Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Robert Musil. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Robert Musil. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Μόρια σκόνης

Matisse, Seated woman, 1942
Είναι πολύ φυσικό να θεωρούμε το πνεύμα ως την ανώτερη και υπεράνω όλων αρχή. Αυτό μας διδάσκουν. Ό,τι μπορεί στολίζεται με πνεύμα, κοσμείται. Το πνεύμα σε σχέση με οτιδήποτε άλλο είναι το πιο διαδεδομένο πράγμα που υπάρχει. Το πνεύμα της πίστης, το πνεύμα του έρωτα, ένα ανδροπρεπές πνεύμα, ένα καλλιεργημένο πνεύμα, το μέγιστο πνεύμα της σύγχρονης εποχής, θέλουμε να κρατήσουμε ψηλά το πνεύμα ετούτου κι εκείνου του πράγματος, και θέλουμε να δράσουμε στο πνεύμα του κινήματός μας: πόσο ακράδαντα ηχεί μέχρι τις κατώτερες βαθμίδες. Όλα τα υπόλοιπα, το καθημερινό έγκλημα ή η φιλόπονη μανία πρόσκτησης υλικών αγαθών, σε σύγκριση με το πνεύμα φαίνονται σαν κάτι ανομολόγητο, η βρομιά που ο θεός απομακρύνει από τα νύχια των ποδιών του.
Όμως όταν το πνεύμα είναι μόνο του, ένα γυμνό ουσιαστικό, φαλακρό σαν φάντασμα που σου έρχεται να του δανείσεις ένα σεντόνι, - πώς είναι τότε; Μπορεί κανείς να διαβάζει τους ποιητές, να μελετά τους φιλοσόφους, να αγοράζει πίνακες και να συζητά νύχτες ολόκληρες: όμως είναι πνεύμα αυτό που κερδίζει κανείς έτσι; Ας υποθέσουμε ότι το κερδίζει: έγινε όμως κτήμα του; Αυτό το πνεύμα είναι τόσο γερά δεμένο με την τυχαία μορφή της εμφάνισής του! Διαπερνά τον άνθρωπο που θέλει να το λάβει και αφήνει πίσω του μόνο λίγη ταραχή. Τι θα κάνουμε με όλο αυτό το πνεύμα; Αναπαράγεται διαρκώς πάνω σε βουνά χαρτιού, πέτρας και μουσαμά, λαμβάνοντας στην κυριολεξία αστρονομικές διαστάσεις, εξίσου αδιάκοπα λαμβάνεται και απολαμβάνεται με κατανάλωση τεράστιας ποσότητας νευρικής ενέργειας: αλλά τι απογίνεται μετά; Εξαφανίζεται σαν αυταπάτη; Διαλύεται σε μόρια; Εξαιρείται από τον γήινο νόμο της διατήρησης; Τα μόρια σκόνης που βυθίζονται μέσα μας και σιγά σιγά ηρεμούν είναι απειροελάχιστα σε σχέση με ό,τι αναλώθηκε. Προς τα πού, πού, τι είναι; Λέτε, αν ξέραμε περισσότερα γι’ αυτό, να έπεφτε στενόχωρη σιωπή γύρω από το ουσιαστικό «πνεύμα»;!
Robert Musil, Der mann ohne eigenschaften, τομ.1, σελ. 178,179, εκδ. Οδυσσέας

in A minor for piano & orchestra, Op. 43
Philadelphia Orchestra
Sergei Rachmaninov, piano



Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Μεταμόρφωση


The Spirit of Adventure, Magritte, 1962
Για τους περισσότερους ανθρώπους μπορεί ο έτοιμος κόσμος, με εξαίρεση λιγοστές προσωπικές λεπτομέρειες, να σημαίνει βολή και στήριξη, και δεν πρέπει να αμφισβητηθεί καθόλου ότι το αμετακίνητο ως σύνολο δεν είναι μόνο συντηρητικό αλλά και θεμέλιο κάθε προόδου και επανάστασης, αν και πρέπει να σημειωθεί η βαθιά σαν σκιά δυσαρέσκεια που αισθάνονται όσοι άνθρωποι ζουν στηριγμένοι στις δικές τους δυνάμεις.
Ενώ ο Ούλριχ παρατηρούσε στοχαζόμενος το ιερό κτίριο κατανοώντας πλήρως την αρχιτεκτονική φινέτσα, στη συνείδησή του εισέβαλε ξάφνου απρόσμενα ζωηρά η σκέψη ότι με την ίδια ακριβώς ευκολία που οικοδομεί κανείς ή απλώς αφήνει όρθια τέτοια αξιοθέατα, θα μπορούσε να είναι και ανθρωποφάγος. Τα κτίρια δίπλα, η σκέπη του ουρανού από πάνω, γενικά η ανείπωτη αρμονία όλων των γραμμών και χώρων που υποδέχονταν τη ματιά και την οδηγούσαν, η εμφάνιση και έκφραση των ανθρώπων που προσπερνούσαν κάτω, τα βιβλία τους και η ηθική τους, τα δέντρα στους δρόμους…: όλα αυτά ήταν καμιά φορά άκαμπτα σαν ξύλινα παραβάν και σκληρά σαν μήτρα πιεστηρίου νομισμάτων και – δεν μπορείς να τα πεις άλλο από ολοκληρωμένα – τόσο ολοκληρωμένα που πλάι του είσαι περιττή ομίχλη, μια μικρή ανάσα που γι’ αυτήν ο Θεός δεν νοιάζεται ιδιαίτερα.
Εκείνη τη στιγμή ευχήθηκε να ήταν Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες. Αλλά μάλλον κανένας δεν θα ένιωθε διαφορετικά. Κατά βάση στα χρόνια της μέσης ζωής λίγοι άνθρωποι ξέρουν πια πως έφτασαν στον εαυτό τους, στις διασκεδάσεις τους, στην κοσμοθεωρία τους, στη γυναίκα τους, στο χαρακτήρα, στο επάγγελμα και στις επιτυχίες, αλλά έχουν την αίσθηση πως τώρα τα πράγματα είναι αδύνατον πλέον να αλλάξουν ουσιαστικά. Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι εξαπατήθηκαν, δεν μπορεί να ανακαλύψει κανείς κάποιον αποχρώντα λόγο που να εξηγεί γιατί τα πράγματα ήρθαν ακριβώς όπως ήρθαν· θα μπορούσαν να έχουν έρθει διαφορετικά · διότι τα συμβάντα προκλήθηκαν σε ελάχιστο βαθμό από τους ίδιους, συνήθως εξαρτήθηκαν από κάθε λογής περιστάσεις, από τις διαθέσεις, τη ζωή, το θάνατο τελείως διαφορετικών ανθρώπων, κι απλώς τη δεδομένη στιγμή έσπευσαν καταπάνω τους.
Η ζωή στα νεανικά χρόνια ήταν μπροστά τους σαν ανεξάντλητο χάραμα, όπου κι αν κοίταζες ήταν γεμάτη δυνατότητες και τίποτε· μα το μεσημέρι κιόλας εμφανίζεται κάτι που μπορεί να ισχυριστεί πως είναι η ζωή τους, και αυτό εν ολίγοις αιφνιδιάζει τόσο, όσο και η αναπάντεχη συνάντηση κάποια μέρα με κάποιον  που αλληλογραφούσε κανείς μαζί του είκοσι χρόνια χωρίς να τον έχει δει και που τον φανταζόταν πολύ διαφορετικό. Το πιο παράξενο όμως είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι ούτε καν το αντιλαμβάνονται αυτό· υιοθετούν τον άνθρωπο που ήρθε, του οποίου η ζωή έχει εισχωρήσει στη δική τους ζωή, τα βιώματά του τους φαίνονται τώρα ως έκφραση των δικών τους ιδιοτήτων και η μοίρα του είναι δικό τους επίτευγμα ή ατυχία. Κάτι τους μεταχειρίστηκε όπως η κολλητική ταινία τις μύγες· τους έπιασε εδώ από μια τριχούλα, εκεί από μια κίνησή τους, τυλίγοντάς τους σιγά σιγά, ώσπου να θαφτούν κάτω από ένα παχύ κάλυμμα που ανταποκρίνεται ελάχιστα στην αρχική τους μορφή.
 Robert Musil, The Man Without Qualities (Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες)

Franz Liszt - Hungarian Rhapsody no.2

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Το "καλό" και το "κακό"

