Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bach. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bach. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Φαντασία

Georgia O'Keeffe (American, 1887–1986), Black Abstraction, 1927

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο “λογικά” από εμάς· δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν. Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες τα ζώα έχουν ένστικτα. Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμιών; Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος- δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα.
Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μάς διαφοροποιεί από τα ζώα. Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ως πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία. Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος. Ο άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.

Το 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρουσίασε στη γαλλική τηλεόραση τέσσερις έννοιες-κλειδιά που συναντάμε στο έργο του (Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία). Τέσσερις λέξεις, τέσσερις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών η κάθε μία· κάθε εκπομπή για μία λέξη. Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο “Είμαστε η Ιστορία μας”.
Bach: Sonata No.2 in A minor, BWV 1003 (IV. Allegro) (by Arthur Grumiaux)

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

"Τα πουλιά από ποιον μαθαίνουν να τραγουδούν;"

«Το να διευθύνεις ένα έργο όπως Η Καταδίκη του Φάουστ απαιτεί την επίκληση όλων των δυνάμεων της φύσης. Πρέπει να έχεις στο μυαλό σου το αρχικό νεφέλωμα, να φαντάζεσαι έναν ήλιο δίδυμο με τον δικό μας, που μια μέρα εξερράγη  και σκορπίστηκε σε πλανήτες, πρέπει να σκέφτεσαι ολόκληρο το σύμπαν σαν μια απέραντη παλίρροια χωρίς αρχή και τέλος, που επεκτείνεται αδιάκοπα, πρέπει να νιώθεις θλίψη για τον ήλιο που σε πέντε δισεκατομμύρια θα μείνει ορφανός, συρρικνωμένος, χωρίς οξυγόνο, σαν ξεφούσκωτο παιδικό μπαλόνι…»
Μιλούσε σα να διηύθυνε ορχήστρα, σαν να καλούσε τις ακουστικές δυνάμεις τεντώνοντας το ένα του χέρι και σφίγγοντας σε γροθιά το άλλο.
«Πρέπει να φυλακίσεις την όπερα μέσα σ’ ένα νεφέλωμα που κρύβει ένα αντικείμενο αόρατο από τα έξω, τη μουσική του Μπερλιόζ, τραγουδώντας στο φωτεινό κέντρο ενός γκρίζου γαλαξία που θα αποκαλύψει το φως του μόνο χάρη στη λαμπρότητα του τραγουδιού, της ορχήστρας, του μαέστρου… Χάρη σ’ εσένα και σ’ εμένα.»
«Κάθε φορά που η παλίρροια ανεβαίνει και κατεβαίνει στο σημείο της αγγλικής ακτής που βρισκόμαστε τώρα, Ινές, κάνει το ίδιο και σε ένα σημείο του κόσμου που βρίσκεται στην ίδια ακριβώς αντίθετη θέση από τη δική μας. Ρωτάω λοιπόν τον εαυτό μου αλλά κι εσένα: μήπως ο χρόνος εμφανίζεται και επανεμφανίζεται με την ίδια ακρίβεια που ανεβαίνει και κατεβαίνει η παλίρροια σε δύο αντίθετα σημεία της Γης; Μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεται και καθρεφτίζεται στον αντίθετο καθρέφτη του χρόνου, μόνο και μόνο για να εξαφανιστεί και να επανεμφανιστεί τυχαία;»
Άρπαξε ένα  βότσαλο και το εκσφενδόνισε, σβέλτα και κοφτά, σαν βέλος και ξίφος, στην επιφάνεια της θάλασσας.
«Κι αν θλίβομαι καμιά φορά, τι σημασία έχει αφού το σύμπαν είναι χαρούμενο; Άκου τη θάλασσα, Ινές, άκου τη με το αυτί της μουσικής που διευθύνω εγώ και τραγουδάς εσύ. Ακούμε τα ίδια με τον ψαρά και το κορίτσι που σερβίρει ποτά στο μπαρ; Ίσως όχι, γιατί ο ψαράς πρέπει να ξέρει πώς να κερδίζει την ψαριά του κόντρα στα πρωινά πουλιά και η σερβιτόρα πώς να κόβει τη φόρα των ενοχλητικών πελατών. Όχι, γιατί εσύ κι εγώ είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουμε τη σιωπή στην ομορφιά της φύσης, που μοιάζει με ορυμαγδό αν τη συγκρίνεις με τη σιωπή του Θεού, τη μόνη αληθινή σιωπή…»
Carlos Fuentes, «Το ένστικτο της Ινές» (Instinto de Inez), μτφ. Μαρία Σπηλιοπούλου, εκδ. Κέδρος, 2000, σελ. 70-72

