Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Adorno. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Adorno. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Ανεπίδοτη επιστολή *!

Δίδειν και λαμβάνειν

Fernando Castillo - The black cat - 1929
"Οι καλλιεργημένοι άμουσοι ζητούν συνήθως από το έργο τέχνης κάτι να τους δώσει. Δεν αγανακτούν πια με τη ριζοσπαστικότητα, αλλά αποτραβιούνται στον αδιάντροπα μετριόφρονα ισχυρισμό ότι δεν καταλαβαίνουν. Αυτός παραμερίζει ακόμη και την αντίσταση, την τελευταία αρνητική σχέση προς την αλήθεια, και το σκανδαλιστικό αντικείμενο καταχωρείται χαμογελαστά στον κατάλογο των ανόμοιών του, των διαρκών αγαθών ανάμεσα στα οποία έχει κανείς την δυνατότητα να επιλέγει και τα οποία μπορεί κανείς να απορρίπτει, χωρίς να φέρει ο ίδιος καν την ευθύνη γι’ αυτό. είμαι απλούστατα κουτός, δεν μπορώ να παρακολουθήσω, λένε,  και όσο περισσότερο μειώνουν τον εαυτό τους, τόσο πιο σταθερά συμμετέχουν στην κραταιή ταυτοφωνία της vox inhumana populi, στη δικάζουσα εξουσία του απολιθωμένου πνεύματος της εποχής. Το ακατανόητο, από το οποίο κανένας δεν έχει όφελος, από προκλητικό έγκλημα γίνεται αξιολύπητη ανοησία. Μαζί με το κεντρί απομακρύνουν και τον πειρασμό. Ότι πρέπει να δίδεται στους ανθρώπους κάτι, φαινομενικά το αίτημα της ουσιαστικότητας και πληρότητας, αυτό ακριβώς αποκλείει τις τελευταίες και κάνει το δίδον να φτωχαίνει.
Κατ’ αυτό όμως η σχέση προς τους ανθρώπους εξισώνεται με την αισθητική σχέση. Η κατηγορία ότι δεν δίνει κανείς τίποτε, είναι αξιοθρήνητη. Αν η σχέση έγινε στείρα, οφείλει κανείς να τη διαλύσει. Σε εκείνον όμως που εμμένει σε αυτή και ωστόσο παραπονιέται, λείπει πάντοτε το δεκτικό όργανο: η φαντασία. Και οι δυο πρέπει να δίνουν κάτι, ευτυχία ως το κατ’ εξοχήν μη ανταλλάξιμο, μη αγώγιμο, όμως αυτό το δίδειν είναι αδιαχώριστο από το λαμβάνειν. Έχει επέλθει το τέλος, όταν πια δεν φτάνει στον άλλον αυτό που βρίσκει κανείς γι’ αυτόν. Δεν υπάρχει αγάπη που να μην είναι ηχώ. Στους μύθους η αποδοχή της προσφερόμενης θυσίας αποτελούσε εγγύηση για την απονομή χάρης· γι’ αυτήν την αποδοχή παρακαλεί η αγάπη, το ομοίωμα της θυσίας, ώστε να μην αισθάνεται να την βαραίνει η κατάρα. Η παρακμή της προσφοράς δώρων συμπορεύεται σήμερα με τη σκλήρυνση απέναντι στο λαμβάνειν. Η τελευταία όμως καταλήγει σε εκείνη την απάρνηση της ίδιας της ευτυχίας, η οποία και μόνο επιτρέπει στους ανθρώπους να προσκολλώνται στο δικό τους είδος ευτυχίας. Θα διαρρηγνυόταν το τείχος στο σημείο που θα δέχονταν από τον άλλον ό,τι με σφιγμένα χείλη πρέπει να απαγορεύουν στον εαυτό τους. Αυτό όμως γίνεται δύσκολο γι’ αυτούς εξαιτίας της προσπάθειας που απαιτεί από τους ίδιους το λαμβάνειν. Ξετρελαμένοι με την τεχνική, μεταβιβάζουν το μίσος για την περιττή καταπόνηση της ύπαρξής τους στο ξόδεμα ενέργειας, το οποίο ως κινούν στοιχείο του είναι τους, χρειάζεται η ηδονή ως τις έσχατες μετουσιώσεις της. Παρά τις αμέτρητες διευκολύνσεις η πρακτική τους παραμένει παράλογος μόχθος· τη σπατάλη των δυνάμεων στην ευτυχία, το μυστικό της τελευταίας εντούτοις δεν την ανέχονται. Εδώ πρέπει να ακολουθούν τα αγγλικά συνθήματα relax και take it easy, τα οποία προέρχονται από τη γλώσσα των αδερφών νοσοκόμων, και όχι από εκείνη της συναισθηματικής πλησμονής. Η ευτυχία είναι ξεπερασμένη: αντιοικονομική. Διότι η ιδέα της, η σεξουαλική ένωση, είναι το αντίθετο του χαλαρού, η ευτυχής ένταση, όπως ακριβώς κάθε δουλειά υπό τον ζυγό είναι η δυστυχής."
Theodor Adorno, Minima Moralia (σελ. 139, 140)