Henri Matisse
«Και έδωσε στις σκέψεις του μια μορφή ακόμα πιο γενική και απρόσωπη, αντικαθιστώντας το καλό και το κακό με τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των αιτημάτων «Πράττε!» και «Μην πράττεις!». Διότι όσο μια ηθική – και αυτό ισχύει τόσο για το πνεύμα του αγαπάτε αλλήλους όσο και μιας ορδής Βανδάλων – βρίσκεται σε άνοδο, το «Μην πράττεις!» είναι μόνο η άλλη όψη και το φυσικό επακόλουθο του «Πράττε!»· η πράξη και η μη πράξη φλέγονται, και δεν πειράζει όσα λάθη και αν περικλείουν, διότι είναι λάθη …αγίων και μαρτύρων.  Σε αυτή την κατάσταση ανόδου της ηθικής καλό και κακό ισοδυναμούν με ευτυχία και δυστυχία ολόκληρου του ανθρώπου. Μόλις ωστόσο κυριαρχεί το αμφίβολο και η εκπλήρωσή του δεν συνδέεται πια με τις ιδιαίτερες δυσκολίες, η σχέση μεταξύ αιτήματος ή απαγόρευσης και αναγκαιότητας περνά αναγκαστικά από μια αποφασιστική φάση: το καθήκον, το οποίο δεν γεννιέται πια κάθε μέρα ζωντανό, αλλά απομυζημένο και αναλυμένο σε Εάν και Αλλά, πρέπει να διατίθεται έτοιμο για παντός είδους χρήση· και έτσι ξεκινά μια διαδικασία κατά τη μετέπειτα πορεία της οποίας αρετή και κακία καθώς έλκουν την καταγωγή τους από τους ίδιους κανόνες, νόμους, εξαιρέσεις και περιορισμούς, εξομοιώνονται όλο και περισσότερο, ώσπου στο τέλος δημιουργείται εκείνη η ιδιόρρυθμη, αλλά κατά βάθος αβάσταχτη αντίφαση, η οποία ήταν η αφετηρία του Ούλριχ: ότι δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό χάνει κάθε σημασία μπροστά στην ευχαρίστηση που προκαλεί ένας καθαρός, βαθύς και πρωταρχικός τρόπος ενέργειας, ευχαρίστηση που μπορεί να πεταχτεί σαν σπίθα τόσο από επιτρεπτά όσο και από απαγορευμένα συμβάντα. Ναι, όποιος αναρωτηθεί αμερόληπτα, θα διαπιστώσει πιθανόν ότι το  απαγορευτικό πεδίο της ηθικής φορτίζεται περισσότερο απ’ ό,τι το αιτούμενο: ενώ φαίνεται σχετικά φυσιολογικό να μην επιτρέπεται να διαπράττονται  ορισμένες , οι λεγόμενες «κακές», ενέργειες ή, εάν παρ’ όλα αυτά διαπράττονται, τουλάχιστον να θεωρείται ότι κακώς διεπράχθησαν, όπως λόγου χάρη η ιδιοποίηση ξένης περιουσίας ή η ακολασία στην απόλαυση, οι αντίστοιχες θετικές παραδόσεις της ηθικής – σ’ αυτή την περίπτωση θα ήταν η γενναιοδωρία του απόλυτου δοσίματος ή ο πόθος απονέκρωσης της σάρκας – έχουν σχεδόν χαθεί κιόλας, και όπου ακόμα διατηρούνται οι ανάλογες πράξεις είναι έργο τρελών ή φαντασιοκόπων ή χλωμών Φαρισαίων. Και σε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, όπου η αρετή είναι ανάπηρη και η ηθική συμπεριφορά συνίσταται κυρίως στον περιορισμό της ανήθικης, μπορεί εύκολα να έρθουν έτσι τα πράγματα, ώστε η τελευταία να φαίνεται όχι μόνο πιο πρωτογενής και ρωμαλέα από την ηθική αλλά ηθικότερη, αν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση αυτής της λέξης όχι με την έννοια του δικαίου και του νόμου, αλλά ως μέτρο των παθών που είναι δυνατόν να προκαλέσουν συνειδησιακά ζητήματα. Μα είναι δυνατόν να υπάρχει μεγαλύτερη αντίφαση απ’ το ό,τι εσωτερικά ευνοεί κανείς το κακό, επειδή με το υπόλοιπο της ψυχής που του απομένει  αναζητά το καλό;!»
Robert Musil, Der Mann ohne Eigenschaften, (Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες)