Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!

Nicolae Grigorescu, Andreescu la Barbizon
Στο καφενείο μιας γαλλικής πόλης συζητούν συγχρόνως ο Ζαν με τον φίλο του Μπερανζέ σχετικά με τη φύση της ύπαρξης και κάποιος γέρος με έναν παράξενο άνθρωπο που αυτοαποκαλείται φιλόσοφος-ορθολογιστής, σχετικά με τη φύση της λογικής. Οι δύο διάλογοι, αν και είναι αυτόνομοι, ακούγονται μαζί και αποτελούν, ο καθένας για τον άλλον, ένα ειρωνικό σχόλιο.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Ιδού λοιπόν εις υποδειγματικός συλλογισμός: Η γαλή έχει τέσσαρας πόδας. Ο Ισίδωρος και ο Φρικό έχουν ανά τέσσαρας πόδας έκαστος. Άρα ο Ισίδωρος και ο Φρικό είναι γαλαί!
ΓΕΡΟΣ: (στον Φιλόσοφο) Και ο σκύλος μου έχει τέσσαρας πόδας.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ- ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Τότε είναι γαλή.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ (στον Ζαν): Εγώ έχω μόλις τη δύναμη να ζω. Ίσως να μη μου κάνει πια και πολύ κέφι η ζωή...
ΓΕΡΟΣ: (στον Ορθολογιστή, ύστερα από πολλή σκέψη): Ώστε, σύμφωνα με τη λογική, ο σκύλος μου πρέπει να είναι γαλή.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Λογικώς ναι. Ουχ ήττον όμως και το αντίθετο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ (στον Ζαν): Με βαραίνει η μοναξιά. Οι άνθρωποι το ίδιο...
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ): Φάσκεις και αντιφάσκεις. Δεν μπορεί να σε βαραίνει και η μοναξιά και οι άνθρωποι, θα πρέπει να είναι ή το ένα ή το άλλο. Περνιέσαι για στοχαστής, κι όμως δεν έχεις ίχνος λογικής...
ΓΕΡΟΣ: (στον Ορθολογιστή): Πολύ ωραίο πράγμα η λογική.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: (στον Γέρο): Υπό τον όρον να μην κάμνει κανείς κατάχρησιν.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν): Η ζωή είναι κάτι το αφύσικο.
ΖΑΝ: Αντιθέτως. Τίποτα το πιο φυσικό. Και να η απόδειξη: Οι πάντες ζουν!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Περισσότεροι είναι οι πεθαμένοι απ' τους ζωντανούς. Κι όλο και πληθαίνουν, οι ζωντανοί μπροστά τους ... σπανίζουν.
ΖΑΝ: Πεθαμένοι δεν υπάρχουν. Ωραίο αυτό ε; Χα, χα, χα! (Χοντρό γέλιο). Κι αυτοί, λοιπόν, σε βαραίνουν; Πώς μπορεί να σε βαραίνει κάτι που δεν υπάρχει;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εγώ ο ίδιος αναρωτιέμαι αν υπάρχω.
ΖΑΝ (στον Μπερανζέ): Δεν υπάρχεις αγαπητέ μου, και δεν υπάρχεις διότι δε σκέφτεσαι. Από τη στιγμή που θ' αρχίσεις να σκέφτεσαι θα υπάρχεις!
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο):Έτερος συλλογισμός! Όλαι αι γαλαί είναι θνηταί. Ο Σωκράτης είναι θνητός. Άρα ο Σωκράτης είναι γαλή.
ΓΕΡΟΣ: ....κι έχει τέσσαρας πόδας. Σωστά, έχω ένα γάτο, που τον λένε Σωκράτη.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: Όπερ έδει δείξαι!
ΖΑΝ (στον Μπερανζέ): Κατά βάθος σ' αρέσει ν' αστειεύεσαι. Λες πως η ζωή δε σ' ενδιαφέρει. Κι όμως υπάρχει κάποιο πρόσωπο που σ' ενδιαφέρει.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιο πρόσωπο;
ΖΑΝ: Η μικρούλα του γραφείου, που πέρασε από δω πριν από λίγο. Είσαι ερωτευμένος μαζί της.
ΓΕΡΟΣ (στον Ορθολογιστή):
Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: Αυτό αποδεικνύει η Λογική

Ευγένιος Ιονέσκο, "Ρινόκερος"

Το παραπάνω απόσπασμα από τον "Ρινόκερο" του Ιονέσκο ανήκει στο "Θέατρο του παραλόγου", γράφτηκε το 1959 και προσπαθεί σε αυτό να παρουσιάσει το παράλογο της ανθρώπινης ζωής και τον εκφυλισμό των ανθρώπινων σχέσεων.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

"...ως δήθεν άτομα"

«Η μάζα παφλάζει, ένα πελώριο, άγριο, αγκρισμένο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς βρίσκεται μέσα σ’ όλους μας, βαθιά. Παρά την ηλικία της, είναι το νεαρότερο ζώο, το κύριο δημιούργημα της γης, ο σκοπός και το μέλλον της. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη μάζα. Ζούμε ακόμη ως δήθεν άτομα. Κάποιες φορές η μάζα μας κατακλύζει, μια βρυχώμενη θύελλα, ένας απέραντος, πολύβουος ωκεανός, που όλες οι σταγόνες του είναι ζωντανές και λαχταρούν το ίδιο πράγμα. Σε λίγο όμως διαλύεται, και ξαναγινόμαστε «εμείς»: φτωχοί, λεηλατημένοι». 
Ελίας Κανέττι, "Μάζα και εξουσία", 1960

Ο Βούλγαρος συγγραφέας Ελίας Κανέττι (1905-1994), βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1981. Έγραψε στα γερμανικά. Γνωστά έργα του: "Η τύφλωση", "Μάζα και εξουσία", "Ο πυρσός στο αυτί", "Η γλώσσα που δεν κόπηκε" κ.α.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Η απάτη

