταμάρες, χαμένος καιρός. (Παύση)
ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Έπειτα, λυπάται κανείς που φεύγουν τα νιάτα.
ΜΑΣΣΑ: Ο Γκόγκολ λέει κάπου: «Βαριά η ζωή σ' αυτό τον κόσμο, κύριοι»
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κι εγώ λέω: Είναι δύσκολο να συνεννοηθεί κανείς μαζί σας, κύριοι! Άει στο καλό!

Άντον Τσέχωφ, "Οι τρεις αδερφές" (απόσπασμα)

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

"... τρεις βαθμοί κάτω απ' το μηδέν, κι όμως οι βυσσινιές είναι ολάνθιστες"

Natasha Milashevich, "Flora" (λεπτομέρεια)
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Η ανθρωπότητα προχωράει μπροστά, τελειοποιώντας τις δυνάμεις της. ‘Ολα όσα τής είναι σήμερα απρόσιτα και ακατανόητα κάποια μέρα θα τα πλησιάσει, θα τα φθάσει, θα τα καταλάβει. Μόνο που πρέπει κανείς να δουλέψει, να βοηθήσει μ' όλες του τις δυνάμεις εκείνους που αναζητούν την αλήθεια. Εδώ στη Ρωσία, λίγοι εργάζονται πραγματικά. Οι περισσότεροι διανοούμενοι που ξέρω δεν αναζητούν τίποτα, δεν κάνουν τίποτα κι είναι ανίκανοι να κοπιάσουν, να δημιουργήσουν. Λένε τους εαυτούς τους διανοούμενους αλλά στους υπηρέτες μιλάνε ελεεινά, φέρνονται στους μουζίκους σα νάταν ζώα, μορφώνονται ελάχιστα, δε διαβάζουν τίποτα στα σοβαρά, για τις επιστήμες μονάχα συζητάνε και από τέχνη δεν έχουν ιδέα. Κι όμως, είν' όλοι τους σοβαροί, έχουν πρόσωπα αυστηρά, μιλάνε μόνο για σημαντικά πράγματα, φιλοσοφούν. Και την ίδια ώρα οι εργάτες τρώνε μπρος στα μάτια τους φαΐ ελεεινό, κοιμούνται χάμω, τριάντα, σαράντα σ' ένα δωμάτιο, γεμάτο κοριούς, παντού βρώμα, υγρασία, ηθική ακαθαρσία... Και είναι φανερό ότι όλες οι σπουδαίες συζητήσεις μας γίνονται μονάχα για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια τα δικά μας και των άλλων. Δείξτε μου πού έχουμε νηπιαγωγεία που μιλάνε τόσο πολύ γι' αυτά, πού είναι τ' αναγνωστήρια; Μόνο στα μυθιστορήματα γράφουν γι' αυτά, μα στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πουθενά. Υπάρχει μόνο βρώμα, ανηθικότητα, ασιατική βαρβαρότητα... Εγώ τις φοβάμαι και τις σιχαίνομαι τις σοβαρές φυσιογνωμίες, φοβάμαι τις σοβαρές συζητήσεις. Καλύτερα να σωπαίνει κανείς!
ΛΟΠΑΧΙΝ: Εγώ σηκώνομαι στις πέντε το πρωί και δουλεύω απ' το πρωί ως το βράδυ, έχω πάντοτε στα χέρια μου λεφτά, δικά μου και ξένα, και βλέπω τί ανθρώπους έχω γύρω μου. Φτάνει να βάλεις μπρος μια δουλειά και θα καταλάβεις αμέσως πόσο λίγοι είναι οι τίμιοι και ηθικοί άνθρωποι. Είναι φορές που όταν δε με παίρνει ύπνος σκέφτομαι: “Θε μου, μας έδωσες απέραντα δάση, ατέλειωτους κάμπους, πλατείς ορίζοντες και ζώντας εδώ πέρα θάπρεπε να γίνουμε και μεις γίγαντες...”
ΛΙΟΥΜΠΑ: Τί τους θέλετε τώρα τους γίγαντες; Μόνο στα παραμύθια είναι καλοί... Στη ζωή σε τρομάζουν. (περνάει ο Επιχόντωφ παίζοντας κιθάρα) Να κι ο Επιχόντωφ.
ΑΝΙΑ: ‘Ερχεται ο Επιχόντωφ.
ΓΚΑΓΕΦ: Ο ήλιος βασίλεψε, κυρίες και κύριοι.
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Ναι.
ΓΚΑΓΕΦ: Ω φύση πανέμορφη, λάμπεις με λάμψη αιώνια, ωραία κι απαθής, εσύ που σε λέμε μητέρα μας, κλείνεις μέσα σου την ύπαρξη και το θάνατο, δίνεις ζωή και καταστρέφεις...
ΒΑΡΙΑ: Θείε!
ΑΝΙΑ: Πάλι άρχισες θείε!
ΤΡΟΦΙΜΩΦ: Καλύτερα να βάλετε την κίτρινη στη μέση...
ΓΚΑΓΕΦ: Σωπαίνω, σωπαίνω. (ακούγεται ένας παράξενος ήχος)
ΛΙΟΥΜΠΑ: Τι ήταν αυτό;
ΛΟΠΑΧΙΝ: Δεν ξέρω. Κάπου μακριά στα ορυχεία θα έσπασε το συρματόσκοινο. Κάπου πολύ μακριά.