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Το ταλέντο της σιωπής

«Δε λείπουν ποτέ οι κατάλληλες ευκαιρίες που τον βοηθάνε να σιωπά· συχνά όμως συμβαίνει να μετανιώνει γιατί δεν είπε κάτι  που θα μπορούσε να πει την κατάλληλη στιγμή. Συνειδητοποιεί ότι τα γεγονότα επιβεβαίωσαν εκείνο που σκεφτόταν, και ότι αν τότε είχε εκφράσει τη σκέψη του, ίσως θα επηρέαζε θετικά – έστω και σ’ ένα μικρό βαθμό – αυτά τα γεγονότα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει διχασμένος ανάμεσα στην ικανοποίηση ότι είχε σκεφτεί σωστά και στην ενοχή που του δημιουργεί η υπερβολική επιφυλακτικότητά του. Κι είναι αυτά τα συναισθήματα τόσο δυνατά, ώστε προσπάθησε κάποια φορά να τα εκφράσει με λέξεις· αφού όμως δάγκωσε τη γλώσσα του τρεις φορές, ή μάλλον έξι, πείστηκε ότι δεν έχει κανένα απολύτως λόγο είτε να υπερηφανεύεται είτε να έχει ενοχές.
Το ότι είχε σκεφτεί σωστά δεν είναι κανενός είδους ανδραγάθημα: στατιστικά, μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο ότι ανάμεσα στις πολλές λαθεμένες σκέψεις, συγκεχυμένες ή και κοινότυπες ιδέες που του έρχονται καθημερινά στο μυαλό, κάποια θα είναι ξεκάθαρη ή και ευφυής· όπως άλλωστε ήρθε στο δικό του μυαλό, θα μπορούσε να έρθει στο μυαλό κάποιου άλλου.
Πιο πολύπλοκη είναι η αναζήτηση των λόγων που τον σπρώχνουν να μην εκφράζει τη σκέψη του. Σε καιρούς γενικής σιωπής, το να συμμορφώνεται με τη σιωπή των πολλών είναι αναμφισβήτητα  μια πράξη ένοχη. Σε καιρούς, αντίθετα, όπου όλοι μιλάνε πολύ, το σημαντικότερο δεν είναι να πεις το σωστό πράγμα – έτσι κι αλλιώς θα χανόταν μέσα στην πλημμύρα των λέξεων – όσο το να το πεις ξεκινώντας από μερικές προκαταρκτικές βάσεις και εμπλέκοντας στη συνέχεια το παιχνίδι των συνεπειών που θα δώσει στα λεγόμενά σου τη μεγαλύτερη δυνατή αξία. Αν όμως η αξία μιας συγκεκριμένης κοινοποίησης βρίσκεται στη συνέχεια και στη συνέπεια της γενικότερης συζήτησης στην οποία η κοινοποίηση αυτή εντάσσεται, τότε η μόνη δυνατή επιλογή για κάποιον είναι να μιλά συνεχώς ή να μη μιλά καθόλου. Στην πρώτη περίπτωση ο κύριος Πάλομαρ θα φανέρωνε ότι η σκέψη του δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα αλλά με ζικ-ζακ, με συνεχείς ταλαντεύσεις, αντιφάσεις, επανορθώσεις, μέσα στις οποίες θα χανόταν τελικά η ορθότητα εκείνης της κοινοποίησής  του. Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη εναλλακτική λύση, αυτή προϋποθέτει το ταλέντο της σιωπής, ταλέντο πιο δύσκολο από το ταλέντο του λόγου.»

Italo Calvino, «Πάλομαρ», μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αστάρτη, σελ. 116,117 

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

poetic licence...



