Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

"Φαιδροί και φιλοπαίγμονες"

John William Waterhouse, study for "Boreas"
"Ἐν τούτοις τὸ θέρος εἶχε παρέλθει πρὸ πολλοῦ καὶ ὁ ἁγιώτατος Πατὴρ δὲν ἔσπευδε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν καθέδραν του. Τὰ τελευταῖα τοῦ ἔτους φύλλα ἐσωρεύοντο παρὰ τὰς ῥίζας τῶν δένδρων, ἡ θάλασσα ἐμυκᾶτο ἀντὶ νὰ ψιθυρίζῃ καὶ οἱ λύκοι κατέβαινον ἐκ τῶν ὀρέων˚ ἀλλ' οἱ δύο ἐρασταὶ διέμενον φαιδροὶ καὶ φιλοπαίγμονες ὡς τὴν ἄνοιξιν αἱ τρυγόνες. Πολλοὶ φιλόσοφοι ἐπροσπάθησαν νὰ εὕρωσι κατὰ τί διαφέρει ὁ ἄνθρωπος τοῦ κτήνους· καὶ οἱ μὲν Ἑβραῖοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι διαφορὰ καμμία δὲν ὑπάρχει, οἱ δὲ χριστιανοὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθάνατον ψυχήν, οἱ φιλόσοφοι ὅτι εἶναι λογικὸς καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ὅτι πταρνίζεται συχνότερον τῶν ἄλλων ζώων˚ ἀλλὰ κάλλιον τούτων ἐπέτυχε, νομίζω, ὁ Σωκράτης, παρατηρήσας ὅτι κατὰ τοῦτο ὑπερέχομεν τὰ ζῶα, ὅτι ὅσα τὴν ἄνοιξιν μόνον πράττουσιν ἐκεῖνα, ταῦτα ὁ ἄνθρωπος δύναται καθ' ὅλον τὸ ἔτος νὰ πράξῃ. Ὁ Ζεύς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰς ὑπερόγκους συζυγικὰς ἀπαιτήσεις του, ῥίπτων τὸ σφάλμα εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἀνοίξεως, διέταττε τὴν γῆν νὰ βλαστάνῃ ἄνθη, ὁσάκις ἐπεθύμει μετὰ τῆς Ἥρας νὰ ὀμιλήσῃ, (καθ' ἣν ἔννοιαν δίδει εἰς τὸ ῥῆμα τοῦτο ὁ Κ. Φίλιππος Ἰωάννου)· ἡ δὲ Ἰωάννα μὴ δυναμένη τὸ αὐτὸ θαῦμα νὰ κατορθώσῃ, ἀνεπλήρονε διὰ ξύλων καὶ λαμπάδων τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἐαρινοῦ ἡλίου, τὴν ὀσμὴν τῶν ἀνθέων δι' ἀλόης καὶ κινναμώμου καὶ τὸ κελάδημα τῶν πτηνῶν δι' αὐλῶν καὶ ᾀσμάτων. Τὰ συμπόσια, οἱ κύβοι, οἱ πίθηκες, οἱ μίμοι, οἱ γελωτοποιοὶ καὶ αἱ ἄλλαι τοῦ μεσαιῶνος διασκεδάσεις διεδέχοντο ἀλλήλας ἀκαταπαύστως ἐν τῷ παπικῷ ἀνακτόρω, κατὰ δὲ τοὺς χρονογράφους πολλάκις ἀντήχουν ἐκεῖ ᾄσματα βακχικὰ καὶ χορευτῶν ποδοκρουσίαι. Οὐδέποτε πλέον παρευρίσκετο εἰς τοὺς ὄρθρους ὁ Ποντίφηξ, ἀκολουθῶν τὸ τοῦ Σολομῶντος: «Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν», τὰς δὲ εὐχάς, λειτουργίας καὶ ἀκολουθίας συνέθετεν ὁ ἴδιος κατὰ τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ἀπαγορεῦον εἰς τοὺς χριστιανοὺς τὴν μωρολογίαν· πολλάκις, δέ, ἀφοῦ μετὰ τρισμακαρίαν νύκτα ἀπεσπᾶτο ἀπὸ τοῦ φίλου της τὰς ἀγκάλας, συνέβη αὐτῇ, καθὼς ἐνόθευσε τὸ Πιστεύω, οὕτω καὶ τὸ Πάτερ ἡμῶν νὰ τροποποιῇ ἀντὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τὸν Φλῶρον αὐτῆς τὸν ἐπιούσιον ζητοῦσα παρὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός."

Εμμανουήλ Δ. Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Μεσαιωνική μελέτη. Έκδοσις τρίτη επιθεωρηθείσα, εν Αθήναις, 1879

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

"The Musicians"

Caravaggio, The Musicians
Δημιουργός του έργου The Musicians ή Concert of Youths είναι ο Michelangelo Merisi da Caravaggio (1571–1610). Το έργο βρίσκεται στο Metropolitan Museum of Art στη New York.
Ο πίνακας παριστάνει  τέσσερα αγόρια από τα οποία τα τρία παίζουν διάφορα μουσικά όργανα ή τραγουδούν ενώ το τέταρτο παρουσιάζεται σαν Έρωτας να κρατάει ένα τσαμπί σταφύλι. Η κεντρική φιγούρα με το λαούτο έχει ταυτιστεί, κατόπιν μελετών, με τον σύντροφο τού Καραβάτζιο, τον Mario Minniti. Το άτομο δίπλα του που βλέπει προς τον θεατή είναι πιθανώς μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη. Ο Έρως παρουσιάζει ομοιότητα με το αγόρι στο έργο «Boy Peeling Fruit», που δημιούργησε ο καλλιτέχνης λίγα χρόνια πριν, όπως επίσης και με τον άγγελο στο έργο «Saint Francis of Assisi in Ecstasy».

