Άκουγε προσεχτικά με τα στρογγυλά της μάτια. «Ο τρόπος που
εκφράζεστε είναι υπέροχος, και είμαι βέβαιη ότι τα πράγματα θα γίνουν ακριβώς
έτσι. Έχω ονειρευτεί τα πάντα – και θα τα αναγνωρίσω όλα!»
«Φοβούμαι πως έχετε σπαταλήσει πολύ χρόνο», είπα
αστειευόμενος.
«Ω, ναι, αυτή υπήρξε η μεγαλύτερη κακοτυχία μου».
Οι προσκεκλημένοι γύρω μας είχαν αρχίσει να σκορπίζουν και
ετοιμάζονταν να φύγουν. Σηκώθηκε και μου άπλωσε το χέρι συνεσταλμένα, αλλά το
πρόσωπό της έλαμπε από ζωντάνια.
«Θα επιστρέψω πάλι εκεί», είπα, καθώς της έσφιγγα το χέρι.
«Πρέπει πάντα κανείς να επιστρέφει. Θα περιμένω να σας δω μια μέρα.»
«Και τότε θα σας πω αν απογοητεύτηκα», έκανε με χάρη. Και
απομακρύνθηκε ανεμίζοντας, με μια εκφραστική κίνηση τη μικρή της ψάθινη
βεντάλια."
Χένρυ Τζέημς, «Τέσσερις συναντήσεις», σελ. 19,20, εκδ.
Νεφέλη, μτφ. Λ. Θεοδωρακόπουλος