Άντον Τσέχωφ, Ο βυσσινόκηπος, (αποσπ. από τη Β' πράξη)

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

"Πώς ονειρεύεται ο θάνατος; "

"For in that sleep of death what dreams may come..."
Eugène Delacroix, The "gravedigger scene", 1839
Να ζεις. Να μη ζεις. Αυτή είναι η ερώτηση.
Τι συμφέρει στον άνθρωπο
Να πάσχει· να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές
από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος
Ή να επαναστατεί. Να αντισταθεί
στην ατέλειωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων
Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς. Αυτό είναι όλο
Να κοιμηθείς και να κοιμηθούν
όλοι οι πόνοι που από αυτούς είσαι πλασμένος
Να μην ξυπνήσουν πια ποτέ. Αυτόν τον ύπνο
να εύχεσαι για σένα. Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς
Κι αν στον ύπνο σου έρθει ένα όνειρο;
Τι θα είναι αυτό το όνειρο; Μετά τον αιώνα του σώματος,
ποιος ύπνος αναλαμβάνει τα όνειρα; Πώς ονειρεύεται
ο θάνατος; Σε πιάνει φόβος· αργείς
και ζεις. Και η πανωλεθρία διαρκεί ζώντας
από τη ζωή σου. Τελείωσε τον κόσμο εσύ
Τέλειωσε την ζωή σου. Αυτήν την στιγμή. Τώρα. Μ’ ένα μαχαίρι.

Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο
Να τον αδικεί ο ισχυρός, να τον συντρίβει ο επηρμένος,
να ερωτεύεται, να εκλιπαρεί τον αδιάφορο, να ανέχεται
την ύβρι της εξουσίας, τη νύστα του νόμου
Να νικά ο ανάξιος τον άξιο. Που η αξία του η ίδια
Τον έχει από πριν νικήσει. Ποιος θα άντεχε
να κουβαλάει το ασήκωτο βάρος της ζωής, να σέρνεται,
να ερημώνει· να στραγγίζει ιδρώτας η ψυχή του
αν δεν ήταν ο τρόμος. Γι’ αυτό που στέκεται εκεί
Εκεί που αρχίζει ο θάνατος. Σ’ αυτήν την άγνωστη γη
Που σε κανέναν ορίζοντα μακριά κανείς. Ποτέ δεν είδε
Κι εκείνοι που ξεκίνησαν και φύγαν· ποτέ
δεν ξαναφανήκαν στην πύλη. Ο φόβος
ταράζει την θέληση και θέλεις
να είναι ο εχθρός σου γνώριμος παρά να δεις
να έρχεται καταπάνω σου το αγνώριστο. Η συνείδηση
μας κάνει όλους δειλούς. Η φύση δεν της έδωσε
μια λειτουργία θανάτου· δεν έχει όργανο για το άγνωστο
Άστραψε η απόφαση κι αμέσως την σβήνει την θαμπώνει
Η υγρασία της σκέψης. Και τα έργα τα μεγάλα
Που γι’ αυτά γεννήθηκες. Μονάχα γι’ αυτά γεννήθηκες
Δεν τα τολμάς. Θρύβουν· χάνονται
Ποτέ δεν θα ονομαστούν πράξεις.