I didn't go to the moon, I went much further—for ...Time is the longest distance between two places.”
Memory takes a lot of poetic licence. It omits some details; others are exaggerated, according to the emotional value of the articles it touches, for memory is seated predominantly in the heart.The interior is therefore rather dim and poetic.”

The window is filled with pieces of colored glass, tiny transparent bottles in delicate colors, like bits of a shattered rainbow. Then all at once my sister touches my shoulder. I turn around and look into her eyes. Oh, Laura, Laura, I tried to leave you behind me, but I am more faithful than I intended to be!
Tom Wingfield απευθυνόμενος στη Laura7η σκηνή)

Tennessee Williams, The Glass Menagerie

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το ...ανθρώπινο δράμα

Caravaggio, The Denial of St. Peter, 1590-1600
The Metropolitan Museum of Art, New York 
Ο Πέτρος βρίσκεται στην αυλή του Αρχιερέα. Το δάχτυλο του στρατιώτη που τον δείχνει και τα δύο δάχτυλα της γυναίκας που τον κατηγορεί ότι είναι οπαδός του Χριστού παραπέμπουν στις τρεις κατηγορίες και αντίστοιχα στις τρεις αρνήσεις του Πέτρου.
Στον πίνακα αυτό ο Καραβάτζιο, όντας στην ώριμη φάση της ζωής και του έργου του, αποφεύγει την λεπτότητα και την ομορφιά των χρωμάτων και, με εξαιρετική ψυχολογική διείσδυση, επικεντρώνεται αποκλειστικά στο ανθρώπινο δράμα.

Erbarme dich, mein Gott,
um meiner Zähren Willen!
Schaue hier, Herz und Auge
weint vor dir Bitterlich.
Erbarme dich, mein Gott.

Bach, Matthaus Passion, 39. Aria A, Erbarme dich

Η άρια Erbarme dich, mein Gott από τα Κατά Ματθαίον Πάθη τοποθετείται στο τέλος της σκηνής στην Πράξη ΙΙ, που περιγράφει την προδοσία του Πέτρου όταν ερωτήθηκε από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους για τον Ιησού, (Κεφάλαιο 26:69-75). Ο Πέτρος, σύμβολο των μετανοούντων πιστών, "βγήκε έξω και έκλαψε πικρά". 
Γράφτηκε από τον Johann Sebastian Bach το 1727 για σόλο φωνές, διπλή χορωδία και διπλή ορχήστρα. Θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της κλασικής θρησκευτικής μουσικής.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

"This above all: to thine own self be true"

Leonardo da Vinci, Head of a young woman with tousled hair, 1508.
Από τον Άμλετ το παρακάτω απόσπασμα (1η πράξη, 3η σκηνή, απόσπασμα) όπου ο Πολώνιος (πατέρας της Οφηλίας) συμβουλεύει τον γιο του, Λαέρτη.

Λαέρτη, ακόμα δεν έφυγες; Βιάσου. Γρήγορα!
Έτοιμος ο αέρας αναπνέει επάνω στα πανιά.
Σε περιμένουν. Να πας στην ευχή.
Κράτησε λίγες ακόμα συμβουλές μου.
Η σκέψη σου δεν είναι πάντα απαραίτητο
να φθάνει ως το στόμα. Αλλά ούτε κι ως την πράξη.
Να είσαι με όλους ανοιχτός.
Αλλά μην εμπιστεύεσαι όποιον είναι ανοιχτός.
Τους φίλους που θα αποκτάς σε δύσκολες περιστάσεις
φυλάκιζε τους δίπλα σου, για όλη τους την ζωή.
Μη σου φύγουν. Να φυλάγεσαι από άγνωστους νεαρούς
που θα σε πλησιάσουν. Να μη τους δίνεις θάρρος.
Μη μπαίνεις εύκολα σε τσακωμούς.
Κι όταν μπεις, εξόντωσε τον άλλον.
Άκουγέ τους όλους, μίλα σε ελάχιστους.
Να δέχεσαι όλων την γνώμη, απόφυγε
να δίνεις την δική σου. Να ντύνεσαι ακριβά
με τα λεφτά που έχεις, αλλά όχι επιδεικτικά
να δείχνεις πλούσιος αλλά με αδιαφορία.
Το ράσο κάνει τον παπά. Και στην Γαλλία
είναι παράδοση οι ευγενείς και οι σπουδαίοι
να φαίνονται από μακριά και όλοι τους σέβονται από μακριά.
Ποτέ να μην δανείζεις. Ποτέ να μην δανείζεσαι.
Γιατί έτσι αλλάζει η αξία χρημάτων και ανθρώπων
και γίνονται λάθος οι λογαριασμοί.
Και πάνω απ’ όλα, να είσαι αυτός που είσαι.
Τότε θα είσαι και με τους άλλους
έτσι όπως πρέπει να είσαι.
Στην ευχή μου. Κι όλα να τα θυμάσαι.
Σαίξπηρ, Άμλετ, πρίγκιπας της Δανίας, μετ. Γιώργος Χειμωνάς, εκδ. Κέδρος

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

"A traveler! ...rich eyes and poor hands"

Απόσπασμα από την κωμωδία του Shakespeare «As You Like It».
Από το διάλογο του Jacques (μελαγχολικός λόρδος) και της Rosalind (κόρη του δούκα).
Study for 'The Lady Clare' - John William Waterhouse
JAQUES
I prithee, pretty youth, let me be better acquainted
with thee.
ROSALIND
They say you are a melancholy fellow.
JAQUES
I am so; I do love it better than laughing.
ROSALIND
Those that are in extremity of either are abominable
fellows and betray themselves to every modern
censure worse than drunkards.
JAQUES
Why, 'its good to be sad and say nothing.
ROSALIND
Why then, 'its good to be a post.
JAQUES
I have neither the scholar's melancholy, which is
emulation, nor the musician's, which is fantastical,
nor the courtier's, which is proud, nor the
soldier's, which is ambitious, nor the lawyer's,
which is politic, nor the lady's, which is nice, nor
the lover's, which is all these: but it is a
melancholy of mine own, compounded of many simples,
extracted from many objects, and indeed the sundry's
contemplation of my travels, in which my often
rumination wraps me m a most humorous sadness.
ROSALIND
A traveler! By my faith, you have great reason to
be sad: I fear you have sold your own lands to see
other men's; then, to have seen much and to have
nothing, is to have rich eyes and poor hands.
JAQUES
Yes, I have gained my experience.
ROSALIND
And your experience makes you sad: I had rather have
a fool to make me merry than experience to make me
sad; and to travel for it too!

Σαίξπηρ, "Όπως αγαπάτε"Όπως σας αρέσει),4η Πράξη,1η σκηνή

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

"...ένα μεγάλο σφουγγάρι σα σύννεφο..."

Ugolino από τον Jean-Baptiste Carpeaux, 1861 (λεπτομέρεια)
"Εγώ, μην γελάσεις αφεντικό, φαντάζουμαι το Θεό απαράλλαχτο σαν και μένα. Μόνο πιο αψηλό, πιο δυνατό, πιο παλαβό· κι αθάνατο. Κάθεται σε μαλακές προβιές χουζουρεμένα, κι η παράγκα του είναι ο ουρανός. Όχι από γκαζοτενεκέδες, σαν τη δικιά μας, παρά από σύννεφα. Κρατάει στο δεξό του χέρι όχι σπαθί, όχι ζυγαριά, αυτά τα εργαλεία είναι για τους φονιάδες και τους μπακάληδες· ο Θεός κρατά ένα μεγάλο σφουγγάρι σα σύννεφο της βροχής. Δεξά του η Παράδεισο, ζερβά του η Κόλαση. Έρχεται η κακομοίρα η ψυχή, τσίτσιδη, γιατί έχασε το κορμί της και τουρτουρίζει. Ο Θεός την κοιτάζει και γελάει κάτω από τα μουστάκια του· μα καμώνεται τον μπαμπούλα . «Έλα εδώ της λέει, και χοντραίνει την φωνή του, έλα εδώ, καταραμένη!» Και πιάνει την ανάκριση. Πέφτει η ψυχή στα πόδια του Θεού. «Αμάν! του φωνάζει: ήμαρτον!» Και δώσ’ του, να λέει, να λέει τα κρίματά της. Λέει, λέει, δεν έχουν τελειωμό. Κι ο Θεός βαριέται, χασμουριέται. «Σώπα πια, της φωνάζει, με ξεκούφανες!» Και φαπ! δίνει με το σφουγγάρι και σβήνει όλες τις αμαρτίες. «Ξεκουμπίσου στην παράδεισο!» της κάνει.
«Πέτρο, βαλ' την και τούτη μέσα την κακομοίρα
Γιατί θα πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, ο Θεός είναι άρχοντας μεγάλος· κι αυτό θα πει αρχοντιά: να συχωρνάς!»"