«The manuscripts show that the boys are practicing madrigals celebrating love, and the eyes of the lutenist, the principal figure, are moist with tears—the songs presumably describe the sorrow of love rather than its pleasures. The violin in the foreground suggests a fifth participant, implicitly including the viewer in the tableau.» (en.wikipedia.org)
!!!!!!!!!!!

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Silhouettes

Auguste Edouart (French, 1789–1861) , Frank Johnson, Leader of the Brass Band of the 128th Regiment 
in Saratoga, with his wife, Helen
"Silhouettes must have first appeared in England in about 1700, when William and Mary reportedly had their profiles done. By the 1720s, silhouettes—or shades as they were known in Great Britain—had become an established novelty, and by the end of the century their popularity had spread to France. By the end of the eighteenth century, a few French silhouettists had introduced profiles to the United States; however, it was not until the summer of 1839 that Auguste Edouart, the most prolific silhouettist ever to work in the United States, arrived in New York..."
πηγή: The Metropolitan Museum of Art (http://www.metmuseum.org/collection)

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

“so full of shapes is fancy” *!



"O spirit of love, how quick and fresh art thou
That, notwithstanding thy capacity
Receiveth as the sea, naught enters there,
Of what validity and pitch so e’er,

But falls into abatement and low price
Even in a minute! So full of shapes is fancy
That it alone is high fantastical."

Από το έργο του William Shakespeare Twelfth Night (act 1, scene 1)

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ψυχή

Νικόλαος Γύζης, Η Ψυχή του καλλιτέχνη1893
Η “Ψυχή” είναι ένα εμπρεσιονιστικό έργο ζωγραφικής του Νικολάου Γύζη (1842-1900) που υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και ανήκε στη λεγόμενη «Σχολή του Μονάχου». Ο ζωγράφος δημιούργησε το έργο ως δείγμα της εργασίας του, κοσμώντας με αυτό το εξώφυλλο του βιογραφικού του σημειώματος που έστειλε σε μεγάλο μουσείο του εξωτερικού.
Είναι ένα έγχρωμο σκίτσο που απεικονίζει μία αιθέρια γυναικεία μορφή με φτερά να κάθεται μπροστά από μια σπηλιά και να κοιτάζει με περίσκεψη ένα κόκκινο κουτί που κρατά στο χέρι της.
Πρόκειται για αλληγορία που κινείται στην ατμόσφαιρα του συμβολισμού. Η γυναικεία μορφή είναι η Ψυχή, μορφή της ελληνικής μυθολογίας. Η Ψυχή ήταν ομορφότερη από τη θεά Αφροδίτη με αποτέλεσμα να προκαλέσει το φθόνο της θεάς. Η σπηλιά, στην είσοδο της οποίας κάθεται, οδηγεί στον Κάτω Κόσμο και το κουτάκι που κρατά της το έδωσε η θεά Αφροδίτη. Σύμφωνα με το μύθο, έπρεπε να κατεβεί στον Άδη και να γεμίσει το κουτί με κρέμα που θα της έδινε η Περσεφόνη, κλέβοντας έτσι λίγη από την ομορφιά της.
Γενικότερα, η εικόνα του Νικολάου Γύζη συμβολίζει την Ψυχή του καλλιτέχνη που υπάρχει και δίνει ζωή στα έργα του. 

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Βροχή ζαχαρωτών...

...από νέφη κατακορύφου αναπτύξεως...   *!
Felix Mendelssohn, Piano Concerto No. 1 in G minor, op. 25


Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

"Glassy essence"

Stephen Reid, Isabella and Angelo, 1909, (Measure for Measure)
(Isabella) 
"... but man, proud man,
Drest in a little brief authority,
Most ignorant of what he's most assured,
His glassy essence*, like an angry ape,
Plays such fantastic tricks before high heaven
As make the angels weep; who, with our spleens,
Would all themselves laugh mortal."

"Mα άνθρωπε συ, περήφανε άνθρωπε,
που ντύθηκες μικρή εξουσία εφήμερη,
και πιο πολύ αγνοείς ό,τι πιο βέβαιο έχεις,
τη γυάλινη την ύπαρξή σου, σαν έξαλλη μαϊμού,
με κόλπα κωμικά μπροστά στον ύψιστο ουρανό,
κάνεις να κλαιν οι αγγέλοι, που
αν είχαν φύση ανθρώπινη,
θα πέθαιναν στα γέλια."
Σαίξπηρ, Με το Ίδιο Μέτρο, 2.2

Κορυφαίοι στίχοι από το ίσως πιο αντισυμβατικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, το οποίο ανήκει στις λεγόμενες «μελαγχολικές κωμωδίες» του, γιατί εκτός από δραματικά στοιχεία και ηθικοπλαστικά διδάγματα, έχει και κωμικές παρεμβάσεις, όπως και αίσιο τέλος. Βασικό θέμα του έργου είναι η δολιότητα της κρατικής εξουσίας και η διαφθορά των ανθρώπων όταν αναλαμβάνουν δημόσιες θέσεις. 