Σαίξπηρ, Άμλετ3η πράξη, 1η σκηνή
(Μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Κέδρος 1988)

London Symphony Orchestra

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

"A traveler! ...rich eyes and poor hands"

Απόσπασμα από την κωμωδία του Shakespeare «As You Like It».
Από το διάλογο του Jacques (μελαγχολικός λόρδος) και της Rosalind (κόρη του δούκα).
Study for 'The Lady Clare' - John William Waterhouse
JAQUES
I prithee, pretty youth, let me be better acquainted
with thee.
ROSALIND
They say you are a melancholy fellow.
JAQUES
I am so; I do love it better than laughing.
ROSALIND
Those that are in extremity of either are abominable
fellows and betray themselves to every modern
censure worse than drunkards.
JAQUES
Why, 'its good to be sad and say nothing.
ROSALIND
Why then, 'its good to be a post.
JAQUES
I have neither the scholar's melancholy, which is
emulation, nor the musician's, which is fantastical,
nor the courtier's, which is proud, nor the
soldier's, which is ambitious, nor the lawyer's,
which is politic, nor the lady's, which is nice, nor
the lover's, which is all these: but it is a
melancholy of mine own, compounded of many simples,
extracted from many objects, and indeed the sundry's
contemplation of my travels, in which my often
rumination wraps me m a most humorous sadness.
ROSALIND
A traveler! By my faith, you have great reason to
be sad: I fear you have sold your own lands to see
other men's; then, to have seen much and to have
nothing, is to have rich eyes and poor hands.
JAQUES
Yes, I have gained my experience.
ROSALIND
And your experience makes you sad: I had rather have
a fool to make me merry than experience to make me
sad; and to travel for it too!

Σαίξπηρ, "Όπως αγαπάτε"Όπως σας αρέσει),4η Πράξη,1η σκηνή

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

...εδώ και κει κάτω από τ' άστρα... *!

