Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tennessee Williams. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tennessee Williams. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

The glass menagerie

LAURA: Little articles of it [glass], they're ornaments mostly! Most of them are little animals made out of glass, the tiniest little animals in the world. Mother calls them a glass menagerie! Here's an example of one, if you'd like to see it! . . . Oh, be careful — if you breathe, it breaks! . . . Hold him over the light, he loves the light! You see how the light shines through him?
JIM: It sure does shine!
LAURA: I shouldn't be partial, but he is my favorite one.
JIM: What kind of a thing is this one supposed to be?
LAURA: Haven't you noticed the single horn on his forehead?
JIM: A unicorn, huh? — aren't they extinct in the modern world?
LAURA: I know!
JIM: Poor little fellow, he must feel sort of lonesome.

Tennessee Williams, The Glass Menagerie

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

poetic licence...



I didn't go to the moon, I went much further—for ...Time is the longest distance between two places.”
Memory takes a lot of poetic licence. It omits some details; others are exaggerated, according to the emotional value of the articles it touches, for memory is seated predominantly in the heart.The interior is therefore rather dim and poetic.”

The window is filled with pieces of colored glass, tiny transparent bottles in delicate colors, like bits of a shattered rainbow. Then all at once my sister touches my shoulder. I turn around and look into her eyes. Oh, Laura, Laura, I tried to leave you behind me, but I am more faithful than I intended to be!
Tom Wingfield απευθυνόμενος στη Laura7η σκηνή)

Tennessee Williams, The Glass Menagerie

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

...εδώ και κει κάτω από τ' άστρα... *!

"Κοιμούνται πάνω στον άνεμο και ποτέ δεν ακουμπούν αυτή τη γη, παρά μόνο μια φορά όταν πεθάνουν. " 
Subjective Freedom I, by Flora Borsi
"ΒΑΛ: Ξέρεις πως υπάρχει ένα είδος πουλιών που δεν έχουν πόδια κι έτσι δεν μπορούν να σταθούν πουθενά και πρέπει να στηρίζονται σ' όλη τους τη ζωή στα φτερά τους στον ουρανό; Αλήθεια είναι. Είδα ένα κάποτε, είχε πεθάνει κι είχε πέσει στη γη κι είχε γαλάζιο χρώμα και σώμα μικρούλικο σαν το μικρό σου δαχτυλάκι, αυτή ειν' η αλήθεια, είχε ένα τοσοδούλικο σωματάκι σαν το μικρό σου δάχτυλο και τόσο ελαφρύ στην παλάμη του χεριού σου που δε ζύγιζε πάνω από 'να πούπουλο, κι είχε τα φτερά διάπλατα ανοιγμένα, και διάφανα στο χρώμα τ' ουρανού και μπορούσες να δεις μέσ' απ' αυτά. Αυτό είναι που λένε χρωματική κάλυψη. Καμουφλάζ, το λένε. Είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις αυτά τα πουλιά από τον ουρανό και γι' αυτό τα γεράκια δεν μπορούν να τ' αρπάξουν, δεν τα διακρίνουν εκεί στα γαλάζια ύψη τ' ουρανού, κοντά στον ήλιο!
ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ: Κι όταν έχει συννεφιά;
ΒΑΛ: Πετάνε τόσο ψηλά που τ' αναθεματισμένα γεράκια θα ζαλίζονταν. Κι αυτά τα μικρά πουλιά, δεν έχουν πόδια καθόλου και ζουν όλη τους τη ζωή πάνω στα φτερά τους κοιμούνται πάνω στον άνεμο, και άκου πώς κοιμούνται τη νύχτα. Ανοίγουν διάπλατα τα φτερά τους και κοιμούνται πάνω στον άνεμο, όπως τ' άλλα πουλιά διπλώνουν τα φτερά τους και κοιμούνται πάνω σ' ένα δέντρο... (Ακούγεται μουσική) Κοιμούνται πάνω στον άνεμο και... (Τα μάτια του θολώνουν και μαλακώνουν, παίρνει την κιθάρα του και συνοδεύει την πολύ χαμηλή μουσική) ποτέ δεν ακουμπούν αυτή τη γη, παρά μόνο μια φορά όταν πεθάνουν.
ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ: Θα 'θελα να 'μουν ένα απ' αυτά τα πουλιά.
ΒΑΛ: Κι εγώ θα 'θελα να 'μουν· πολλοί θα 'θελαν να 'ναι ένα από κείνα τα πουλιά και ποτέ να μην είχαν φθαρεί!
ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΑ: Αν κανένα από κείνα τα πουλιά πέθαινε κι έπεφτε στη γη, και συ τύχαινε να το βρεις, θα 'θελα να μου το 'δειχνες γιατί φοβάμαι πως ίσως μόνο στη φαντασία σου υπάρχει πουλί τέτοιου είδους. Γιατί δε νομίζω να 'χει υπάρξει ποτέ ζωντανή ύπαρξη τόσο ελεύθερη, ούτε κατά διάνοια. Δείξε μου ένα από αυτά τα πουλιά και θα πω: Ναι, ο Θεός δημιούργησε, ένα τέλειο πλάσμα! Να 'σαι σίγουρος ότι θα 'δινα αυτό το εμπορικό και κάθε κομματάκι του στοκ μέσα εδώ για να γίνω αυτό το μια σταλιά πουλάκι στο χρώμα τ' ουρανού... για μια νύχτα να ξαπλώσω πάνω στον άνεμο και να πλέω! εδώ και κει κάτω από τ' άστρα... "
Tennessee Williams, "Ορφέας στον Άδη


Paul McCartney, Jenny Wren

Το τραγούδι Jenny Wren κυκλοφόρησε το 2005. Θυμίζει την ηρωίδα στο μυθιστόρημα «Our Mutual Friend» του Charles Dickens που έχει και το ίδιο όνομα.Το σόλο του τραγουδιού παίζεται με ένα παραδοσιακό μουσικό όργανο (ξύλινο πνευστό) της Αρμενίας, το  duduk.   (περισσότερα)

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Μίλα μου σαν τη βροχή


Pablo Picasso, Portrait of Poet Sabartes
Tennessee Williams, Μίλα μου σαν τη βροχή, μονόπρακτο (απόσπασμα)

(Αρχίζει η βροχή. Σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)
[……………………………………………………………………………]
ΑΝΤΡΑΣ:Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω…
ΑΝΤΡΑΣ; Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή κι εγώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και…
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω
ΑΝΤΡΑΣ; Θέλεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θ έ λ ω   ν α   φ ύ γ ω !
ΑΝΤΡΑΣ: Πώς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…
ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…
ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.
ΑΝΤΡΑΣ: Και;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα…περάσει!
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…
ΓΥΝΑΙΚΑ: ………………………………………………………………………….
Θα ντύνομαι στα άσπρα…Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει…Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής…Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου…Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες….Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» κι εγώ μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει…Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο…Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια….Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής…….Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου….(Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο). Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…
ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).
Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!
[……………………………………………………………………………………..]


Βροχή 
"Περίμενα τόσο να  έρθει! 
Και τώρα που σιγοκλαίει έξω από το παράθυρο, φοβάμαι· 
έτσι απλά, χωρίς αποσιωπητικά.
«Δεν είναι τίποτα», είπες· 
«Είναι που σμίξανε δυο σύννεφα στον ουρανό».
Και άλλαξες πλευρό." c.g