Paul Gauguin, Two Tahitian Women, 1899
Ο πόλεμος είχε τελειώσει και γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή ειρήνης, όταν ξαναβρέθηκα με την Κασταλία στο ίδιο εκείνο το δωμάτιο που κάναμε τις συναντήσεις μας. [………] 
«Θα μπορούσες σίγουρα να τη διδάξεις να πιστεύει ότι το μυαλό των ανδρών είναι και θα είναι πάντα πολύ ανώτερο από το μυαλό των γυναικών», της πρότεινα. Ακούγοντας αυτό το πρόσωπό της φωτίστηκε και άρχισε να ξεφυλλίζει και πάλι τα παλιά πρακτικά. «Ναι», είπε, «σκέψου τις ανακαλύψεις τους, τα μαθηματικά τους, τις επιστήμες τους, τη φιλοσοφία τους, την πολυμάθειά τους…» και μετά άρχισε να γελάει». «Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου το γερο- Χόμπκιν και τους ψύλλους στα άχυρα», είπε και συνέχισε να διαβάζει και να γελάει και νόμιζα πως ήταν μάλλον ευχαριστημένη, όταν πέταξε ξαφνικά το βιβλίο και ξέσπασε: «Ω! Κασσάνδρα, γιατί με βασανίζεις; Δεν ξέρεις ότι η πίστη στο πνεύμα των ανδρών είναι η μεγαλύτερη απάτη που υπάρχει;» «Τι;» αναφώνησα. «Ρώτα όποιον δημοσιογράφο, καθηγητή, πολιτικό ή ταβερνιάρη θέλεις και θα σου πει ότι οι άνδρες είναι πολύ πιο έξυπνοι από τις γυναίκες». «Λες και είχα καμιά αμφιβολία», είπε περιφρονητικά. «Μα πώς να μην είναι; Από καταβολής κόσμου, τους ανατρέφουμε, τους ταΐζουμε, τους κανακεύουμε για να γίνουν, αν μη τι άλλο, έξυπνοι. Το φταίξιμο είναι όλο δικό μας!» είπε. «Επιμέναμε να αποκτήσουμε πνεύμα και το αποκτήσαμε. Αλλά, τελικά αυτό το πνεύμα», συνέχισε, «μόνο πνεύμα δεν είναι! Τι πιο γοητευτικό από ένα αγόρι που δεν έχει καλλιεργήσει ακόμα το πνεύμα του; Είναι όμορφος· δεν κάνει τον σπουδαίο· καταλαβαίνει την τέχνη και τη λογοτεχνία μόνο από ένστικτο· ζει απολαμβάνοντας τη ζωή του και κάνοντας και τους άλλους να την απολαμβάνουν. Μετά του μαθαίνουν να καλλιεργεί το πνεύμα του. Γίνεται δικηγόρος, δημόσιος υπάλληλος, στρατηγός, συγγραφέας, καθηγητής. Κάθε μέρα πρέπει να πηγαίνει σ’ ένα γραφείο. Κάθε χρόνο να παράγει και από ένα βιβλίο. Συντηρεί μια ολόκληρη οικογένεια με τα προϊόντα του εγκεφάλου του – ο κακόμοιρος! Πολύ σύντομα καταντάει να μην μπορεί να μπει σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνει τους άλλους να αισθάνονται άβολα. Παριστάνει ότι είναι ανώτερος από κάθε γυναίκα που συναντά και δεν τολμά να πει την αλήθεια, ούτε στην ίδια του τη γυναίκα. Κάθε φορά που είναι να τον πάρουμε αγκαλιά, πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας, αντί να τα αφήνουμε ανοιχτά από ευχαρίστηση. Είναι αλήθεια ότι τελικά βρίσκουν παρηγοριά σε παράσημα διαφόρων σχημάτων, σιρίτια όλων των αποχρώσεων και εισοδήματα όλων των μεγεθών – αλλά η δική μας η παρηγοριά ποια είναι; Ότι σε δέκα χρόνια θα είμαστε σε θέση να περάσουμε λίγες μέρες στη Λαχώρη; Ή το μικρότερο έντομο στην Ιαπωνία έχει ένα όνομα δυο φορές μακρύτερο από το σώμα του; Για όνομα του Θεού. Κασσάνδρα, ας βρούμε κάποιο τρόπο ώστε να γεννούν οι άντρες τα παιδιά! Είναι η μόνη μας λύση. Γιατί αν δεν τους εξασφαλίσουμε μια αθώα απασχόληση, δεν πρόκειται να έχουμε ούτε καλούς ανθρώπους, ούτε καλά βιβλία. Θα χαθούμε μέσα στους καρπούς της ανεξέλεγκτης δραστηριότητάς τους και δεν θα επιβιώσει ούτε ένα ανθρώπινο ον να μαρτυρήσει ότι κάποτε υπήρξε ο Σαίξπηρ!»
«Είναι πολύ αργά», απάντησα. «Ούτε για τα ίδια μας τα παιδιά δεν μπορούμε να προνοήσουμε».
«Και μετά με ρωτάς αν πιστεύω στο πνεύμα», είπε.
Όσο μιλούσαμε, άνθρωποι φώναζαν βραχνά και κουρασμένα κάτω στον δρόμο· αφουγκραστήκαμε κι ακούσαμε ότι η ειρήνη είχε μόλις υπογραφεί. Οι φωνές έσβησαν. Η βροχή έπεφτε, εμποδίζοντας, χωρίς αμφιβολία, τα πυροτεχνήματα να εκραγούν σωστά...

Βιρτζίνια Γουλφ, «Λέσχη γυναικών» (απόσπ.), εκδ. Νεφέλη, μετ. Μαρία Αποστόλη, σελ.  31-33

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Απουσία

"Δεν μπορώ να σε φτάσω γιατί πήγες και κλείστηκες πίσω από μια πόρτα που είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις", κι εκείνος είπε, παράπονο και στεναγμός ζώου που κρύφτηκε για να υποφέρει: "Κι αν δεν μπορείς να μπεις, μην ξεμακραίνεις από μένα, έχε μου πάντα το χέρι σου απλωμένο, ακόμα κι όταν δεν μπορείς να με δεις, αν δεν το κάνεις θα ξεχάσω τη ζωή, ή εκείνη θα με ξεχάσει". Κι όταν μετά από μερικές μέρες ο Ιησούς πήγε να συναντήσει τους μαθητές του, εγώ, που βάδιζα στο πλευρό του, του είπα: "Θα κοιτάζω τη σκιά σου αν δεν θέλεις να κοιτάζω εσένα", κι εκείνος απάντησε: "Θέλω να είμαι όπου είναι η σκιά σου αν εκεί βρίσκονται και τα μάτια σου". 
Αγαπιόμασταν και λέγαμε λόγια σαν αυτά, όχι μονάχα επειδή είναι όμορφα και αληθινά, αν μπορούν να είναι το ένα και το άλλο ταυτόχρονα, αλλά γιατί προαισθανόμασταν πως ο καιρός της σκιάς πλησίαζε και χρειαζόταν να αρχίσουμε να συνηθίζουμε, μαζί ακόμα, το σκοτάδι της οριστικής απουσίας. 
Είδα τον Ιησού αναστημένο και την πρώτη στιγμή νόμισα πως ο άντρας εκείνος ήταν ο φροντιστής του κήπου όπου βρισκόταν ο τάφος, όμως σήμερα ξέρω πως δεν θα τον δω ποτέ στους βωμούς επάνω όπου με έβαλαν, όσο ψηλοί κι αν είναι, όσο κοντά στον ουρανό κι αν φτάνουν, όσο στολισμένοι με λουλούδια κι αρωματισμένοι με μύρο κι αν είναι. Δεν είναι ο θάνατος που μας χώρισε, μας χώρισε για πάντα η αιωνιότητα.

José Saramagoαπόσπασμα από Το Τελευταίο Τετράδιο

Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

καρφί

«Παίρνω ένα καρφί και το βαρώ και μπαίνει εις τον τοίχο· τότε το βγάζω, τον λέγω: Αυτό λέγεται, λογιότατε, έργον, ότι χάλασε τον τοίχον».
Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα

"Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι..."

"Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου."
Γ. ΡίτσοςΗ σονάτα του σεληνόφωτος, απόσπασμα

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι"

René Magritte, Les Merveilles de la nature,1953
«ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» «Σίγουρα» απάντησε αυτός. «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό˙ γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ' αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ' όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ' αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. 
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ' εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι' αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ' απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. 
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ' αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ' άρχιζε η αληθινή ζωή. 
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ' αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ' άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, μτφρ. Γιώργος Βελουδής

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Περί φόβου και θάρρους

Edvard MunchAnxiety, 1894
Τι είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται, πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο αν φαίνονται ότι δεν είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν μεγάλη λύπη. Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και τάσης του. Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, δέσμιοι του κέρδους και δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί τους σ' αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ' αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: οι άνθρωποι αυτοί καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν, επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο, επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι πιο δυνατά από αυτούς: από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους, επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς, επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ, επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, αλλά τους μαλακούς, αυτούς που κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.
Όλα τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, είναι φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατ’ ανάγκην λοιπόν φοβούνται εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία· ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.
Συμπέρασμα: Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι, ανώτεροί τους, το έπαθαν)· να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει, προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.
Αφού έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, τι λογής πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο. Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας. Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.
Θάρρος έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια, ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ' αυτούς από τους οποίουςθεωρούν πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους τους). Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον φόβο· αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων, η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.
Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι' αυτά που προκαλούν θάρρος.
ΑριστοτέληςΡητορική, (Λόγος περὶ παθῶν, Φόβος και θάρρος), Μτφρ. Δ. Λυπουρλής.
πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Παρά Ανωνύμου του Έλληνος

"Φανερὸν εἶναι λοιπόν, ὅτι τὰ πάθη καὶ αἱ δυστυχίαι, ὅταν αὐξάνουσι περισσότερον ἀπὸ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς ἀφανίζεται, καὶ ἐξακολούθως ὁ πάσχων φονεύεται. Ἀλλά, τὰ πάθη καὶ αἱ φυσικαὶ κλίσεις καὶ διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι διάφοροι καὶ πολυποίκιλοι, διὰ τοῦτο, ἄλλος μὲν τρέχει μὲ θάρρος καὶ χωρὶς φόβον ἐναντίον δέκα ἐχθρῶν, εὑρισκόμενος δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ταξίδιον διὰ θαλάσσης, τρέμει εἰς κάθε παραμικρὸν αὔξημα τοῦ ἀνέμου, καὶ ὁ ναύκληρος, ἐξ ἐναντίας, ὁποὺ τόσον μεγαλοψύχως πολεμεῖ μὲ τὰς τρικυμίας, φοβεῖται νὰ ἀπαντήσῃ ἕνα ἐχθρὸν καὶ νὰ πολεμήσῃ Ποῖος, μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ ἀδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καὶ θεωρεῖ μὲ ὄμμα ἀπτόητον τὸν θάνατόν του εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀντικειμένου ἄρματος, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν σῶμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ οὕτως, καθεὶς διαφέρει τοῦ ἄλλου."
Ελληνική Νομαρχία, (απόσπασμα), Παρά Ανωνύμου του Έλληνος (Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806)

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Η γοητεία της χρυσόμαλλης δοράς

φωτ. celia g. 
Χρυσόμαλλο κριάρι· η ένωση του Ήλιου και της θάλασσας· ο Αμνός πριν χωριστεί σε Φρίξο (αρσενικό, ηλιακό στοιχείο) και Έλλη (θηλυκό, θαλάσσιο στοιχείο).
Όταν ο ήλιος χαμηλώνει πάνω στη θάλασσα, η σγουρή δορά της θάλασσας γίνεται χρυσή.
Το ταξίδι των Αργοναυτών ειναι μύηση στον Έρωτα, στην Αγάπη, είναι η ολοκλήρωση του Αμνού που είναι χωρισμένος σε αρσενικό και θηλυκό. Το ταξίδι των Αργοναυτών είναι μύηση στην ελληνικότητα.
Έλληνας ο γιος του Άλιου και της Αλός· ο γιος του Ηέλιου και της Έλλης· ο γιος του Αέλιου και της Ελένης· ο γιος του Ήλιου και της Θάλασσας.
"Αμήν λέγω υμίν, εάν μη τις γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλεία του θεού".
Έλληνας ο γεννημένος εξ ύδατος και πνεύματος, από θάλασσα και από ήλιο· ο έχων συνείδηση (συν - γνώση) που είναι η ένωση του νου (πύρινο στοιχείο) και της καρδιάς (υγρό στοιχείο)· ο έχων αυτογνωσία, ο αυτοθεώμενος, ο θεός.
ΑΛΙΗ
Ήλιος
Ηέλιος
Έλλη
Ελένη
Αλς
Όταν εκείνος (ο Χριστός ή ο Διόνυσος ή ο Ορφέας) έλεγε να είμαστε το αλάτι αυτού του κόσμου, εννοούσε να είμαστε Έλληνες, ζητούσε να είμαστε γιοι του ήλιου και της θάλασσας.
Α γοητεία της χρυσόμαλλης δοράς!
Γιάννης Υφαντής, Αθανάτου Μνήμης Σημεία

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Χρόνος ... ψυχή...

«ἄξιον δ' ἐπισκέψεως καὶ πῶς ποτε ἔχει ὁ χρόνος πρὸς τὴν ψυχήν, καὶ διὰ τί ἐν παντὶ δοκεῖ εἶναι ὁ χρόνος, καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν θαλάττῃ καὶ ἐν οὐρανῷ. ἢ ὅτι κινήσεώς τι πάθος ἢ ἕξις, ἀριθμός γε ὤν, ταῦτα δὲ κινητὰ πάντα (ἐν τόπῳ γὰρ πάντα), ὁ δὲ χρόνος καὶ ἡ κίνησις ἅμα κατά τε δύναμιν καὶ κατ' ἐνέργειαν; πότερον δὲ μὴ οὔσης ψυχῆς εἴη ἂν ὁ χρόνος ἢ οὔ, ἀπορήσειεν ἄν τις. ἀδυνάτου γὰρ ὄντος εἶναι τοῦ ἀριθμήσοντος ἀδύνατον καὶ ἀριθμητόν τι εἶναι, ὥστε δῆλον ὅτι οὐδ' ἀριθμός. ἀριθμὸς γὰρ ἢ τὸ ἠριθμημένον ἢ τὸ ἀριθμητόν. εἰ δὲ μηδὲν ἄλλο πέφυκεν ἀριθμεῖν ἢ ψυχὴ καὶ ψυχῆς νοῦς, ἀδύνατον εἶναι χρόνον ψυχῆς μὴ οὔσης, ἀλλ' ἢ τοῦτο ὅ ποτε ὂν ἔστιν ὁ χρόνος, οἷον εἰ ἐνδέχεται κίνησιν εἶναι ἄνευ ψυχῆς
Αριστοτέλης, (Φυσικά) "Φυσικῆς ἀκροάσεως", 223a, 16-28