"Κοιμούνται πάνω στον άνεμο και ποτέ δεν ακουμπούν αυτή τη γη, παρά μόνο μια φορά όταν πεθάνουν. " 
Subjective Freedom I, by Flora Borsi
"ΒΑΛ: Ξέρεις πως υπάρχει ένα είδος πουλιών που δεν έχουν πόδια κι έτσι δεν μπορούν να σταθούν πουθενά και πρέπει να στηρίζονται σ' όλη τους τη ζωή στα φτερά τους στον ουρανό; Αλήθεια είναι. Είδα ένα κάποτε, είχε πεθάνει κι είχε πέσει στη γη κι είχε γαλάζιο χρώμα και σώμα μικρούλικο σαν το μικρό σου δαχτυλάκι, αυτή ειν' η αλήθεια, είχε ένα τοσοδούλικο σωματάκι σαν το μικρό σου δάχτυλο και τόσο ελαφρύ στην παλάμη του χεριού σου που δε ζύγιζε πάνω από 'να πούπουλο, κι είχε τα φτερά διάπλατα ανοιγμένα, και διάφανα στο χρώμα τ' ουρανού και μπορούσες να δεις μέσ' απ' αυτά. Αυτό είναι που λένε χρωματική κάλυψη. Καμουφλάζ, το λένε. Είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις αυτά τα πουλιά από τον ουρανό και γι' αυτό τα γεράκια δεν μπορούν να τ' αρπάξουν, δεν τα διακρίνουν εκεί στα γαλάζια ύψη τ' ουρανού, κοντά στον ήλιο!
ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ: Κι όταν έχει συννεφιά;
ΒΑΛ: Πετάνε τόσο ψηλά που τ' αναθεματισμένα γεράκια θα ζαλίζονταν. Κι αυτά τα μικρά πουλιά, δεν έχουν πόδια καθόλου και ζουν όλη τους τη ζωή πάνω στα φτερά τους κοιμούνται πάνω στον άνεμο, και άκου πώς κοιμούνται τη νύχτα. Ανοίγουν διάπλατα τα φτερά τους και κοιμούνται πάνω στον άνεμο, όπως τ' άλλα πουλιά διπλώνουν τα φτερά τους και κοιμούνται πάνω σ' ένα δέντρο... (Ακούγεται μουσική) Κοιμούνται πάνω στον άνεμο και... (Τα μάτια του θολώνουν και μαλακώνουν, παίρνει την κιθάρα του και συνοδεύει την πολύ χαμηλή μουσική) ποτέ δεν ακουμπούν αυτή τη γη, παρά μόνο μια φορά όταν πεθάνουν.
ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ: Θα 'θελα να 'μουν ένα απ' αυτά τα πουλιά.
ΒΑΛ: Κι εγώ θα 'θελα να 'μουν· πολλοί θα 'θελαν να 'ναι ένα από κείνα τα πουλιά και ποτέ να μην είχαν φθαρεί!
ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ: Αν κανένα από κείνα τα πουλιά πέθαινε κι έπεφτε στη γη, και συ τύχαινε να το βρεις, θα 'θελα να μου το 'δειχνες γιατί φοβάμαι πως ίσως μόνο στη φαντασία σου υπάρχει πουλί τέτοιου είδους. Γιατί δε νομίζω να 'χει υπάρξει ποτέ ζωντανή ύπαρξη τόσο ελεύθερη, ούτε κατά διάνοια. Δείξε μου ένα από αυτά τα πουλιά και θα πω: Ναι, ο Θεός δημιούργησε, ένα τέλειο πλάσμα! Να 'σαι σίγουρος ότι θα 'δινα αυτό το εμπορικό και κάθε κομματάκι του στοκ μέσα εδώ για να γίνω αυτό το μια σταλιά πουλάκι στο χρώμα τ' ουρανού... για μια νύχτα να ξαπλώσω πάνω στον άνεμο και να πλέω! εδώ και κει κάτω από τ' άστρα... "
Tennessee Williams, "Ορφέας στον Άδη


Paul McCartney, Jenny Wren

Το τραγούδι Jenny Wren κυκλοφόρησε το 2005. Θυμίζει την ηρωίδα στο μυθιστόρημα «Our Mutual Friend» του Charles Dickens που έχει και το ίδιο όνομα.Το σόλο του τραγουδιού παίζεται με ένα παραδοσιακό μουσικό όργανο (ξύλινο πνευστό) της Αρμενίας, το  duduk.   (περισσότερα)

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Ζωή γλυκιά σαν χάδι

Zinaida Serebriakova (Russian, 1884-1967), Self-portrait wearing a scarf, 1911
Ο «Θείος Βάνιας»,το κλασικό αριστούργημα του Άντον Τσέχοφ, είναι ένα έργο βαθιά ποιητικό και ανθρώπινο, όπου η ζωή "σχοινοβατεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία". Καταγγέλλει τον εγωισμό, την αλαζονεία και τη σκληρότητα της άρχουσας τάξης ενώ παράλληλα δείχνει συμπόνια για τους αφανείς ήρωες της ζωής. Βρισκόμαστε στην τελευταία σκηνή, όπου οι δυο ήρωες, θείος και ανιψιά, συζητούν για το μέλλον.