* glassy essence: "That essential nature of man which is like glass from its faculty to reflect the image of others in its own, and from its fragility, its liability to injury or destruction" (Clarke)

Felix Mendelssohn - Symphony No. 3 in A minor, Op. 56 "Scottish"

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

straightforwardly

"...as certain dark things are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul..." *
painting (detail), photo by celia g.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Madonna with Child

Filippo Lippi, Madonna with Child, 1465 (detail)
Uffizi Gallery,
Florence, Italy
Αυτό το έργο του Filippo Lippi, ζωγραφισμένο γύρω στα 1465, είναι ένα από τα πιο γνωστά και θαυμαστά έργα της Αναγέννησης και εκτίθεται στην Uffizi Gallery στη Φλωρεντία.

Η Παναγία εικονίζεται προφίλ, να προσεύχεται μπροστά στο παιδί, το οποίο υποστηρίζεται από δύο αγγέλους. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση των προσώπων των αγγέλων (περισσότερο μοιάζουν με δύο νεαρά αγόρια, κατεργάρηδες). Πίσω τους φαίνεται ένα όμορφο τοπίο, εμπνευσμένο από τη φλαμανδική ζωγραφική. Η κόμμωση της Παναγίας είναι πολύ κομψή (μαλλιά διακοσμημένα με πέρλες και πέπλα).

Η γλυκύτητα της σύνθεσης, καθώς και η φινέτσα της γυναίκας θα αποτελέσει αργότερα πρότυπο κομψότητας για πολλούς ζωγράφους, όπως τον Μποτιτσέλι, που ήταν μαθητής του Filippo Lippi και δημιουργός των έργων  "Η Γέννηση της Αφροδίτης" και "Άνοιξη".

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

"Μιλώ για την πόλη"

                   Στον Έλιοτ Γουάινμπεργκερ
  Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,
  συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
  η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
  η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
  η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
  με τα μνημεία και τ’ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
  σ’ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
  πριν απ’ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
  ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
  – να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σ’ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
  να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
  να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
  βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απ’ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
  μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
  και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
  μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απ’ τους νεκρούς, που κατοικείται από τ’ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απ’ τη δεσποτική της μνήμη,
  η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,
      μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
  το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
  τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
  τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
  όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
  μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τ’ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
  για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
  μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
  για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
  για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
  μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
  γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
  μιλώ για τον δείπνο κάτω απ’ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
  για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
  για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
  για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
  για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
  μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
  για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
  για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
  μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
  μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
  για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
  για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σ’ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
  μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
  μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
  το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει νά ’ναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
  μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
  συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
  ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απ’ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
  υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
  μιλώ για τ’ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
  μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τ’ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
  μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
  μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
  μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
  χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
  ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σ’ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
  στιγμή του ίσαμ’ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
  η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
  μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
  μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
  μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
       μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μιά μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.
Octavio Paz, Μιλώ για την πόλη, (μετ. Γιώργος Κεντρωτής)


Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

εικόνα πόλης

φωτ. celia g.
 "...η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιας λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο..."

Octavio Paz, «Μιλώ για την Πόλη» (απόσπασμα) 



Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Feeling...


«Τhe most painful feeling, the most piercing emotions are also the most absurd ones – the longing for impossible things, precisely because they are impossible, the nostalgia for what never was; the desire for what might have been; one’s bitterness that one is not someone else or one’s dissatisfaction with the very existence of world. All these half-tones of the soul’s consciousness create a raw landscape within us, a sun eternally setting on what we are. Our sense of ourselves then becomes a deserted  field at nightfall with sad reeds flanking a boatless river bright in the darkness growing between the distant shores
Fernando Pessoa, The Book of Disquiet (Το βιβλίο της ανησυχίας)

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Fairground

Lost my heart in the fairground the sad clown tries to smile
How quickly goes our innocence how swiftly were defiled
Lost my heart in the fairground when I saw the cheapest rides
Were the ones the crowds queue for the sad clown stands aside
The vulgar neon prostitutes they always win the day
How swiftly our innocence is swept away
Lost my heart in the fairground when I saw that it was crap
Well marketed and packaged that keeps them coming back
How quickly we do swallow the bitterest of pills
The neon whores and sycophants who peddle cheaper thrills
How quickly fairground barkers learn to shout
The quick and easy buck is what its all about
Lost my heart in the fairground the sad clown tries to smile
How quickly goes our innocence how swiftly were defiled...