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Απατηλή φαινομενικότητα

Rene Magritte, Le Blanc-Seing, 1965
Πέρα από τα βουνά. - Η Χιονάτη εκφράζει τη μελαγχολία τελειότερα απ’ ότι κάθε άλλο παραμύθι. Καθαρή της εικόνα είναι η βασίλισσα, που από το παράθυρο κοιτάζει το χιόνι και εύχεται μια κόρη με πρότυπο τη ζωντανή ομορφιά των νεκρών νιφάδων, το μελανό πένθος του πλαισίου του παραθύρου, το νύγμα του ματώματος για να πεθάνει αργότερα στη γέννα. Το τελευταίο δεν αναιρείται βέβαια ούτε από το ευχάριστο τέλος. Καθώς η εκπλήρωση της ευχής σημαίνει τον θάνατο, η σωτηρία παραμένει απατηλή φαινομενικότητα. Διότι η βαθύτερη αντίληψη δεν πιστεύει πως αναστήθηκε εκείνη που κείται σαν κοιμωμένη στο γυάλινο φέρετρο. Μήπως η φαρμακωμένη μπουκιά του μήλου, που από τον κλονισμό του ταξιδιού τής βγήκε από το λαιμό, δεν είναι ένα φονικό μέσο, αλλά μάλλον το υπόλοιπο της χαμένης, της εξόριστης ζωής, από την οποία δεν γιατρεύεται πραγματικά παρά μόνο τώρα που δεν τη δελεάζει πια καμιά απατηλή αγγελιαφόρος; Και πόσο αβάσιμη φαίνεται η ευτυχία: «Τότε η Χιονάτη τον συμπάθησε και τον ακολούθησε». Πώς ανακαλείται από τον κακό θρίαμβο πάνω στην κακία. Έτσι, όταν ελπίζουμε στη σωτηρία, μια φωνή μας λέει, ότι η ελπίδα είναι μάταιη, και όμως η ίδια, αυτή η ανήμπορη και μόνο, είναι εκείνη που μας επιτρέπει ακόμη και να ανασαίνουμε. Όλες οι στοχαστικές θεωρήσεις δεν μπορούν παρά να ιχνογραφούν υπομονετικά το διφορούμενο χαρακτήρα της μελαγχολίας σε ολοένα καινούριες μορφές και προσεγγίσεις. Η αλήθεια είναι αδιαχώριστη από την παράνοια ότι εντούτοις μέσα από τις μορφές της φαινομενικότητας θα αναδυθεί κάποτε, αψευδώς, η σωτηρία.
 Theodor Adorno, Minima Moralia, μετ. Λευτ. Αναγνώστου, σελ.206, εκδ. Αλεξάνδρεια

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

...όπως οι λεπτεπίλεπτες ταπετσαρίες τοίχου στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου

Norman Rockwell, Girl at Mirror
(WikiPaintings.org)
"Όπως ακριβώς κανένα παλιότερο βίωμα δεν είναι πραγματικό, αν η απροαίρετη θύμηση δεν το έχει ελευθερώσει από τη νεκρική ακαμψία της μεμονωμένης του ύπαρξης, έτσι, αντίστροφα, καμιά ανάμνηση δεν είναι διασφαλισμένη, αυθύπαρκτη, αδιάφορη για το μέλλον εκείνου που την τρέφει· τίποτε περασμένο δεν γίνεται, με την μετάβασή του στην απλή παράσταση, άτρωτο από την κατάρα του εμπειρικού παρόντος. Η πιο μακάρια ανάμνηση ενός ανθρώπου μπορεί να αναιρεθεί στην ουσία της από τη μεταγενέστερη εμπειρία. Όποιος αγάπησε και προδίδει την αγάπη, δεν προξενεί κακό μόνο στην εικόνα του υπάρξαντος, αλλά και στο ίδιο το τελευταίο. Με ακαταμάχητη προφάνεια εισχωρεί στην ανάμνηση κατά τη στιγμή της αφύπνισης μια χειρονομία της δυσανασχέτησης, ένας αφηρημένος τόνος φωνής, μια ελαφριά υποκρισία στην ηδονή και μετατρέπει την αλλοτινή εγγύτητα ήδη σε αυτή την ξενικότητα που έχει γίνει σήμερα. Η απόγνωση έχει την έκφραση του αμετάκλητου, όχι επειδή τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να ξαναγίνουν καλύτερα, αλλά επειδή τραβάει στη δίνη της το ίδιο το παρελθόν. Γι’ αυτό είναι ανοησία και συναισθηματισμός να θέλει κανείς να διατηρήσει το παρελθόν αμόλυντο από την πλημμυρίδα βρωμιάς του παρόντος. Καμιά ελπίδα δεν έχει απομείνει για το περασμένο, παρά, εκτεθειμένο ανυπεράσπιστα στη συμφορά, να ξαναπροβάλει από αυτή διαφορετικό. Όποιος όμως πεθαίνει απελπισμένος, ολόκληρη η ζωή του ήταν μάταιη."

Theodor Adorno, Minima Moralia,σελ.260, μετ. Λευτ. Αναγνώστου, εκδ. Αλεξάνδρεια

Beethoven "Appassionata"

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

"Una furtiva lagrima"

Αν ξυπνήσει κανείς στη μέση ενός ονείρου, ακόμη και στη μέση του χειρότερου εφιάλτη, είναι απογοητευμένος και του φαίνεται σαν να τον έχουν εξαπατήσει στερώντας του ό, τι καλύτερο μπορούσε να έχει. Τα ευτυχή όνειρα όμως, τα εκπληρωμένα, είναι πράγματι τόσο σπάνια όσο, σύμφωνα με τη ρήση του Schubert, και η χαρούμενη μουσική. Ακόμη και το ωραιότερο φέρει επάνω του σαν κηλίδα τη διαφορά του από την πραγματικότητα, την επίγνωση της απλής ψευδαίσθησης αυτού που προσφέρει. 

"Με την ευτυχία τα πράγματα δεν έχουν διαφορετικά απ' ότι με την αλήθεια: Δεν την κατέχει κανείς, αλλά είναι μέσα της. Πράγματι, ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά να είναι κανείς περιβεβλημένος, ομοίωμα της ασφάλειας μέσα στη μητέρα. Γι' αυτό όμως κανένας που είναι ευτυχισμένος δεν μπορεί ποτέ να το ξέρει. Για να δει την ευτυχία, θα έπρεπε να βγει από αυτή: Θα ήταν όπως ένας γεννημένος. Όποιος λέει πως είναι ευτυχισμένος, ψεύδεται, καθώς εξορκίζει την ευτυχία, και έτσι αμαρτάνει απέναντί της. Της μένει πιστός μόνον εκείνος που λέει: ήμουν ευτυχισμένος. Η μόνη σχέση της συνείδησης προς την ευτυχία είναι η ευγνωμοσύνη: σε αυτήν έγκειται η ασύγκριτη αξιοπρέπειά της."
Theodor Adorno,από Minima Moralia 
Donizetti (from "l' elisir d' amor" )
Una furtina lagrima
negli occhi suoi spuntò:
Quelle festose giovani
invidiar sembrò.
Che più cercando io vo?
Che più cercando io vo?
M'ama! Sì, m'ama, lo vedo. Lo vedo.
Un solo instante i palpiti
del suo bel cor sentir!
I miei sospir, confondere
per poco a' suoi sospir!
I palpiti, i palpiti sentir,
confondere i miei coi suoi sospir...
Cielo! Si può morir!
Di più non chiedo, non chiedo.
Ah, cielo! Si può! Si, può morir!
Di più non chiedo, non chiedo.
Si può morire! Si può morir d'amor.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Ο χρόνος πετάει