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Θέμα χρόνου

"Μεταξύ ιδέας και πραγματικότητας, 
μεταξύ κίνησης και δράσης, 
πέφτει η ΣΚΙΑ."
T.S. Eliot, Οι κούφιοι άνθρωποι
Oswaldo Guayasamín, Άτιτλο

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

"Το βιολί να το δώσετε στον Ρότσιλντ"

by Oswaldo Guayasamín
«Αλλά τις έχασε αυτές τις ευκαιρίες, δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. Αυτές κι αν ήταν ζημίες! Αχ και τι ζημίες! Αν μάλιστα τα έκανε όλα αυτά μαζί – και να ψαρεύει και να παίζει βιολί και να φτιάχνει βάρκες και να σφάζει χήνες, εκεί να δεις κεφάλαια που θα μάζευε! Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν είχε συμβεί ούτε στο όνειρό του, η ζωή του πέρασε χωρίς κέρδος, χωρίς καμία ευχαρίστηση, χάθηκε άδικα, δεν άξιζε ούτε μια μυτιά ταμπάκο. Μπροστά του δεν είχε απομείνει τίποτα και όταν κοιτούσε πίσω, πάλι δεν έβλεπε τίποτα, εκτός από ζημίες, και μάλιστα τόσο τρομερές που τον έπιαναν ρίγη. Γιατί να μην μπορεί να ζήσει κανείς τη ζωή του χωρίς αυτές τις χασούρες και τις ζημίες; [  ] Και γιατί οι άνθρωποι κάνουν πάντα αυτό που δεν πρέπει να κάνουν; Γιατί ο Γιακόβ όλη του τη ζωή έβριζε, φώναζε, ορμούσε στον κόσμο με τις γροθιές του, προσέβαλλε τη γυναίκα του, για ποιο λόγο είχε λίγο πιο πριν βρίσει και κατατρομάξει τον Εβραίο; Γιατί τελικά οι άνθρωποι εμποδίζουν ο ένας τον άλλον να ζήσει; Εκεί ήταν οι μεγάλες ζημίες! Οι τρομαχτικές ζημίες! Αν δεν υπήρχαν η ζήλια και η κακία , οι άνθρωποι θα αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη ο ένας από τον άλλον.[…..]
Δεν λυπόταν που πέθαινε, αλλά μόλις είδε το βιολί στο σπίτι, σφίχτηκε η καρδιά του και στεναχωρήθηκε. Το βιολί δεν κάνει να το πάρεις μαζί σου στον τάφο, μόνο που τώρα θα έμενε ορφανό και θα πάθαινε το ίδιο όπως και το πευκόδασος, και οι σημύδες. Όλα σε αυτόν τον κόσμο χάθηκαν ή θα χαθούν! Ο Γιακόβ βγήκε από την ίζμπα του και κάθισε στο κατώφλι, σφίγγοντας στο στήθος του το βιολί…»
Άντον Τσέχωφ, "Το βιολί του Ρότσιλντ", μτφ. Αλ. Ιωαννίδου, σελ. 20-22, εκδ. Άγρα, 2015

Σάββατο 23 Μαΐου 2015

"ἡμέρας γὰρ καὶ νύκτας καὶ μῆνας καὶ ἐνιαυτούς..."

φωτ. celia g.
ταῦτα δὲ πάντα μέρη χρόνου, καὶ τό τ' ἦν τό τ' ἔσται χρόνου γεγονότα εἴδη, ἃ δὴ φέροντες λανθάνομεν ἐπὶ τὴν ἀίδιον οὐσίαν οὐκ ὀρθῶς. λέγομεν γὰρ δὴ ὡς ἦν ἔστιν τε καὶ ἔσται, τῇ δὲ τὸ ἔστιν μόνον κατὰ τὸν ἀληθῆ λόγον προσήκει, τὸ δὲ ἦν τό τ' ἔσται περὶ τὴν ἐν χρόνῳ γένεσιν ἰοῦσαν πρέπει λέγεσθαι
Πλάτων, Τίμαιος 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

"Perhaps all the dragons in our lives are princesses..."