ΒΟΪΝΙΤΣΚΙ, στη Σόνια χαϊδεύοντας τα μαλλιά της: Παιδί μου, πόσο πονάω! Αχ, αν  ξερες μονάχα πόσο πονάω!
ΣΟΝΙΑ: Τι να κάνουμε θείε; Πρέπει να ζήσουμε! (Παύση.) Θα ζήσουμε, θείε Βάνια! Θα ζήσουμε πολλές πολλές μέρες αράδα κι ατέλειωτα βράδια. Θα υποφέρουμε υπομονετικά τις δοκιμασίες που μας στέλνει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γερατειά μας – χωρίς ξεκούραση. Κι όταν έρθει η ώρα μας, θα πεθάνουμε ήσυχα ήσυχα, χωρίς κανένα παράπονο. Κι εκεί, πέρα απ’ τον τάφο μας, θα πούμε πως υποφέραμε, πως κλάψαμε, πως η ζωή μας πίκρανε, κι ο θεός θα μας σπλαχνιστεί. Και τότε κι εγώ κι εσύ, θείε μου αγαπημένε, θα δούμε τη ζωή φωτεινή, χαρούμενη, ωραία. Θα χαιρόμαστε τότε και θα κοιτάζουμε πίσω τα τωρινά μας  βάσανα και τις πίκρες με καλοσύνη, με χαμόγελο – και θ’ αναπαυτούμε. Πιστεύω, θείε μου. Πιστεύω θερμά, με πάθος! (Γονατίζει μπροστά του και βάζει το κεφάλι της στα χέρια του. Με κουρασμένη φωνή.) Θ’ αναπαυτούμε!
(Ο Τελιέγκιν παίζει σιγανά κιθάρα.)
ΣΟΝΙΑ: Θ’ αναπαυτούμε! Θ’ ακούμε τους αγγέλους. Θα δούμε όλο τον ουρανό φωτισμένο με αστέρια σαν διαμάντια. Θα δούμε πως όλη μας η κακία εδώ κάτω στη γη, όλα μας τα πάθη, όλοι μας οι πόνοι, θ’ αφανιστούνε μέσα στο έλεος που θα πλημμυρίσει όλο τον κόσμο. Και η ζωή μας θα γίνει ήρεμη, τρυφερή, γλυκιά, σαν χάδι…Πιστεύω!... Πιστεύω!...
(Σκουπίζει τα δάκρυά του με το μαντίλι της.)
Φτωχέ μου, θείε Βάνια, κλαις… (Μεσ’ απ’ τα δάκρυά της) Δε γνώρισες στη ζωή σου χαρές. Όμως περίμενε, θείε Βάνια, περίμενε… Θ’ αναπαυτούμε. (Τον αγκαλιάζει.) Θ’ αναπαυτούμε!...
(Ο φύλακας κτυπάει.)
(Ο Τελιέγκιν παίζει σιγανά. Η Μάρια Βασίλιεβνα γράφει σημειώσεις στο περιθώριο του βιβλίου της. Η Μαρίνα πλέκει κάλτσες.)
ΣΟΝΙΑ: Θ’ αναπαυτούμε!
ΑΥΛΑΙΑ
(κλείνει αργά)

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

"Εκπλήσσομαι με σας που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γη"

"Mirror", Oil on canvas by Tigran Tsitoghdzyan
(artistaday.com)
«"Απαίσιος άνθρωπος!" σκέφτηκεν ο τραπεζίτης. "Κοιμάται και στα όνειρά του ίσως βλέπει εκατομμύρια! Αρκεί να πάρω αυτό τον μισοπεθαμένο, να τονε πετάξω στο κρεβάτι και να τονε πνίξω απλά με το μαξιλάρι. Ακόμα κι η πιο ευσυνείδητη πραγματογνωμοσύνη δε πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου θανάτου. Αλλά για να δούμε τι γράφει εδώ..." 'Απλωσε το χέρι, πήρε από το τραπέζι το χαρτί και διάβασε τα εξής:
"Αύριο στις δώδεκα το μεσημέρι, παίρνω την ελευθερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους ξανά. Προτού όμως αφήσω τούτο το δωμάτιο και προτού δω τον ήλιο, θεωρώ αναγκαίο να σας πω λίγα λόγια. Με καθαρή τη συνείδηση μπρος στον Θεό που με βλέπει, σας δηλώνω πως περιφρονώ και την ελευθερία και τη ζωή και την υγεία κι όλα όσα ονομάζονται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου.
Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτικά τη ζωή. Είναι αλήθεια πως δεν είδα γη κι ανθρώπους, αλλά διαβάζοντας τα βιβλία σας, γεύτηκα το αρωματικό κρασί, τραγούδησα τραγούδια, κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα, αγάπησα γυναίκες... Αιθέριες καλλονές, πλασμένες με τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυία των ποιητών σας, μ' επισκέπτονταν τα βράδια σα πανάλαφρο νέφος και μου 'λεγαν ψιθυριστά, θαυμάσια παραμύθια, που μεθούσανε το νου μου. Μες από τα βιβλία σας σκαρφάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του Μονμπλάν, απ' όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο ν' ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον ουρανό και τις κορφές των βουνών με το πορφυρό του χρυσάφι. Από κει ψηλά, έβλεπα πως λάμπαν οι αστραπές, όταν πάνω από το κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα νέφη. Έβλεπα πράσινα δάση, λιβάδια, ποτάμια, λίμνες, πόλεις, άκουγα τις Σειρήνες να τραγουδάνε και τους βοσκούς να παίζουνε τις φλογέρες τους, ψηλάφιζα τα φτερά εξαίσιων διαβόλων που 'ρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για τον Θεό... Ριχνόμουν μες στην απύθμενην άβυσσο των βιβλίων σας, έκανα θαύματα, σκότωνα, έκαιγα πόλεις, έκανα κηρύγματα νέων θρησκειών, κατακτούσα ολάκερα βασίλεια...
  
Τα βιβλία σας μου δώσανε σοφία. Όλα τούτα που για αιώνες δημιουργούσεν η ακούραστη ανθρώπινη σκέψη, στριμωχτήκαν μες στο νου μου, σ' ένα μικρό σβώλο. Ξέρω πως είμαι πιο γνωστικός απ' όλους σας. Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά του κόσμου, περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία. Είν' όλα εφήμερα, ασήμαντα, πλασματικά κι απατηλά. Είναι αρρωστημένη φαντασία. Είστε σοφοί και περήφανοι, αλλά ο θάνατος θα σας εξαφανίσει από προσώπου γης, ακριβώς όπως θα κάνει και με τα ποντίκια, που 'ναι κάτω από το πάτωμα. Όσο για τους απογόνους σας, την ιστορία, την αθανασία των μεγαλοφυών ανθρώπων σας, θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα.
Έχετε χάσει τα λογικά σας και δε βαδίζετε στο σωστό δρόμο. Το ψέμα το δέχεστε σαν αλήθεια και την ασχήμια για ομορφιά. Θα σας έκανεν έκπληξη αν σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθηκών, στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγαλώνανε ξαφνικά αντί καρποί, βατράχια και σαύρες ή αν τα τριαντάφυλλα αρχίζανε ν' αναδίδουν μυρωδιά ιδρωμένων αλόγων. Εκπλήσσομαι λοιπόν, με σας που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γη. Δε θέλω να σας καταλάβω.
Για να σας αποδείξω στη πράξη τη περιφρόνησή μου σε κάτι με τ' οποίο εσείς ζείτε, αρνούμαι να πάρω τα δυο εκατομμύρια που κάποτε ονειρευόμουνα σα να 'ταν ο παράδεισος και που τώρα καταφρονώ. Για ν' αφαιρέσω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό, θα φύγω από δω πέντε ώρες πριν από τον προσυμφωνημένο χρόνο και με τον τρόπον αυτό, θα καταπατήσω τη συμφωνία".
Αφού τα διάβασεν αυτά ο τραπεζίτης, άφησε το χαρτί στο τραπέζι, φίλησε τον παράξενον αυτόν άνθρωπο στο κεφάλι, άρχισε να κλαίει και βγήκε από τη πτέρυγα.»

Άντον Τσέχωφ, αποσπ.«Το στοίχημα», Διηγήματα και Μονόπρακτα. Μια επιλογή, μετ. Β. Ντινόπουλος, Γ. Τσακνιάς, εκδ. Πατάκη

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Ιονέσκο, "Η φαλακρή τραγουδίστρια"

Diego Rivera, Two women
"Η φαλακρή τραγουδίστρια", Ευγένιος Ιονέσκο (Μονόπρακτη Κωμωδία - Γαλλία 1948)
Σκηνή 5η
Μαίρη (μόνη, απευθυνόμενη στο κοινό):