Ν. Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

"Το αόρατο δεν μπορεί να κρυφτεί από το βλέμμα μας" *

"...Γλιστράς στις αρχαίες πέτρες,
στη σιωπή τους,
Ανασαίνεις το γκρίζο τους,
το χρόνο που τρέχει,
Και με την αγκαλιά σου γεμάτη ουρανό,
χαμογελάς.
Φιλώ ευλαβικά τον ίσκιο σου.
Μόνο αυτό μου απέμεινε…"
(απόσπασμα)
c.g. 25/1/2014

* Ρενέ Μαγκρίτ

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Αγγέλου καρδιά

Michelangelo, David
"Έβγαλε και ακούμπησε προσεχτικά τις μεγάλες φτερούγες του δίπλα στο ξύλινο  κουτί που κρατούσε φυλαγμένη την καρδιά της Ινφάντας. Από το παράθυρο έμπαινε η θλίψη των έρημων σπιτιών και του δρόμου που δραπέτευε πίσω από τους λόφους. Τρύπωνε από το ραγισμένο τζάμι κι από τις χαραμάδες  που ο χρόνος δούλευε στους γέρικους τοίχους. Τον τύλιγε με την παγωμένη ανάσα της.  Με χέρια που έτρεμαν τοποθέτησε όλες του τις σκέψεις στο σεντούκι. Έγειρε στο σιδερένιο κρεβάτι. Ξεδίπλωσε τους πόνους του έναν έναν, κοιτώντας με άδεια μάτια το ταβάνι που επόπτευε το χωρίς τέλος μαρτύριό του. Η καρδιά του ζεστή έκαιγε το παγωμένο του σώμα. Παλλόταν ρυθμικά… Κάθε βράδυ στον ίδιο ρυθμό κι αυτός μάταια να ζει την ίδια αστόχαστη αγωνία … να την υποτάξει, να τη νικήσει, να τη σταματήσει…" από celia g. (απόσπασμα)

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Μίλα μου σαν τη βροχή


Pablo Picasso, Portrait of Poet Sabartes
Tennessee Williams, Μίλα μου σαν τη βροχή, μονόπρακτο (απόσπασμα)

(Αρχίζει η βροχή. Σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)
[……………………………………………………………………………]
ΑΝΤΡΑΣ:Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω…
ΑΝΤΡΑΣ; Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και…
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω
ΑΝΤΡΑΣ; Θέλεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θ έ λ ω   ν α   φ ύ γ ω !
ΑΝΤΡΑΣ: Πώς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…
ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…
ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.
ΑΝΤΡΑΣ: Και;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα…περάσει!
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…
ΓΥΝΑΙΚΑ: ………………………………………………………………………….
Θα ντύνομαι στα άσπρα…Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει…Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής…Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου…Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες….Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» κι εγώ μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει…Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο…Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια….Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής…….Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου….(Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο). Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…
ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).
Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!
[……………………………………………………………………………………..]


Βροχή 
"Περίμενα τόσο να  έρθει! 
Και τώρα που σιγοκλαίει έξω από το παράθυρο, φοβάμαι· 
έτσι απλά, χωρίς αποσιωπητικά.
«Δεν είναι τίποτα», είπες· 
«Είναι που σμίξανε δυο σύννεφα στον ουρανό».
Και άλλαξες πλευρό." c.g 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Fernsichten