"Perhaps all the dragons in our lives are princesses who are only waiting to see us act, just once, with beauty and courage. Perhaps everything that frightens us is, in its deepest essence, something helpless that wants our love."
Egon Schiele, Self portrait with folded hands
 Borgeby gard, Fladie, Sweden
August 12, 1904*
      I want to talk to you again for a little while, dear Mr. Kappus, although there is almost nothing I can say that will help you, and I can hardly find one useful word. You have had many sadnesses, large ones, which passed. And you say that even this passing was difficult and upsetting for you. But please, ask yourself whether these large sadnesses haven't rather gone right through you. Perhaps many things inside you have been transformed; perhaps somewhere, someplace deep inside your being, you have undergone important changes while you were sad. The only sadnesses that are dangerous and unhealthy are the ones that we carry around in public in order to drown them out with the noise; like diseases that are treated superficially and foolishly, they just withdraw and after a short interval break out again all the more terribly; and gather inside us and are life, are life that is unlived, rejected, lost, life that we can die of. If only it were possible for us to see farther than our knowledge reaches, and even a little beyond the outworks of our presentiment, perhaps we would bear our sadnesses with greater trust than we have in our joys. For they are the moments when something new has entered us, something unknown; our feelings grow mute in shy embarrassment, everything in us withdraws, a silence arises, and the new experience, which no one knows, stands in the midst of it all and says nothing.  
It seems to me that almost all our sadnesses are moments of tension, which we feel as paralysis because we no longer hear our astonished emotions living. Because we are alone with the unfamiliar presence that has entered us; because everything we trust and are used to is for a moment taken away from us; because we stand in the midst of a transition where we cannot remain standing. That is why the sadness passes: the new presence inside us, the presence that has been added, has entered our heart, has gone into its innermost chamber and is no longer even there, is already in our bloodstream. And we don't know what it was. We could easily be made to believe that nothing happened, and yet we have changed, as a house that a guest has entered changes. We can't say who has come, perhaps we will never know, but many signs indicate that the future enters us in this way in order to be transformed in us, long before it happens. And that is why it is so important to be solitary and attentive when one is sad: because the seemingly uneventful and motionless moment when our future steps into us is so much closer to life than that other loud and accidental point of time when it happens to us as if from outside. The quieter we are, the more patient and open we are in our sadnesses, the more deeply and serenely the new presence can enter us, and the more we can make it our own, the more it becomes our fate; and later on, when it "happens" (that is, steps forth out of us to other people), we will feel related and close to it in our innermost being. And that is necessary. It is necessary - and toward this point our development will move, little by little - that nothing alien happen to us, but only what has long been our own. People have already had to rethink so many concepts of motion; and they will also gradually come to realize that what we call fate does not come into us from the outside, but emerges from us. It is only because so many people have not absorbed and transformed their fates while they were living in them that they have not realized what was emerging from them; it was so alien to them that, in their confusion and fear, they thought it must have entered them at the very moment they became aware of it, for they swore they had never before found anything like that inside them. just as people for a long time had a wrong idea about the sun's motion, they are even now wrong about the motion of what is to come. The future stands still, dear Mr. Kappus, but we move in infinite space.
      How could it not be difficult for us?
And to speak of solitude again, it becomes clearer and clearer that fundamentally this is nothing that one can choose or refrain from. We are solitary. We can delude ourselves about this and act as if it were not true. That is all. But how much better it is to recognize that we are alone; yes, even to begin from this realization. It will, of course, make us dizzy; for all points that our eyes used to rest on are taken away from us, there is no longer anything near us, and everything far away is infinitely far. A man taken out of his room and, almost without preparation or transition, placed on the heights of a great mountain range, would feel something like that: an unequalled insecurity, an abandonment to the nameless, would almost annihilate him. He would feel he was falling or think he was being catapulted out into space or exploded into a thousand pieces: what a colossal lie his brain would have to invent in order to catch up with and explain the situation of his senses. That is how all distances, all measures, change for the person who becomes solitary; many of these changes occur suddenly and then, as with the man on the mountaintop, unusual fantasies and strange feelings arise, which seem to grow out beyond all that is bearable. But it is necessary for us to experience that too. We must accept our reality as vastly as we possibly can; everything, even the unprecedented, must be possible within it. This is in the end the only kind of courage that is required of us: the courage to face the strangest, most unusual, most inexplicable experiences that can meet us. The fact that people have in this sense been cowardly has done infinite harm to life; the experiences that are called it apparitions, the whole so-called "spirit world," death, all these Things that are so closely related to us, have through our daily defensiveness been so entirely pushed out of life that the senses with which we might have been able to grasp them have atrophied. To say nothing of God. But the fear of the inexplicable has not only impoverished the reality of the individual; it has also narrowed the relationship between one human being and another, which has as it were been lifted out of the riverbed of infinite possibilities and set down in a fallow place on the bank, where nothing happens. For it is not only indolence that causes human relationships to be repeated from case to case with such unspeakable monotony and boredom; it is timidity before any new, inconceivable experience, which we don't think we can deal with. But only someone who is ready for everything, who doesn't exclude any experience, even the most incomprehensible, will live the relationship with another person as something alive and will himself sound the depths of his own being. For if we imagine this being of the individual as a larger or smaller room, it is obvious that most people come to know only one corner of their room, one spot near the window, one narrow strip on which they keep walking back and forth. In this way they have a certain security. And yet how much more human is the dangerous in security that drives those prisoners in Poe's stories to feel out the shapes of their horrible dungeons and not be strangers to the unspeakable terror of their cells. We, however, are not prisoners. No traps or snares have been set around us, and there is nothing that should frighten or upset us. We have been put into life as into the element we most accord with, and we have, moreover, through thousands of years of adaptation, come to resemble this life so greatly that when we hold still, through a fortunate mimicry we can hardly be differentiated from everything around us. We have no reason to harbor any mistrust against our world, for it is not against us. If it has terrors, they are our terrors; if it has abysses, these abysses belong to us; if there are dangers, we must try to love them. And if only we arrange our life in accordance with the principle which tells us that we must always trust in the difficult, then what now appears to us as the most alien will become our most intimate and trusted experience. How could we forget those ancient myths that stand at the beginning of all races, the myths about dragons that at the last moment are transformed into princesses? 
Perhaps all the dragons in our lives are princesses who are only waiting to see us act, just once, with beauty and courage. Perhaps everything that frightens us is, in its deepest essence, something helpless that wants our love.
Egon Schiele, Levitation, 1915
      So you mustn't be frightened, dear Mr. Kappus, if a sadness rises in front of you, larger than any you have ever seen; if an anxiety, like light and cloud-shadows, moves over your hands and over everything you do. You must realize that something is happening to you, that life has not forgotten you, that it holds you in its hand and will not let you fall. Why do you want to shut out of your life any uneasiness, any misery, any depression, since after all you don't know what work these conditions are doing inside you? Why do you want to persecute yourself with the question of where all this is coming from and where it is going? Since you know, after all, that you are in the midst of transitions and you wished for nothing so much as to change. If there is anything unhealthy in your reactions, just bear in mind that sickness is the means by which an organism frees itself from what is alien; so one must simply help it to be sick, to have its whole sickness and to break out with it, since that is the way it gets better. In you, dear Mr. Kappus, so much is happening now; you must be patient like someone who is sick, and confident like some one who is recovering; for perhaps you are both. And more: you are also the doctor, who has to watch over himself. But in every sickness there are many days when the doctor can do nothing but wait. And that is what you, insofar as you are your own doctor, must now do, more than anything else.
      Don't observe yourself too closely. Don't be too quick to draw conclusions from what happens to you; simply let it happen. Otherwise it will be too easy for you to look with blame (that is: morally) at your past, which naturally has a share in everything that now meets you. But whatever errors, wishes, and yearnings of your boyhood are operating in you now are not what you remember and condemn. The extraordinary circumstances of a solitary and helpless childhood are so difficult, so complicated, surrendered to so many influences and at the same time so cut off from all real connection with life that, where a vice enters it, one may not simply call it a vice. One must be so careful with names anyway; it is so often the name of an offense that a life shatters upon, not the nameless and personal action itself, which was perhaps a quite definite necessity of that life and could have been absorbed by it without any trouble. And the expenditure of energy seems to you so great only because you overvalue victory; it is not the "great thing" that you think you have achieved, although you are right about your feeling; the great thing is that there was already something there which you could replace that deception with, something true and real. Without this even your victory would have been just a moral reaction of no great significance; but in fact it has be come a part of your life. Your life, dear Mr. Kappus, which I think of with so many good wishes. Do you remember how that life yearned out of childhood toward the "great thing"? I see that it is now yearning forth beyond the great thing toward the greater one. That is why it does not cease to be difficult, but that is also why it will not cease to grow.
      And if there is one more thing that I must say to you, it is this: Don't think that the person who is trying to comfort you now lives untroubled among the simple and quiet words that sometimes give you pleasure. His life has much trouble and sadness, and remains far behind yours. If it were otherwise, he would never have been able to find those words.
 Yours,
Rainer Maria Rilke

Rainer Maria Rilke, "Letters to a Young Poet
(Η όγδοη από τις 10 επιστολές που έγραψε ο Ρίλκε από το 1903 ώς το 1908 στον  19χρονο Franz Kappus, σπουδαστή της Στρατιωτικής Σχολής της Βιέννης, που αργότερα έγινε πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας.)