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Εὐκοσμία

Ἀναχωρήσεις αὑτοῖς ζητοῦσιν ἀγροικίας καὶ αἰγιαλοὺς καὶ ὄρη, εἴωθας δὲ καὶ σὺ τὰ τοιαῦτα μάλιστα ποθεῖν. ὅλον δὲ τοῦτο ἰδιωτικώτατόν ἐστιν, ἐξόν, ἧς ἂν ὥρας ἐθελήσῃς, εἰς ἑαυτὸν ἀναχωρεῖν. οὐδαμοῦ γὰρ οὔτε ἡσυχιώτερον οὔτε ἀπραγμονέστερον ἄνθρωπος ἀναχωρεῖ ἢ εἰς τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, μάλισθ' ὅστις ἔχει ἔνδον τοιαῦτα, εἰς ἃ ἐγκύψας ἐν πάσῃ εὐμαρείᾳ εὐθὺς γίνεται˙ τὴν δὲ εὐμάρειαν οὐδὲν ἄλλο λέγω ἢ εὐκοσμίαν. συνεχῶς οὖν δίδου σεαυτῷ ταύτην τὴν ἀναχώρησιν καὶ ἀνανέου σεαυτόν˙ βραχέα δὲ ἔστω καὶ στοιχειώδη ἃ εὐθὺς ἀπαντήσαντα ἀρκέσει εἰς τὸ πᾶσαν λύπην ἀποκλύσαι καὶ ἀποπέμψαι σε μὴ δυσχεραίνοντα ἐκείνοις ἐφ ἃ ἐπανέρχῃ. 
Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Βιβλίο 4, 3

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

"Fly away on wings of wind..."

"Fly away on wings of wind
To native lands, our native song,
To there, where we sang you freely,
Where we were so carefree with you.
There, under the hot sky,
With bliss the air is full,
There, to the murmur of the sea, mountains doze in the clouds.
There, the sun shines so brightly,
Bathing [our] native mountains in light.
In the meadows, roses bloom luxuriously,
And nightingales sing in the green forests;
And sweet grape grows.
There is more freedom for you there, song…
And so, fly away!"
Alexander Borodin, Polovtsian Dances - Prince Igor

Οι Polovtsian χοροί, (από το ρωσικό όνομα «Polovtsy» - το όνομα που δίνεται στους Κουμάνους από τους Ρως) αποτελούν ένα εξωτικό σκηνικό στην μεγάλη όπερα του Alexander Borodin «Ο Πρίγκιπας Ιγκόρ».
Η όπερα του Μποροντίν είναι βασισμένη στο ρωσικό ανώνυμο έπος του 13ου αιώνα "Η ιστορία της εκστρατείας του πρίγκιπα Ιγκόρ", ο οποίος είναι ιστορικό πρόσωπο. Το λιμπρέτο το έγραψε ο ίδιος ο συνθέτης. Σε ό,τι αφορά τους πολοβιτσιανούς χορούς του μπαλλέτου, αυτοί συμπεριλαμβάνονται στο ρεπερτόριο όλων των συμφωνικών ορχηστρών του κόσμου.
 “Ο πρίγκιπας Ιγκόρ”, η μοναδική όπερα του Μποροντίν, έμεινε ατέλειωτη σε διάφορα σημεία. Μετά το θάνατό του, ο Ρίμσκυ-Κόρσακωφ τέλειωσε την ενορχήστρωση. Σε αυτήν συνεργάστηκε και ο Αλέξανδρος Γκλαζουνώφ. Ο τελευταίος Ρώσος συνθέτης που έβαλε κάτι για να τελειώσει “Ο πρίγκιπας Ιγκόρ” ήταν ο Πάβελ Σμέλκωφ. Αυτός τέλειωσε τον μονόλογο της 3ης πράξης, ο οποίος ακούστηκε και στην σύγχρονη παρουσίαση του έργου από την Μητροπολιτική Όπερα.
O Mποροντίν ανήκει στην περίφημη ομάδα των ”Τρομερών ή Μέγιστων Πέντε”. Έτσι έγιναν γνωστοί οι πέντε Ρώσοι συνθέτες ( Αλέξανδρος Mποροντίν, Νικολάι Ρίμσκυ-Κόρσακωφ, Μοδέστος Πέτροβιτς Μουσόργκσκυ, Αλέξανδρος Γκλαζουνώφ,  Καίσαρ Αντόνοβιτς Κουΐ / αρχηγός της παρέας και εμπνευστής της ιδέας: Μίλυ Μπαλακίρεφ) οι οποίοι υπέγραψαν συμφωνία μεταξύ τους να προβάλλουν μέσα στο έργο τους μόνο  την ρωσική ιστορία και τα ρωσικά λαϊκά τραγούδια. 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Clinamen*