Sandro Botticelli, Venus and Mars (λεπτομέρεια)
Στο Κισμέτ του Rainer Maria Rilke περιέχονται δεκατρείς ιστορίες αγάπης. Πρόκειται για πρώιμα πεζά του ποιητή, πολύ πριν γίνει γνωστός ως ποιητής. Οι "Μακρινές οπτικές" (τίτλος πρωτοτύπου: "Fernsichten", 1898)  είναι μια από τις τις ιστορίες αυτές.Τόσο σε αυτή όσο και στις άλλες ιστορίες εμπλέκεται η αγάπη με το θάνατο σε μια αξεδιάλυτη σχέση και διακρίνεται το αδύνατον της επίγειας ευτυχίας των ανθρώπων. Κάποιες φορές μάλιστα πρόκειται για ανθρώπους που νιώθουν πως πριν κιόλας γεννηθούν είχαν δώσει ραντεβού να συναντηθούν με κάποιο πλάσμα στον κόσμο αυτό. Όταν αυτό συμβεί, ακόμα και στην πιο μικρή στιγμή μαζί του, νιώθουν να  ζουν όλη τους τη ζωή. (celia g.)

"Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας από τον άλλον· πιο απομακρυσμένοι απ' όλους αυτοί που αγαπιούνται. Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει κι από πάνω να δουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον."
ΜΑΚΡΙΝΕΣ ΟΠΤΙΚΕΣ
 Είχαν ξεχάσει πια ο ένας τον άλλον. Το μακρύ μονοπάτι που, ανάμεσα από ψηλές αναρριχώμενες τριανταφυλλιές, οδηγούσε σε μέρη απομακρυσμένα, τους έβγαλε απρόσμενα και ξαφνικά σ' ένα ψήλωμα, στο φως, κι έδειξε τους δυο νέους στη Φλωρεντία: παρ'τους. Και η πόλη από μάρμαρο πήρε το δώρο. Πήρε το αγόρι και πήρε την κοπέλα κι έτσι τους χώρισε. Γιατί ήτανε άλλη η Φλωρεντία που είχε αποπλανήσει τον καθένα τους. Πατρίδα της Σιμονέτα ήταν η πόλη του Μπεάτο Αντζέλικο κι εκείνη, λευκοντυμένη κι άφοβη τη διέσχιζε πηγαίνοντας στη Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε. Ο νεαρός άνδρας με το σκούρο, στενό πορφυρό ρούχο έμοιαζε με τα απόκρημνα κάστρα της πόλης και ψήλωνε μαζί με τους άγρυπνους πύργους της. Τα χαρακτηριστικά του σταθεροποιήθηκαν, ωρίμασαν και τελειοποιήθηκαν σαν να τα σμίλευε σμίλη αόρατη. Κατόπτευε τον Άρνο κατά μήκος και αφουγκράστηκε με το βλέμμα καρφωμένο. Ύστερα είπε γεμάτος ένταση: "Κι ακόμα καπνίζει."
Η Σιμονέτα επέστρεψε στο γνώριμό της δρομάκι προς την εκκλησία, κάλεσε με δυνατή φωνή, μπερδεύτηκε και δεν τον βρήκε αμέσως τον Τζουλιάνο γιατί είχε γεράσει.
Εκείνος γέμισε ανυπομονησία και τέντωσε το χέρι, με δύναμη, σαν να 'θελε να εξακοντίσει βέλος από τόξο αόρατο: "Δεν το βλέπεις;"
Η κοπέλα τρόμαξε. Έστρεψε τα μάτια προς τα έξω, αβοήθητη, με βιάση, προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Ψάχνοντας γύριζαν με το βλέμμα γύρω γύρω στους θόλους και τις μετόπες, φτάνοντας μέχρι πέρα τα βουνά του Φιέζολε που ακόμα χρύσιζαν, γέμισαν έγνοια και φόβο, απόστασαν και γύρισαν πίσω. Το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων τους έμοιαζε με σφυροκόπημα.
Ο Τζουλιάνο ξύπνησε, είδε πόσο απαίσια είχε καταδιώξει τα έρημα τα μάτια της. Και μετανιώνοντας έγινε νέος, όσο πιο νέος γινόταν. Κι η αγαπημένη, που το ένιωσε, ψήλωσε, απλώθηκε σχεδόν μητρικά περιβάλλοντάς τον.
Άδραξε ένα άγριο τριαντάφυλλο, το τράβηξε κοντά της δίχως να το κόψει και στο λευκό δοχείο που σχημάτιζαν τα πέταλα διάβασε τούτη τη σιγανή παράκληση: "Κάθε πληροφορία, να ξέρεις, για μένα είναι πολύτιμη. Τίποτε δεν μαθαίνω εδώ. Μα πες μου: τι εννοούσες; Δείξε μου τον καπνό που αντίκρισες, Βοήθα με να τον βρω και δίδαξέ με τι σημαίνει."
