Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

...σαν τα ποτάμια

"Οι άνθρωποι μοιάζουν με τα ποτάμια: το νερό τρέχει το ίδιο παντού και πάντοτε στην κοίτη τους, όμως, τα ποτάμια σ’ άλλα τους μέρη είναι στενά, ορμητικά, σ’ άλλα πλατιά, ήσυχα, καθαρά, κρύα και σ’ άλλα θολά και χλιαρά. Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Ο καθένας μας κουβαλάει μέσα του το πρόπλασμα όλων των ιδιοτήτων του ανθρώπινου γένους και ανάλογα πότε εκδηλώνει αυτές και πότε τις άλλες με αποτέλεσμα συχνά να εμφανίζεται τελείως αγνώριστος, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να διατηρεί την ιδιαίτερη φύση του. Σε ορισμένους ανθρώπους οι μεταβολές αυτές εκδηλώνονται με ασυνήθιστη ένταση και εναλλαγή. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο (Ντμίτρι Ιβάνοβιτς) Νεχλιούντοφ..."
Leo Tolstoy, Ανάσταση, μτφ. Γεράσιμος Κυριακάτος,εκδ. Γκοβόστη, σελ. 236

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

"A man in his life"

photo: celia g.
A man doesn't have time in his life
to have time for everything. 
He doesn't have seasons enough to have
a season for every purpose.
 Ecclesiastes
Was wrong about that. 
A man needs to love and to hate at the same moment,
to laugh and cry with the same eyes,
with the same hands to throw stones and to gather them,
to make love in war and war in love. 
And to hate and forgive and remember and forget,
to arrange and confuse, to eat and to digest
what history
takes years and years to do. 
A man doesn't have time.
When he loses he seeks, when he finds
he forgets, when he forgets he loves, when he loves
he begins to forget.  
And his soul is seasoned, his soul
is very professional. 
Only his body remains forever
an amateur.
 It tries and it misses,
gets muddled, doesn't learn a thing,
drunk and blind in its pleasures
and its pains. 
He will die as figs die in autumn,
Shriveled and full of himself and sweet,
the leaves growing dry on the ground,
the bare branches pointing to the place
where there's time for everything.

Written by  Yehuda Amichai *

Ο Yehuda Amichai (1924-2000) ήταν ένας Ισραηλινός ποιητής και κατά πολλούς ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές. 
«Amichai's poetry deals with issues of day-to-day life, and with philosophical issues of the meaning of life and death. His work is characterized by gentle irony and original, often surprising imagery. Like many secular Israeli poets, he struggles with religious faith. His poems are full of references to God and the religious experience. He was described as a philosopher-poet in search of a post-theological humanism. Amichai has been credited with a "rare ability for transforming the personal, even private, love situation, with all its joys and agonies, into everybody's experience, making his own time and place general."» (en.wikipedia.org)

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

«Lord who mad the lion and the lamb... »

"...You decreed I should be what I am.
Would it spoil some vast eternal plan?
If I were a wealthy man...."
Marc Chagall, ‘De Violist
[O Μαρκ Σαγκάλ (1887 –1985) ήταν Γάλλος ζωγράφος, Ρωσο-εβραϊκής καταγωγής. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης.]
"If I Were a Rich Man" is a popular song from the 1964 musical Fiddler on the Roof. It was written by Sheldon Harnick and Jerry Bock. The song is performed by Tevye, the main character in the musical, and reflects his dreams of glory.
The title is inspired by a 1902 monologue by Sholem Aleichem in Yiddish, Ven ikh bin Rothschild (If I were a Rothschild),] a reference to the wealth of the Rothschild family, although the content is quite different. The lyric is based in part on passages from Sholem Aleichem’s 1899 short story "The Bubble Bursts." Both stories appeared in English in the 1949 collection of stories Tevye's Daughters.(en.wikipedia.org)
«If I were a rich man» 
από το μιούζικαλ Fiddler on the roof

"Sunrise Sunset"

"One season following another
Laden with happiness and tears" 

 Από την ταινία Fiddler on the Roof
το υπέροχο τραγούδι του γάμου. !!!!!
Is this the little girl I carried?
Is this the little boy at play?
I don't remember growing older
When did they?
When did she get to be a beauty?
When did he grow to be so tall?
Wasn't it yesterday
When they were small?
Sunrise, sunset
Sunrise, sunset
Swiftly flow the days
Seedlings turn overnight to sunflowers
Blossoming even as they gaze
 Sunrise, sunset
Sunrise, sunset
Swiftly fly the years
One season following another
Laden with happiness and tears
One season following another
Laden with happiness and tears
Sunrise, sunset
Sunrise, sunset

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

"Dearest Father..."