Egon Schiele, Standing Male Nude, 1910
Found on aceblush.tumblr.com  
Ωστόσο δε δημιουργεί ο άνθρωπος τον κόσμο. Δεν κατορθώνει να τον αποκαλύψει παρά μέσα από τις αντιστάσεις που αυτός ο κόσμος του προβάλλει. Η θέληση δεν καθορίζεται παρά με τα εμπόδια που προκαλεί κι εξαρτάται από το κατά πόσο τεχνητά είναι, τη στιγμή που μερικά από αυτά καταπολεμούνται κι άλλα όχι. Αυτό ήθελε να πει ο Καρτέσιος όταν έλεγε ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι απεριόριστη, αλλά η εξουσία του περιορισμένη. Πώς όμως αυτοί οι περιορισμοί μπορούν να συμβιβαστούν με την ιδέα μιας ελευθερίας, που επιβεβαιώνεται σαν σύνολο και σαν περιορισμένη κίνηση;
Απέναντι σε ένα εμπόδιο που είναι αδύνατο να υπερνικηθεί, η επιμονή είναι ανόητη: αν επιμένω να χτυπάω με τη γροθιά μου έναν ακλόνητο τοίχο, η ελευθερία μου εξαντλείται σ’ αυτή την ανώφελη χειρονομία, χωρίς να μπορεί να αποκτήσει ένα περιεχόμενο και υποβιβάζεται έτσι σε μια μάταιη πιθανότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχει πιο θλιβερή αρετή από την υποταγή. Μεταμορφώνει σε φαντασιώσεις, σε αμφίβολα ονειροπολήματα, σχέδια που είχαν καταρχήν διαμορφωθεί σα θέληση και σαν ελευθερία. Ένας νέος άνθρωπος επιθυμούσε να έχει μια ζωή ευτυχισμένη, χρήσιμη ή δοξασμένη. Αν αργότερα κοιτάζει με κυνικότητα κι αδιαφορία τις αποτυχημένες προσπάθειες της εφηβείας του, τότε αυτές ακινητοποιούνται για πάντα στο παρελθόν. Όταν μια προσπάθεια αποτυγχάνει, δηλώνουμε με πικρία ότι χάσαμε τον καιρό μας, ότι ξοδέψαμε τις δυνάμεις μας, γιατί η αποτυχία καταδικάζει ολόκληρο το κομμάτι του εαυτού μας που επιστρατεύσαμε σ’ αυτή την προσπάθεια. Για να ξεφύγουν από αυτό το δίλημμα, οι στωικοί κήρυξαν την αδιαφορία. Θα μπορούσαμε πράγματι να επιβεβαιώσουμε την ελευθερία μας ενάντια σε κάθε καταναγκασμό, αν δεχόμαστε ν’ απαρνηθούμε την ιδιαιτερότητα των σχεδίων μας: αν μια πόρτα αρνείται ν’ ανοίξει, μπορούμε ν’ αποφασίσουμε να μην την ανοίξουμε, παραμένοντας τότε ελεύθεροι. Αλλά έτσι δεν κατορθώνουμε να διασώσουμε παρά μια αφηρημένη έννοια της ελευθερίας και να την αδειάσουμε από κάθε περιεχόμενο κι από κάθε αλήθεια: η εξουσία του ανθρώπου παύει να είναι περιορισμένη γιατί εκμηδενίζεται. Είναι η ιδιαιτερότητα του σχεδίου που καθορίζει τον περιορισμό της εξουσίας κι αυτή είναι επίσης που δίνει στο σχέδιο ένα περιεχόμενο και του επιτρέπει να θεμελιωθεί. Υπάρχουν άνθρωποι που η ιδέα της αποτυχίας τούς εμπνέει τέτοιο τρόμο, που συγκρατιούνται από το να θέλουν ποτέ κάτι: κανείς όμως δεν μπορεί να δει αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα σα θρίαμβο της ελευθερίας.

Simone de Beauvoir, Pour une morale delambiguite” (Για μια ηθική της αμφισβήτησης), εκδ. Γλάρος, σελ.25, 26

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Διαυγής και ήρεμη θέαση

Μας αρέσει πολύ να μιλάμε για την υποκριτική μας ευαισθησία ενώπιον του αρχαίου κάλλους, καθώς και ενώπιον του κάλλους των ειδωλολατρικών πολιτισμών που έχουν γεννήσει τον δικό μας. Αλλά είμαστε πολύ μακριά από το να έχουμε την ψυχή των Ελλήνων ή την ψυχή των Ρωμαίων. Τους θαυμάζουμε από το πλάι, μ’ έναν ανυπόστατο τρόπο. Τίποτα πια από την αρχαία ψυχή δεν απομένει σ’ εμάς. Η δίψα μας για το αρχαίο κάλλος είναι καθ’ όλα χριστιανική ως προς τη μανία της τελειότητας και ως προς την ανησυχία της.
Το αίσθημα με το οποίο θαυμάζουμε τα ελληνικά αγάλματα τα προσβάλλει. Θαυμάζουμε υπερβολικά το κάλλος· οι Έλληνες δεν τ’ αγαπούσαν έτσι. Το κάλλος δεν ήταν για την ευαισθησία τους παρά η διαυγής τους και ήρεμη θέαση των πραγμάτων. Όταν βλέπουμε τα πράγματα με υπερβολική διαύγεια, δεν μπορούμε πια καθόλου να τα νιώσουμε. Και οι Έλληνες ήσαν προικισμένοι με μια εξαιρετική διαύγεια. Γι’ αυτό και ένιωθαν λίγο. Εξού και η τελειότητα των έργων τέχνης τους. Για να δημιουργήσεις ένα έργο τέχνης, μια τέλεια τελειότητα (sic), είναι αναγκαίο να μην αισθάνεσαι το κάλλος του. Σύνολη η ελληνική τέχνη ήταν ισορροπία και (…). Ήταν μια τέχνη ανθρώπων που ήξεραν να βλέπουν και πού έβλεπαν. Καμία σχέση με μας, που ανακατεύουμε στο αίσθημά μας μπροστά σε ένα άγαλμα αυτά τα ψεύτικα συναισθήματα, της ηθικής τελειότητας και της αγνότητας, που ο χριστιανισμός μας έμαθε να νιώθουμε θαυμάζοντας τον Χριστό πάνω στο σταυρό. Δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τα αντικείμενα διαυγή και γαλήνια στρεβλώνοντάς τα με το βλέμμα μας και τον θαυμασμό μας. Να δημιουργήσουμε εντός μας ένα νέο τρόπο να νιώθουμε και να βλέπουμε.

Fernando Pessoa, Ο δρόμος του φιδιού, μετ. Γιάννης Σουλιώτης, εκδ.ΑΡΜΟΣ, σελ. 37,38

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

"I am half agony, half hope"

Η επιστολή του Frederick Wentworth στην Anne Elliot, λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος Persuasion («Πειθώ») της Jane Austen, είναι ίσως μια από τις ομορφότερες (ομολογίες αγάπης) στην παγκόσμια λογοτεχνία …
"I can listen no longer in silence. I must speak to you by such means as are within my reach. You pierce my soul. I am half agony, half hope. Tell me not that I am too late, that such precious feelings are gone for ever. I offer myself to you again with a heart even more your own than when you almost broke it, eight years and a half ago. Dare not say that man forgets sooner than woman, that his love has an earlier death. I have loved none but you. Unjust I may have been, weak and resentful I have been, but never inconstant. You alone have brought me to Bath. For you alone, I think and plan. Have you not seen this? Can you fail to have understood my wishes? I had not waited even these ten days, could I have read your feelings, as I think you must have penetrated mine. I can hardly write. I am every instant hearing something which overpowers me. You sink your voice, but I can distinguish the tones of that voice when they would be lost on others. Too good, too excellent creature! You do us justice, indeed. You do believe that there is true attachment and constancy among men. Believe it to be most fervent, most undeviating, in F.W.
 "I must go, uncertain of my fate; but I shall return hither, or follow your party, as soon as possible. A word, a look, will be enough to decide whether I enter your father's house this evening or never."
Jane Austen, "Persuasion"

Joaquin Rodrigo, Concerto De Aranjuez Adagio 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

The Corn Poppy

Kees van Dongen, The Corn Poppy  (1919)
Ο Cornelis Theodorus Maria van Dongen (1877 –1968), γνωστός ως  Kees van Dongen ή απλά Van Dongen, ήταν ένας Ολλανδός ζωγράφος και ένας από τους Fauves. Απέκτησε φήμη για τα αισθησιακά και μερικές φορές φανταχτερά πορτρέτα του.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

“'Ita vita est hominum quasi cum ludas tesseris..."

Katsushika Hokusai,The Great Wave off Kanagawa*
Ο Τερέντιος λέγει: «στον ανθρώπινο βίο είναι όπως όταν παίζεις ζάρια: όταν δεν έρχεται αυτό που περισσότερο χρειάζεσαι να φέρεις, τότε πρέπει να διορθώσεις με την τέχνη αυτό που έχει έρθει», έχοντας προφανώς κατά νου κάποιο είδος ταβλιού. Επί το συντομότερον, μπορούμε να πούμε: η τύχη ανακατεύει τα χαρτιά κι εμείς παίζουμε. Η δε πλέον κατάλληλη παρομοίωση για να εκφράσει τον εν λόγω στοχασμό μου είναι ίσως η ακόλουθη. Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του όμως εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα· οι τροποποιήσεις στις οποίες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.
Εξάλλου, υπάρχει στη διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλαδή είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ότι  πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ότι πιστεύουμε είναι μια ανακάλυψη που κάνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα. Στις κύριες γραμμές, στις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση, μ’ ένα -θα ’λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητάς μας και, κατόπιν, όταν κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως και ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες, και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας –όταν αισίως φτάσουμε σ’ αυτό- μας παρέχει τη δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.
Arthur SchopenhauerΕγχειρίδιο πρακτικής σοφίας, μτφ. Δ.Υφαντής, εκδ. Ροές
*Το μεγάλο κύμα έξω από την Καναγκάουα είναι πιθανώς ο πιο φημισμένος  πίνακας  στην Ιαπωνική τέχνη, έργο του Κατσουσίκα Χοκουσάϊ, Ιάπωνα καλλιτέχνη, χαράκτη και σκιτσογράφου της περιόδου Έντο (19ος αι.). Αποτελεί τον πρώτο από μια σειρά πινάκων  με τον τίτλο: Fugaku Sanjurokkei 36 Απόψεις του Βουνού Fuji, που δημιούργησε με την τεχνική της ξυλογραφίας. Απεικονίζει τρεις βάρκες σε τρικυμία να αντιμετωπίζουν  ένα τεράστιο κύμα, ενώ στο βάθος φαίνεται αχνά το Βουνό Fuji. Ο πίνακας  είναι εκτύπωση από ξύλινες μήτρες και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1831-33. Το διάσημο έργο παρουσιάζει μια ξεχωριστή  επιστημονικής φύσης πρωτοτυπία: Αποτελεί παράδειγμα αυτό- ομοιότητας  και όπως αναφέρει ο   Mandelbrot στο βιβλίο του «H Φράκταλ Γεωμετρία της Φύσης» η εικόνα αναπαριστά πολύ καλά τη φράκταλ φύση των κυμάτων.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Αremu rindineddha - Άραγε χελιδόνι μου

Bouguereau's 1884
(Κατωιταλική διάλεκτος, Grecia Salentina - Νότια Ιταλία)
Aremu rindineddha
plea talassa se guaddhi
ce a putt' e ste 'ce ftazzi
ma to kallo cerro.
 vasta to petton apsro
mavre vasta tes ale
stavri kulor de mare
ce i kuta en'diu nifti
 kaimmeno mbro sti talassa
evo se kanono
lio ngherni lio kalei
lio nghizzi to nero
aremo plea paissia
pleus topus ise diammena
pu in echi ghianomena
ti foddhean esu
an ifsera ti diaike
apu cirtea s'emena
ka possa guaita sena
su roto na mu pi
 ma su tipo mu lei
ja possa sse roto
lio ngherni lio kalei
lio nghizzi to nero

L' Arpeggiata, Aremou Rindineddha
Άραγε χελιδόνι μου
ποια θάλασσα σε φέρνει
και ποιος σε περιμένει
μ’ αυτόν τον καλό καιρό.

Άσπρο έχεις το στήθος
και μαύρα τα φτερά,
τη θάλασσα στη ράχη,
στα δύο την ουρά.

Στέκομαι μπρος στη θάλασσα
και πάλι σε κοιτώ
λίγο που γέρνεις, λίγο ανεβαίνεις
κι ίσα που αγγίζεις το νερό.

Άραγε πόσους τόπους μας
θα πέρασες εσύ,
άραγε τη φωλίτσα σου
πού να `χτισες κι εσύ.

Αχ, να `ξερα αν διάβηκες
από κει που εγώ βαστώ
πόσα αλήθεια θα ρωτούσα
να μου πεις και να σου πω.

Μα ούτε λέξη δε μου είπες
για όλα αυτά που σου μιλώ
λίγο που γέρνεις, λίγο ανεβαίνεις
κι ίσα που αγγίζεις το νερό.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

"A velvet bridge"

On Prayer
You ask me how to pray to someone who is not.
All I know is that prayer constructs a velvet bridge
And walking it we are aloft, as on a springboard,
Above landscapes the color of ripe gold
Transformed by a magic stopping of the sun.
That bridge leads to the shore of Reversal
Where everything is just the opposite and the word 'is'
Unveils a meaning we hardly envisioned.
Notice: I say we; there, every one, separately,
Feels compassion for others entangled in the flesh
And knows that if there is no other shore
We will walk that aerial bridge all the same.
Czeslaw Milosz*



Czeslaw Milosz (1911-2004)
Γεννημένος στην Πολωνία αλλά αποκτώντας σχετικά γρήγορα την αμερικανική υπηκοότητα, υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της ευρωπαϊκής ποίησης. Ήταν αντι-σταλινικός και εχθρός κάθε ολοκληρωτικού καθεστώτος. Το 1978 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας Neustadt και το 1980 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας .

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

"Who dares name the nameless?"

Margaret
Do you believe in God?

Faust
My darling, who dare say:
I believe in God’?
Choose priest to ask, or sage,
The answer would seem a joke, would it not,
Played on whoever asks?

Margaret               
So, you don’t believe?                                                

Faust
Sweetest being, don’t misunderstand me!
Who dares name the nameless?
Or who dares to confess:
‘I believe in him’?
Yet who, in feeling,                                                                                  
Self-revealing,
Says: ‘I don’t believe’?
The all-clasping,
The all-upholding,
Does it not clasp, uphold,                                                                          
You: me, itself?
Don’t the heavens arch above us?
Doesn’t earth lie here under our feet?
And don’t the eternal stars, rising,
Look down on us in friendship?                                                                
Are not my eyes reflected in yours?
And don’t all things press
On your head and heart,
And weave, in eternal mystery,
Visibly: invisibly, around you?                                                                
Fill your heart from it: it is so vast,
And when you are blessed by the deepest feeling,
Call it then what you wish,
Joy! Heart! Love! God!
I have no name                                                                                         
For it! Feeling is all:
Names are sound and smoke,
Veiling Heaven’s bright glow.

Goethe, "Faust"  
(Part I, Scene XVI: Martha’s Garden, 3426-3458)
πηγή: poetryintranslation.com 
Ary Scheffer, Faust and Marguerite in the Garden
«Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο θεό;…
Ποιος τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο θεό
Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας. 
[.....................................................................................]
Εάν είμαι άνθρωπος, κατά την έννοια ότι έχω συνείδηση των ορίων μου και επίγνωση του πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα του όντος, δεν είναι δυνατόν να δώσω άλλη απόκριση στην ερώτηση της Μαργαρίτας. Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, ναι! πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες. Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, όχι! δεν πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες. Τι απομένει να αποκριθώ; Αυτό ακριβώς είναι το λεπτό σημείο, που γεννά την ανεξάντλητη γονιμότητα του προβλήματος. Το πνεύμα και το νεύμα του Γκαίτε είναι το εξής. Ό,τι σου μένει και ό,τι σου δίνεται είναι εκείνο το σημείο, το άπειρα ελάχιστο ανάμεσα στο όχι και στο ναι, να το ευρύνεις, να το πλατύνεις, να το βαθύνεις, να το εκτείνεις. Να το μεταχειριστείς μ’ έναν τέτοιο τρόπο απόπειρας, και δοκιμασίας, και βασανισμού, και αγωνίας, ώστε από το απειροελάχιστο σημείο να δημιουργήσεις διάσταση, και έκταση, και διάρκεια, χώρο και χρόνο. 
Δημήτρης Λιαντίνης, "Γκέμμα"
!!!!!!!!!!!!!!

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

"Θα ζήσεις δεμένος, κρατώντας από την άκρη..."

İbrahim ÇALLI - Sanatçı Detayı
Δεν θα δεθείς με τίποτα έτσι στα τυφλά.
«Αν δεν υπάρχει αυτό δεν μπορώ να ζήσω» δεν θα πεις.
Δεν θα πεις.
Γιατί μπορείς να ζήσεις.
Δεν χρειάζονται τέτοια τυποποιημένα λόγια,
Δεν θα αγαπήσεις πολύ, ας πούμε. Εάν ο άλλος σε αγαπήσει λιγότερο, θα πληγωθείς.
Και τις περισσότερες φορές ο άλλος σε αγαπάει λιγότερο,
Από όσο τον αγαπάς εσύ.
Αν δεν αγαπήσεις πολύ, δεν πονάς πολύ.
Αν δεν διεκδικήσεις κάτι πολύ, δεν θα ανήκεις και πολύ σε κάτι,
Το κτήριο στο οποίο δουλεύεις, το γραφείο σου, το τηλέφωνο σου, την κάρτα σου,
Ακόμη και το χέρι σου, το πόδι σου, δεν πρέπει να το διεκδικήσεις πολύ,
Θα συμπεριφέρεσαι σαν να μην είναι δικά σου.
Αν δεν έχεις πολλά πράγματα, δεν φοβάσαι να τα χάσεις
Θα συμπεριφέρεσαι σαν να μπορείς να ζήσεις και χωρίς αυτά.
Δεν θα έχεις πολλά έπιπλα στο σπίτι σου.
Θα μπορείς να περπατάς άνετα.
Αν σώνει και καλά θέλεις να διεκδικήσεις κάτι,
Να διεκδικήσεις τους ορίζοντες.
Να διεκδικήσεις τον ουρανό,
Τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα…
Για παράδειγμα το αστέρι του βορρά θα είναι δικό σου,
«Είναι δικό μου», θα λες. «Δικό μου».
Αν σώνει και καλά θέλεις να ανήκεις σε κάτι, θα ανήκεις στα χρώματα,
Στο πορτοκαλί ας πούμε, ή στο ροζ.
Είτε θα ανήκεις στον παράδεισο.
Θα ζεις χωρίς να διεκδικείς πολύ και χωρίς να ανήκεις πολύ,
Σαν να θα έχεις την ζωή για πάντα δική σου και σαν να θα την χάσεις ανά πάσα στιγμή.
Θα ζήσεις δεμένος, κρατώντας από την άκρη.
Can Yücel *

*Ο Τζαν Γιουτζέλ (Can Yücel) (Κωνσταντινούπολη, 1926 - Ντάτσα 1999) ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους Τούρκους ποιητές του 20ού αιώνα. Γνωστός για την απλή και ειλικρινή (και μερικές φορές αγενή) γλώσσα των ποιημάτων του.

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Δύναμη;

-Πώς βεβαιώνεται κάποιος για τη δύναμή του πάνω σε έναν άλλο, Ουίνστον;
Ο Ουίνστον σκέφτηκε:
-Κάνοντάς τον να υποφέρει, είπε.
-Ακριβώς. Κάνοντάς τον να υποφέρει. Η υπακοή δεν αρκεί.
Αν δεν υποφέρει, πώς μπορεί να είσαι βέβαιος πως υπακούει στη δική σου θέληση και όχι στη δική του;
Δύναμη είναι να επιβάλλεις πόνο και ταπείνωση.
Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσεις πάλι δίνοντάς του το σχήμα που θέλεις εσύ. 
Τζώρτζ Όργουελ, "1984 '' 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Ψυχή και περιέργεια

"Δε νομίζεις ότι το κουράγιο και η περιέργεια μοιάζουν μεταξύ τους;" είπε η Μαγιού Κασαχάρα. ''Όπου υπάρχει ψυχή υπάρχει και περιέργεια κι όπου υπάρχει περιέργεια υπάρχει και ψυχή. Δεν έχω δίκιο;"
''Χμ, μπορεί να έχουν κάποια ομοιότητα'' είπα.''Μπορεί να έχεις δίκιο, σε ορισμένα πράγματα μπορεί να συμπίπτουν.''
''Όπως όταν μπαίνεις απρόσκλητος στις ξένες αυλές, ας πούμε.''
''Ναι, κάπως έτσι'' είπα βάζοντας άλλη μια καραμέλα λεμόνι στη γλώσσα μου.''Όταν μπαίνεις κρυφά στην αυλή κάποιου, αυτό σημαίνει πως η περιέργεια και η ψυχή συνεργάζονται. Η περιέργεια μπορεί να βγάλει την ψυχή από την κρυψώνα της μερικές φορές, μπορεί ακόμα και να την ενεργοποιήσει. Όμως η περιέργεια συνήθως εξανεμίζεται. Αυτό που κρατάει είναι η ψυχή. Η περιέργεια είναι σαν ένα περιστασιακό φιλαράκι που δεν εμπιστεύεσαι. Σε ερεθίζει λίγο στην αρχή και μετά σε αφήνει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου  - με όση ψυχή σου απομένει.''

Haruki Murakami, (The Wind-Up Bird Chronicle) Το Κουρδιστό Πουλί, εκδ. Ωκεανίδα