Κομπιάζοντας ο νέος της αφηγήθηκε: "Έγινε μια μεγάλη φωτιά στη Φλωρεντία. Ένας καλόγερος, μαύρος, διέσχιζε κάθε σοκάκι και δίδασκε: Μέσα σε καθετί που αγαπάτε πυρακτώνεται ο πειρασμός. Εγώ θα σας λυτρώσω από τη λάμψη."
Τότε ακούστηκε ο Άρνος να φουσκώνει.
Ο Τζουλιάνο κοίταξε κατά το δειλινό. Όλα εκεί ήταν μεγαλείο και σπατάλη. Σαν ντροπιασμένος εξακολούθησε να μιλά, αργά και δισταχτικά.
"Φέρανε στον καλόγερο ό,τι αγαπούσαν: ένα μικρό ξίφος, ένα βιβλίο αγαπημένο, μια βενετσιάνικη ζωγραφιά, χρυσάφι, πετράδια, περιδέραια..., πολλές γυναίκες μετάξι και πορφύρα και τα ίδια τα μαλλιά τους, κι όλα γίνανε παρανάλωμα μες στα σκληρά του χέρια." Η νεανική φωνή του αγρίεψε και έσβησε με τα λόγια: " και μετά τη φωτιά - καπνιά και στάχτη και φτώχεια."
Με το κεφάλι κατεβασμένο ο νέος βάδισε πιο κάτω. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αναστολές του και να ομολογήσει πως είχε και ο ίδιος συνεισφέρει τα χρυσαφικά του για καυσόξυλα, δέκα μέρες νωρίτερα. Συνεσταλμένα βάδιζε αριστερά, στην άκρη του μονοπατιού. Στην άλλη άκρη, δεξιά βάδιζε η Σιμονέτα. Ο δρόμος ήταν άδειος. Ο ήλιος έπεφτε πάνω του. Έγινε κάτι σαν ρεύμα ανάμεσα στους δυο τους. Το άκουγαν να κελαρύζει.
Ησυχία.
Ύστερα φώναξαν ο ένας τον άλλον. Βγαίνοντας ο καθένας τους από το φόβο και το μάγκωμα.
"Τζουλιάνο."
Ησυχία.
"Σιμονέτα."
Ησυχία. Το ρεύμα ολοένα και πλάταινε.
"Μη φοβάσαι", ήρθε από δεξιά η φωνή, από μακριά, απ' το βάθος.
Ησυχία. Μετά ακούστηκε από αριστερά:
"Τι σκέφτεσαι;"
"Τότε λοιπόν είναι φτωχοί τώρα οι άνθρωποι;"
"Ναι"
Κι από δεξιά: "Κι ο Θεός;"...
Κάτι από μέσα απ' τον νεαρό ακούστηκε να ουρλιάζει: "Ναι, κι ο Θεός." Κοντοστάθηκε, τρέκλισε, ψηλάφησε κι ύστερα τα δυο κορμιά ένιωσαν το ένα το άλλο κι απόμειναν σφιχταγκαλιασμένα, καταμεσής του δρόμου, σαν ένας άνθρωπος. Κρατήσανε τα μάτια τους κλειστά. Ήταν ακόμα αδύναμοι για να υπάρξουν κάπου αλλού μαζί, εκτός από τούτη την κοινή ελάχιστη νύχτα.
Μετά σκέφτηκε η Σιμονέτα: Πώς είσαι, αγαπημένε;
Και θολά αναρωτήθηκε ο Τζουλιάνο: Πώς να ονομάσω την ομορφιά σου;
Λύπη τους κυρίευσε· γιατί κανένας απ' τους δυο τους δεν είχε εικόνα του άλλου.
Εντέλει σήκωσαν ταυτόχρονα το βλέμμα - ψηλά, σαν να 'τανε να βρει τον ουρανό.
Τότε όμως βρέθηκαν και χαμογέλασαν καθώς αναγνωρίστηκαν. Σαν να 'λεγαν ο ένας στον άλλον με δυνατή φωνή: Πόσο είσαι βαθύς!
Κι ύστερα δεν υπήρχε πια δρόμος ανάμεσά τους ούτε ρεύμα.
Τα πέρατα εξακολούθησαν να βυθίζονται ολοένα στο ημίφως και γύρω τους απόμεινε ξύπνιος τόσος μονάχα κόσμος όσον χρειαζόντουσαν για να νιώσουν προστατευμένοι και μόνοι.
Αργότερα, όταν η κοπέλα άρχισε σιγά σιγά να κουράζεται, είπε: "Άκου, σήμερα θέλω σε κάποιον να σε πάω, αλλά δεν έχω μητέρα."
Είχαν αρχίσει κιόλας ν' ανάβουνε τ' αστέρια κι ο αιθέρας τρεμούλιαζε με τη μικρή χαρμόσυνη εσπερινή καμπάνα της εκκλησίας του Σαν Νικολό.
Εκείνος τότε παρακάλεσε: "Οδήγησέ με στον Θεό."
Εκείνη προπορεύτηκε στο δρόμο για την πύλη Σαν Νικολό κι έμοιαζε πλάι του σαν φως στην ψυχρή σκιά που έπεφτε στα σοκάκια. Πιασμένοι χερι χέρι, σάμπως να βρίσκονταν στην κεφαλή πομπής γιορταστικής ανέβηκαν τα σκαλοπάτια του μικρού ναού. Στο εσωτερικό γονάτισαν ώρα πολλή μονάχοι κάτω από τους Πάντες. 
Κι ήταν τότε πολύ πλούσιος ο Θεός.
Rainer Maria Rilke,Κισμέτ, Μακρινές οπτικές (Fernsichten)