Η Ελίζαμπεθ κι ο Ντόναλντ πλέουν τώρα σε πελάγη ευτυχίας, άρα δεν ακούνε και άρα μπορώ να σας αποκαλύψω ένα μυστικό.
Η Ελίζαμπεθ δεν είναι η Ελίζαμπεθ και ο Ντόναλντ δεν είναι ο Ντόναλντ. Και θα σας το αποδείξω αμέσως τώρα. Η κόρη του Ντόναλντ δεν είναι αυτή που είναι κόρη της Ελίζαμπεθ. Βεβαίως, η κόρη του Ντόναλντ έχει το ένα ματάκι κόκκινο και το άλλο άσπρο, όπως και η κόρη της Ελίζαμπεθ. Όμως η κόρη του Ντόναλντ έχει το αριστερό ματάκι κόκκινο και το δεξί ματάκι άσπρο, ενώ η κόρη της Ελίζαμπεθ έχει το αριστερό ματάκι άσπρο και το δεξί κόκκινο. Άρα, όλη η επιχειρηματολογία του Ντόναλντ καταρρέει, αφού υπάρχει αυτή η διαφορά. Άρα, παρά τις καταπληκτικές συμπτώσεις, ο Ντόναλντ και η Ελίζαμπεθ δεν είναι γονείς του ίδιου παιδιού. Άρα δεν είναι ο Ντόναλντ και η Ελίζαμπεθ. Ας πιστεύει αυτός όσο θέλει πως είναι ο Ντόναλντ και ας πιστεύει αυτή όσο θέλει πως είναι η Ελίζαμπεθ. Ας πιστεύει αυτός όσο θέλει πως έχει δίπλα του την Ελίζαμπεθ και ας πιστεύει αυτή όσο θέλει πως έχει δίπλα της τον Ντόναλντ. Απατώνται και οι δυο. Άρα τίθεται το ερώτημα ποιος είναι στην πραγματικότητα ο Ντόναλντ και ποια είναι στ' αλήθεια η Ελίζαμπεθ. Επίσης, τίθεται το ερώτημα ποιος έχει συμφέρον να συνεχίζεται αυτή η παρεξήγηση. Δεν μπορώ ν' απαντήσω. Και η συμβουλή μου είναι ν' αφήνουμε τα πράγματα όπως φαίνονται πως είναι.
(προχωράει να βγει, ξαναγυρίζει)
Ξέχασα να σας πω. Το πραγματικό μου όνομα είναι Σέρλοκ Χολμς.
(βγαίνει) - τέλος Σκηνής 5ης

Απόσπασμα από το περίφημο θεατρικό έργο του συγγραφέα Ευγένιου Ιονέσκο Η φαλακρή τραγουδίστρια, πρωτοποριακό έργο της εποχής του που καθιέρωσε το «θέατρο του παραλόγου». Ο ίδιος ο Ιονέσκο το χαρακτήρισε σαν "Αντιθέατρο". «Οι χαρακτήρες του είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, δύτες σε μια θάλασσα της μοναξιάς, των επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων.». Ανέβηκε στην σκηνή για πρώτη φορά στις 11 Μαΐου 1950 στο Théâtre des Noctambules στο Παρίσι.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Μίλα μου σαν τη βροχή


Pablo Picasso, Portrait of Poet Sabartes
Tennessee Williams, Μίλα μου σαν τη βροχή, μονόπρακτο (απόσπασμα)

(Αρχίζει η βροχή. Σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)
[……………………………………………………………………………]
ΑΝΤΡΑΣ:Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω…
ΑΝΤΡΑΣ; Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και…
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω
ΑΝΤΡΑΣ; Θέλεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θ έ λ ω   ν α   φ ύ γ ω !
ΑΝΤΡΑΣ: Πώς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…
ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…
ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.
ΑΝΤΡΑΣ: Και;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα…περάσει!
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…
ΓΥΝΑΙΚΑ: ………………………………………………………………………….
Θα ντύνομαι στα άσπρα…Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει…Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής…Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου…Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες….Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» κι εγώ μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει…Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο…Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια….Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής…….Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου….(Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο). Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…
ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).
Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!
[……………………………………………………………………………………..]


Βροχή 
"Περίμενα τόσο να  έρθει! 
Και τώρα που σιγοκλαίει έξω από το παράθυρο, φοβάμαι· 
έτσι απλά, χωρίς αποσιωπητικά.
«Δεν είναι τίποτα», είπες· 
«Είναι που σμίξανε δυο σύννεφα στον ουρανό».
Και άλλαξες πλευρό." c.g