George Frederic Watts and assistants, Hope1886 
Tate Britain, London
Μόνο ένα τεταρτάκι - Νύχτα αϋπνίας: είναι η έκφραση για τις βασανιστικές ώρες, που διαστέλλονται χωρίς την προοπτική λήξης και χαράματος, με τη μάταιη προσπάθεια να ξεχαστεί η κενή διάρκεια. Τρομακτικές όμως είναι οι νύχτες αϋπνίας, όταν ο χρόνος συστέλλεται και διαρρέει άκαρπα ανάμεσα στα δάχτυλα. Ένας σβήνει το φως ελπίζοντας σε πολύωρη ανάπαυση που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Μη μπορώντας όμως να κατευνάσει τις σκέψεις, σπαταλάει το ιαματικό απόθεμα της νύχτας, και ωσότου φτάσει να μη βλέπει τίποτε πια με κλεισμένα μάτια που τσούζουν, ξέρει ότι είναι πολύ αργά και σε λίγο ότι θα τον ξεσηκώσει η αυγή. Παρόμοια μπορεί να εκπνέει για τον θανατοποινίτη η τελευταία διορία, ασυγκράτητη και ανεκμετάλλευτη. Αυτό όμως που αποκαλύπτεται σε τούτη τη συστολή των ωρών, είναι η αρνητική εικόνα του εκπληρωμένου χρόνου. Αν σε αυτόν η δύναμη της εμπειρίας σπάζει τα μαγικά δεσμά της διάρκειας και συγκεντρώνει τα παρελθόντα και τα μελλοντικά στο παρόν, στη βεβιασμένη αϋπνία της νύχτας η διάρκεια προκαλεί αφόρητη φρίκη. Η ζωή του ανθρώπου γίνεται στιγμή, όχι επειδή καταργεί τη διάρκεια, αλλά επειδή περιπίπτει στο μηδέν και αφυπνίζεται μέσα της η επίγνωση της ματαιότητας ενόψει της κακής απεραντοσύνης του ίδιου του χρόνου. Στους υπερδυνατούς χτύπους του ρολογιού ακούει κανείς τα έτη φωτός να χλευάζουν το μετρημένο διάστημα της δικής του ύπαρξης. Οι ώρες που ως δευτερόλεπτα έχουν ήδη περάσει, προτού το εσωτερικό αισθητήριο τις αντιληφθεί, και τον αφαρπάζουν στην πτώση τους, του αναγγέλλουν ότι μαζί με όλη τη μνήμη είναι καταδικασμένος στη λήθη μέσα στη νύχτα του σύμπαντος. Αυτό σήμερα το αντιλαμβάνονται αναγκαστικά οι άνθρωποι. Στην κατάσταση της τέλειας ανημπόριας το άτομο αισθάνεται τον χρόνο που του απομένει ακόμα να ζήσει σαν το σύντομο διάστημα του θανατοποινίτη ως τον απαγχονισμό του. Δεν περιμένει να ζήσει αφ’ εαυτού τη ζωή του ως το τέλος. Η προοπτική του βίαιου θανάτου και του μαρτυρίου, παρούσα στον καθένα, προεκτείνεται στον φόβο ότι οι μέρες είναι μετρημένες, ότι το μήκος της ζωής του υπόκειται στη στατιστική, ότι το γέρασμα έχει γίνει τρόπον τινά ένα αθέμιτο πλεονέκτημα, το οποίο πρέπει να αποσπασθεί με πονηριά από τον μέσο όρο. Ίσως η αναλογία της ζωής, την οποία η κοινωνία έθεσε στη διάθεση υπό ανάκληση, έχει ήδη αναλωθεί. Έναν τέτοιο φόβο καταγράφει το σώμα στη φυγή των ωρών. Ο χρόνος πετάει.
Theodor Adorno, από Minima Moralia