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η ψυχολογία είναι ...ανυπομονησία

Φωτογραφία του Arno Rafael Minkkinen
" Ό,τι είναι καταγέλαστο στο φυσικό κόσμο, είναι εφικτό στον πνευματικό κόσμο. Εκεί δεν υπάρχει ο νόμος της βαρύτητας (οι άγγελοι δεν πετούν, δεν έχουν υπερβεί καμιά δύναμη της βαρύτητας, απλώς εμείς παρατηρώντας από τον επίγειο κόσμο δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι καλύτερο), πράγμα που φυσικά ξεπερνάει την αντιληπτική μας ικανότητα, ή που εν πάση περιπτώσει μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο σε ένα υψηλό επίπεδο.
Πόσο αξιοθρήνητη είναι η αυτογνωσία μου σε σύγκριση, ας πούμε με τη γνώση που έχω περί του δωματίου μου. (Βράδυ.) Γιατί; Δεν υπάρχει καμιά παρατήρηση του εσωτερικού κόσμου, όπως υπάρχει για τον εξωτερικό. Τουλάχιστον η περιγραφική ψυχολογία είναι πιθανώς, στο σύνολό της, ένα είδος ανθρωπομορφισμού, μια ψηλάφηση των ορίων μας.
Ο εσωτερικός κόσμος μπορεί μονάχα να βιωθεί, όχι να περιγραφεί.
Η ψυχολογία είναι η περιγραφή του αντικατοπτρισμού του επίγειου κόσμου στο επουράνιο πεδίο, ή, πιο σωστά, η περιγραφή ενός αντικατοπτρισμού όπως εμείς, βουτηγμένοι ως είμαστε μέσα στην επίγεια φύση μας, τον φανταζόμαστε, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας αντικατοπτρισμός, απλά εμείς γη μόνο βλέπουμε όπου κι αν κοιτάξουμε. Η ψυχολογία είναι ανυπομονησία. Όλα τα ανθρώπινα σφάλματα είναι ανυπομονησία, η πρόωρη θραύση αυτού που είναι μεθοδικό, η φαινομενική περιχάραξη αυτού που είναι φαινομενικό.
Η ατυχία του Δον Κιχώτη δεν είναι η φαντασία του, αλλά ο Σάντσο Πάντσα. "
 Franz KafkaΤα οκτώ μπλε τετράδια

"Με παρέα στα σύννεφα δε φοβάμαι μήπως πέσω..."

Johann Sebastian Bach, "AIR" 
(David Garrett)