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

"Τα πουλιά από ποιον μαθαίνουν να τραγουδούν;"

«Το να διευθύνεις ένα έργο όπως Η Καταδίκη του Φάουστ απαιτεί την επίκληση όλων των δυνάμεων της φύσης. Πρέπει να έχεις στο μυαλό σου το αρχικό νεφέλωμα, να φαντάζεσαι έναν ήλιο δίδυμο με τον δικό μας, που μια μέρα εξερράγη  και σκορπίστηκε σε πλανήτες, πρέπει να σκέφτεσαι ολόκληρο το σύμπαν σαν μια απέραντη παλίρροια χωρίς αρχή και τέλος, που επεκτείνεται αδιάκοπα, πρέπει να νιώθεις θλίψη για τον ήλιο που σε πέντε δισεκατομμύρια θα μείνει ορφανός, συρρικνωμένος, χωρίς οξυγόνο, σαν ξεφούσκωτο παιδικό μπαλόνι…»
Μιλούσε σα να διηύθυνε ορχήστρα, σαν να καλούσε τις ακουστικές δυνάμεις τεντώνοντας το ένα του χέρι και σφίγγοντας σε γροθιά το άλλο.
«Πρέπει να φυλακίσεις την όπερα μέσα σ’ ένα νεφέλωμα που κρύβει ένα αντικείμενο αόρατο από τα έξω, τη μουσική του Μπερλιόζ, τραγουδώντας στο φωτεινό κέντρο ενός γκρίζου γαλαξία που θα αποκαλύψει το φως του μόνο χάρη στη λαμπρότητα του τραγουδιού, της ορχήστρας, του μαέστρου… Χάρη σ’ εσένα και σ’ εμένα.»
«Κάθε φορά που η παλίρροια ανεβαίνει και κατεβαίνει στο σημείο της αγγλικής ακτής που βρισκόμαστε τώρα, Ινές, κάνει το ίδιο και σε ένα σημείο του κόσμου που βρίσκεται στην ίδια ακριβώς αντίθετη θέση από τη δική μας. Ρωτάω λοιπόν τον εαυτό μου αλλά κι εσένα: μήπως ο χρόνος εμφανίζεται και επανεμφανίζεται με την ίδια ακρίβεια που ανεβαίνει και κατεβαίνει η παλίρροια σε δύο αντίθετα σημεία της Γης; Μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεται και καθρεφτίζεται στον αντίθετο καθρέφτη του χρόνου, μόνο και μόνο για να εξαφανιστεί και να επανεμφανιστεί τυχαία;»
Άρπαξε ένα  βότσαλο και το εκσφενδόνισε, σβέλτα και κοφτά, σαν βέλος και ξίφος, στην επιφάνεια της θάλασσας.
«Κι αν θλίβομαι καμιά φορά, τι σημασία έχει αφού το σύμπαν είναι χαρούμενο; Άκου τη θάλασσα, Ινές, άκου τη με το αυτί της μουσικής που διευθύνω εγώ και τραγουδάς εσύ. Ακούμε τα ίδια με τον ψαρά και το κορίτσι που σερβίρει ποτά στο μπαρ; Ίσως όχι, γιατί ο ψαράς πρέπει να ξέρει πώς να κερδίζει την ψαριά του κόντρα στα πρωινά πουλιά και η σερβιτόρα πώς να κόβει τη φόρα των ενοχλητικών πελατών. Όχι, γιατί εσύ κι εγώ είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουμε τη σιωπή στην ομορφιά της φύσης, που μοιάζει με ορυμαγδό αν τη συγκρίνεις με τη σιωπή του Θεού, τη μόνη αληθινή σιωπή…»
Carlos Fuentes, «Το ένστικτο της Ινές» (Instinto de Inez), μτφ. Μαρία Σπηλιοπούλου, εκδ. Κέδρος, 2000, σελ. 70-72

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Όνειρα προσφιλή σε "λάθος λευκό"

Camille Claudel, "La valse" ή "Les Valseurs" (1883-1905)
Αυτοβιογραφικό έργο της Camille Claudel, « point de rupture de son amour et de sa folle passion pour son maître et amant Auguste Rodin » - Art nouveau, Musée Rodin, Paris (France)
(Via Maryan Novel)
"Το «πάντα» είναι μεγάλη λέξη, αλλά καταλαβαίνω την περίπτωσή σας», αποκρίθηκα. «Πάσχετε κι εσείς από τη μεγάλη αμερικανική ασθένεια – και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό: τη νοσηρή και ακατανίκητη δίψα για χρώματα και μορφές, για γραφικότητα και ρομαντισμό με κάθε θυσία. Δεν ξέρω αν ερχόμαστε στον κόσμο μ’ αυτή την ασθένεια – με το μικρόβιό της, δηλαδή, εμφυτευμένο μέσα μας πριν από την εμπειρία -, αλλά υποπτεύομαι πως μας κυριεύει μάλλον νωρίς, σχεδόν προτού αναπτυχθεί η γνωστική μας συνείδηση. Καθώς κοιτάζουμε γύρω μας, νιώθουμε πως προκειμένου να σώσουμε την ψυχή μας ή τουλάχιστον τις αισθήσεις μας, πρέπει αναπόφευκτα να ζήσουμε με αυτή. Είμαστε σαν τους ταξιδιώτες στην έρημο: στερημένοι από νερό στο έλεος των αντικατοπτρισμών, στην τυραννία της ψευδαίσθησης, στον πυρετό της δίψας. Οι ταξιδιώτες της ερήμου ακούνε κελαρύσματα ρυακιών, βλέπουν πράσινους κήπους και περβόλια που βρίσκονται εκατοντάδες μίλια μακριά τους. Το ίδιο γίνεται και με τη δική μας δίψα. Μόνο που σε μας γίνεται κάτι πιο θαυμάσιο: βλέπουμε νοερά τα όμορφα, παλιά πράγματα που δεν τα είδαμε ποτέ, κι όταν βρισκόμαστε μπροστά τους επιτέλους – αν είμαστε τυχεροί! – απλώς τα αναγνωρίζουμε. Αυτό που κάνει η εμπειρία, είναι να επιβιώνει απλώς και να συγκεκριμενοποιεί τα προσφιλή μας όνειρα.»
Άκουγε προσεχτικά με τα στρογγυλά της μάτια. «Ο τρόπος που εκφράζεστε είναι υπέροχος, και είμαι βέβαιη ότι τα πράγματα θα γίνουν ακριβώς έτσι. Έχω ονειρευτεί τα πάντα – και θα τα αναγνωρίσω όλα!»
«Φοβούμαι πως έχετε σπαταλήσει πολύ χρόνο», είπα αστειευόμενος.
«Ω, ναι, αυτή υπήρξε η μεγαλύτερη κακοτυχία μου».
Οι προσκεκλημένοι γύρω μας είχαν αρχίσει να σκορπίζουν και ετοιμάζονταν να φύγουν. Σηκώθηκε και μου άπλωσε το χέρι συνεσταλμένα, αλλά το πρόσωπό της έλαμπε από ζωντάνια.
«Θα επιστρέψω πάλι εκεί», είπα, καθώς της έσφιγγα το χέρι. «Πρέπει πάντα κανείς να επιστρέφει. Θα περιμένω να σας δω μια μέρα.»
«Και τότε θα σας πω αν απογοητεύτηκα», έκανε με χάρη. Και απομακρύνθηκε ανεμίζοντας, με μια εκφραστική κίνηση τη μικρή της ψάθινη βεντάλια."
Χένρυ Τζέημς, «Τέσσερις συναντήσεις», σελ. 19,20, εκδ. Νεφέλη, μτφ. Λ. Θεοδωρακόπουλος

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

"What a scraping paring affair it is to be sure!"

"Όσο για το σημάδι, δεν είμαι σίγουρη. Δεν πιστεύω πως έχει γίνει από καρφί τελικά. Είναι πολύ μεγάλο, πολύ στρογγυλό για τρύπα από καρφί. Θα μπορούσα να σηκωθώ, αλλά αν σηκωνόμουν να το δω, οι πιθανότητες να μπορέσω να πω με σιγουριά τι είναι, θα ήταν μία στις δέκα γιατί κανείς ποτέ δεν μαθαίνει πώς ακριβώς συμβαίνουν τα πράγματα. Αχ! ψυχή μου, το μυστήριο της ζωής! Η άγνοια της ανθρωπότητας! Για να δείξω πόσο λίγο κατέχουμε τα πράγματα – πόσο συμπτωματική είναι η ζωή μας παρ’ όλο τον πολιτισμό μας-, αφήστε με να απαριθμήσω μερικά από τα πράγματα που χάνουμε κατά τη διάρκειά της, αρχίζοντας με μια απώλεια που δεν θα πάψει να μου φαίνεται η πιο μυστηριώδης – τι θα μπορούσε να μασήσει η γάτα – τι να ροκανίσει το ποντίκι – εκείνα τα τρία γαλάζια κουτιά με εργαλεία βιβλιοδεσίας. Είναι όμως και τα κλουβιά των πουλιών, οι σιδερένιοι κρίκοι, τα ατσάλινα παγοπέδιλα, τα αμπάρια του «Κουήν Ανν», η σανίδα του μπιλιάρδου – όλα χάθηκαν, μαζί και τα κοσμήματα. Οπάλια και σμαράγδια κείτονται στις ρίζες των γογγυλιών. Δύσκολη υπόθεση η Βεβαιότης! Είναι να αμφιβάλλεις ακόμα και για το αν αυτή τη στιγμή φοράω κάποια ρούχα πάνω μου και για το αν κάθομαι περιτριγυρισμένη από υπαρκτά έπιπλα. Γιατί αν ήθελε κάποιος να συγκρίνει τη ζωή με κάτι, θα έλεγε πως είναι σα να εκσφενδονίζεται μέσα σε μια σήραγγα του μετρό, κινούμενος με ταχύτητα πενήντα μιλίων την ώρα, και να προσγειώνεσαι στην άλλη άκρη χωρίς να σου έχει μείνει ούτε ένα τσιμπιδάκι στα μαλλιά! Σαν να έχεις εκτοξευτεί στα πόδια του Θεού ολόγυμνος! Σαν κεφάλι που κατρακυλά σε λιβάδια  ασφόδελων μοιάζοντας με πακέτο τυλιγμένο σε στρατσόχαρτο, που ξέφυγε από τον σωρό του ταχυδρομείου! Σαν τα μαλλιά που ανεμίζουν θυμίζοντας την ουρά ενός αλόγου των ιπποδρομιών. Ναι, όλα αυτά φαίνεται να εκφράζουν την ταχύτητα της ζωής, την αδιάκοπη φθορά και ανανέωση. Όλα είναι τόσο τυχαία, τόσο συμπτωματικά…

by Giorgio Pignotti

…Όλη την ώρα που φτιάχνω την εικόνα μου στο μυαλό μου, στοργικά, κρυφά, χωρίς να τη λατρεύω απροκάλυπτα, γιατί αν το έκανα, θα έπιανα τον εαυτό μου επ’ αυτοφώρω και θα άπλωνα αμέσως το χέρι μου να πιάσω ένα βιβλίο για αυτοπροστασία. Είναι πράγματι περίεργο με πόσο ενστικτώδη τρόπο προστατεύει κανείς την εικόνα του από την ειδωλολατρία ή οποιαδήποτε άλλη μεταχείριση θα μπορούσε να τη γελοιοποιήσει ή να τη διαφοροποιήσει τόσο από το πρωτότυπο, ώστε να μην την εμπιστεύεται πια κανείς. Ή μήπως δεν είναι και τόσο περίεργο τελικά; Είναι ένα ζήτημα υψίστης σημασίας. Ας υποθέσουμε ότι ο καθρέφτης σπάει, η εικόνα εξαφανίζεται και η ρομαντική μορφή με το πράσινο των δασών γύρω της δεν υπάρχει πια, παρά μονάχα το κέλυφος εκείνο του ανθρώπου που είναι ορατό στους άλλους – τι ασφυκτικός, ρηχός, απογυμνωμένος που γίνεται ο κόσμος! Ένας κόσμος αφόρητος. Όταν αντικρίζουμε ο ένας τον άλλο στα λεωφορεία και τον υπόγειο σιδηρόδρομο, κοιτάζουμε τον καθρέφτη – αυτό εξηγεί το απλανές βλέμμα μας, που αντανακλά τη λάμψη του γυαλιού. Οι μυθιστοριογράφοι του μέλλοντος θα συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο τη σημασία αυτών των αντανακλάσεων, γιατί φυσικά δεν υπάρχει μία αντανάκλαση αλλά άπειρες· αυτά είναι τα βάθη που θα εξερευνήσουν, τα φαντάσματα που θα κυνηγήσουν, αφήνοντας την περιγραφή της πραγματικότητας ολοένα και περισσότερο έξω από τις ιστορίες τους, θεωρώντας τη γνώση τους δεδομένη, όπως έκαναν οι Έλληνες και ίσως ο Σαίξπηρ – αλλά οι γενικεύσεις δεν έχουν καμιά αξία. Ο επίσημος ήχος της λέξης αρκεί."
Βιρτζίνια Γουλφ, απόσπασμα από το διήγημα "Το σημάδι στον τοίχο", ("Λέσχη γυναικών και άλλα διηγήματα", σελ. 36-38, 40-41, εκδ. Νεφέλη, μτφ. Μαρία Αποστόλη)  

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Αντιφάσεις

Η πραγματικότητα είναι η λάμψη της αστραπής που τρέμει φυλακισμένη σε κάθε πέτρα. Αν δεν την ξυπνήσεις η πέτρα παραμένει μια πέτρα, η πόλη μια πόλη, η ομορφιά όμορφη, η πλήξη πληκτική, όλα κοιμούνται στο όνειρο των πραγμάτων ως τη στιγμή που, εξωθημένος από υψηλής τάσεως ρεύματα, θα τα κατακλύσεις με την καταιγίδα που αποκαλούμε "πραγματικότητα".
Diego Rivera, Nude with Calla Lilies 
(Found on en.wahooart.com)
"Πάντα είχα την κακή τύχη να αντιφάσκω ως προς τον εαυτό μου. Η πραγματικότητα πάντα καταλήγει σε αυτό, μόνο το πνεύμα και η αρετή το αποφεύγουν. Μετά από έναν κουραστικό απογευματινό περίπατο, παραδείγματος χάρη, μπορεί έντονα να αισθάνομαι την επιθυμία για ένα ποτήρι νερό και να θεωρώ το νερό το πιο ιερό πράγμα στον κόσμο. Δεκαπέντε λεπτά μετά, όταν έχω πάψει να διψάω πια, τίποτα στον κόσμο δεν με ενδιαφέρει λιγότερο από το νερό και το να πιω νερό. Το ίδιο συμβαίνει με το φαΐ, τον ύπνο και τη σκέψη. Η στάση μου απέναντι σε ό, τι αποκαλούμε διανόηση είναι ίδια με αυτήν απέναντι στο φαγητό και το νερό. Υπάρχουν φορές που τίποτα στον κόσμο δεν με ελκύει τόσο έντονα και δεν μου φαίνεται τόσο απαραίτητο όσο η ζωή της σκέψης, η δυνατότητα της αφαίρεσης, της λογικής, των ιδεών. Αλλά όταν έχω κορεστεί από αυτήν, όταν έχω φτάσει στο σημείο να επιθυμώ το αντίθετό της, ολόκληρη η σκέψη με αηδιάζει σαν χαλασμένο φαγητό. Ξέρω από προσωπική εμπειρία ότι αυτού του είδους η στάση θεωρείται αυθαίρετη, χωρίς χαρακτήρα, ακόμα και απαράδεκτη, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω για ποιο λόγο. Γιατί ακριβώς όπως δεν μπορώ παρά πότε να τρώω και πότε όχι, έτσι δεν μπορώ παρά να παλινδρομώ ανάμεσα στη φυσική ζωή και τη διανοητική ζωή, ανάμεσα στην εμπειρία και τον πλατωνικό κόσμο των ιδεών, την τάξη και την επανάσταση, τον καθολικισμό και το πνεύμα της μεταρρύθμισης. κάποιος που θα μπορούσε να λατρεύει την αφηρημένη σκέψη και να αποστρέφεται τη φύση σε όλη του τη ζωή, που θα μπορούσε να είναι πάντα επαναστάτης και ποτέ συντηρητικός, ή αντίστροφα, θα μου έκανε πραγματικά μεγάλη εντύπωση σαν κάποιος ενάρετος, σταθερός, και με δυνατό χαρακτήρα άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα αυτού του είδους η συμπεριφορά θα μου φαινόταν το ίδιο καταστρεπτική, απωθητική και παράλογη όσο θα ήταν και το να θέλει κανείς να τρώει ή να κοιμάται όλη την ώρα. Και ωστόσο όλα τα κόμματα και τα κινήματα, είτε πρόκειται για πολιτικά είτε για διανοητικά, θρησκευτικά ή επιστημονικά, έχουν ξεκινήσει έχοντας ως βάση την προϋπόθεση ότι αυτού του είδους η ακαταλόγιστη συμπεριφορά είναι δυνατή και φυσική"
Από τις "Σκέψεις" του Hermann Hesse, σελ. 22-24, εκδ. Νεφέλη, μτφ. Νανά Ησαΐα

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

"The man who lies to himself..."

By Loui Jover
"You mean about Diderot?"
"No, not about Diderot. Above all, don't lie to yourself. The man who lies to himself and listens to his own lie comes to such a pass that he cannot distinguish the truth within him, or around him, and so loses all respect for himself and for others. And having no respect he ceases to love, and in order to occupy and distract himself without love he gives way to passions and coarse pleasures, and sinks to bestiality in his vices, all from continual lying to other men and to himself. The man who lies to himself can be more easily offended than anyone. You know it is sometimes very pleasant to take offence, isn't it? A man may know that nobody has insulted him, but that he has invented the insult for himself, has lied and exaggerated to make it picturesque, has caught at a word and made a mountain out of a molehill -- he knows that himself, yet he will be the first to take offence, and will revel in his resentment till he feels great pleasure in it, and so pass to genuine vindictiveness. But get up, sit down, I beg you. All this, too, is deceitful posturing...."
"Blessed man! Give me your hand to kiss."

Fyodor Dostoevsky, The Brothers Karamazov

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

"στα χρυσά πόδια των ημερών που περνάνε χορεύοντας"

"Ένα μεγάλο ποτάμι ζωής ρέει ανάμεσα σε μένα και σε μια ημερομηνία τόσο απόμακρη. Δύσκολα, αν όχι καθόλου, μπορείς να διακρίνεις κάτι σε μια τόσο αχανή έρημο. Όμως για μένα όλα φαίνονται να έγιναν, δεν θα έλεγα χτες αλλά σήμερα. Ο χρόνος είναι μια πολύ μακριά στιγμή. Δεν μπορούμε να τη χωρίσουμε σε εποχές. Μπορούμε μονάχα να καταγράφουμε τις διαθέσεις του και να σημειώνουμε την επιστροφή τους. Σε μας ο ίδιος ο χρόνος δεν προχωρά. Περιστρέφεται. Μοιάζει να στριφογυρίζει γύρω από ένα κέντρο πόνου. Η παραλυτική ακινησία μιας ζωής, όπου κάθε σύμπτωσή της οργανώνεται πάνω σε ένα απαράλλαχτο σχεδιάγραμμα, έτσι που να τρώμε, να πίνουμε, να ξαπλώνουμε και να προσευχόμαστε ή τουλάχιστον να γονατίζουμε για προσευχή σύμφωνα με τους άκαμπτους κανόνες ενός άτεγκτου προγραμματισμού· αυτή η ιδιότητα της στατικότητας, που κάνει την κάθε φρικτή μέρα πανομοιότυπη στην παραμικρή της λεπτομέρεια με την αδερφική της, μοιάζει να έρχεται σε επαφή με εκείνες τις εξωτερικές δυνάμεις των οποίων η πεμπτουσία είναι η ακατάπαυστη αλλαγή. […] Για μένα δεν υπάρχει παρά μια μόνο εποχή, η εποχή της θλίψης. Ακόμα και τον ήλιο και το φεγγάρι μου τα έχουν στερήσει. Έξω μπορεί η μέρα να είναι γαλάζια και χρυσαφιά, αλλά το φως που τρυπώνει εδώ μέσα από τα θολωμένα τζάμια του μικρού σιδερόφρακτου φεγγίτη, βαθιά κάτω από τον οποίο καθόμαστε, είναι σκούρο και μισερό. Στο κελί μου είναι πάντα σούρουπο που βασιλεύει στην καρδιά μου, και στις σφαίρες της σκέψης, όπως ακριβώς και στις σφαίρες του χρόνου, η κίνηση δεν υπάρχει άλλο πια. Εκείνο που εσύ ο ίδιος ξέχασες από καιρό, ή μπορείς εύκολα να ξεχάσεις, συμβαίνει σε μένα τώρα, και θα μου συμβεί αύριο πάλι. Θυμήσου αυτό και τότε θα μπορέσεις να αντιληφθείς, έστω και λίγο, γιατί γράφω και μάλιστα κατ’ αυτό τον τρόπο…"
Oscar Wilde, De profundis, μτφ. Α. Ρικάκης, εκδ. Κάκτος, σελ. 71,72

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Nude with buildings

Tamara de LempickaNude with Buildings (1930)

A young woman, who has lowered all her defenses, clasps a frail olive branch between her fingers. It represents the natural world, a recollection that seems far away indeed, in this petrified and chilling urban desert
(delempicka.org)