"Πολυαγαπημένε πατέρα,
πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω. Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.
Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει· εσύ αντί αυτών καμία ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας· αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες· ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα. Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη. Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.
Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμία ευθύνη για την αποξένωσή μας. Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμία ευθύνη και εγώ. Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή – όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου.
[…]
 Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα...."
Franz Kafka, Επιστολή προς τον πατέρα, απόσπασμα, μετ. Αλ. Κυπριώτης,εκδ. Ίνδικτος

Vivaldi, Four Seasons (Winter)

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

"'Beauty is truth, truth beauty" *

My heart aches, and a drowsy numbness pains
My sense, as though of hemlock I had drunk,
Or emptied some dull opiate to the drains
One minute past, and Lethe-wards had sunk:
’Tis not through envy of thy happy lot,
 But being too happy in thine happiness,—
 That thou, light-winged Dryad of the trees,
 In some melodious plot
 Of beechen green, and shadows numberless,
 Singest of summer in full-throated ease.

Η πρώτη στροφή από το ποίημα του Άγγλου ρομαντικού ποιητή John Keats, "Ode to a Nightingale"

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

του ουρανοδρόμου πρίγκιπα...

"On ne voit bien qu'avec le cœur. L'essentiel est invisible pour les yeux."
Shostakovich, Waltz 2
“- Όμως θα κλαις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
 - Και βέβαια, είπε η αλεπού.
 - Επομένως δεν κέρδισες τίποτα.
 - Κέρδισα, είπε η αλεπού, κέρδισα το χρώμα του σταριού.”

Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, Μικρός Πρίγκιπας

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

"The Stranger" (Meursault)

Ο Ξένος αποτελεί "τη μυθιστορηματική απεικόνιση του φιλοσοφικού συστήματος του παράλογου, όπως διατυπώθηκε στο «Μύθο του Σίσυφου». Ο άνθρωπος τη στιγμή που πρόκειται να κάνει κάτι, παρατηρεί συχνά ότι μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο και του είναι αδιάφορο ποιο τελικά δρόμο θα ακολουθήσει. Δεν έχει ψευδαισθήσεις για τις καθιερωμένες αξίες και φέρεται σαν η ζωή να μην έχει νόημα."

Η παρακάτω σκηνή είναι από το τέλος του πρώτου μέρους. (Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η ζωή του κεντρικού ήρωα και αφηγητή Μερσώ- ατόμου συναισθηματικά αποστασιοποιημένου από το περιβάλλον του- πριν το έγκλημα, ενώ στο δεύτερο μέρος η ζωή του μετά από αυτό.)

"And each successive shot was another loud, fateful rap on the door of my undoing."
by Rene Magritte
"Κι αυτή την φορά, δίχως να σηκωθεί, ο Άραβας τράβηξε το μαχαίρι του και μου το έδειξε μέσα στον ήλιο. Το φως έπεσε πάνω στο ατσάλι κι ήταν σα μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με χτυπούσε κατακούτελα. Την ίδια στιγμή ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί μέσα στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρά μου και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό και πυκνό πέπλο. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω απ’ αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα κι αλάτι. Δεν ένιωθα πια, παρά τα κύμβαλα του ήλιου πάνω στο μέτωπό μου, και πιο αμυδρά, το αστραφτερό λόγχισμα απ’ το μαχαίρι που ήταν συνέχεια στραμμένο καταπάνω μου. Αυτό το πυρωμένο ξίφος ροκάνιζε τις βλεφαρίδες μου και χωνόταν μέσα στα πονεμένα μάτια μου. Τότε ήταν πού όλα σαν να τρεμόσβησαν. Η θάλασσα έφερε μια πνοή πυκνή και διάπυρη. Μου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε ολόκληρος πέρα ως πέρα για να πέσει μια βροχή από φωτιά. Ολόκληρη η ύπαρξή μου τεντώθηκε κι έσφιξα σπασμωδικά το χέρι μου πάνω στο περίστροφο. Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα την γυαλιστερή κοιλιά της κάνης, κι εκεί, μέσα στον κρότο τον ξερό μαζί κι υπόκωφο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την έξοχη σιωπή μιας παραλίας όπου ήμουν ευτυχισμένος. Τότε, τράβηξα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα κορμί ακίνητο όπου οι σφαίρες βυθιζόντουσαν χωρίς να φαίνεται τίποτα. Κι ήταν σα να χτυπούσα, με τέσσερις σύντομους χτύπους, την πόρτα της δυστυχίας."
Albert Camus, Ο Ξένος, μτφ. Λ. Παπαδούλη-Γκινάκα, εκδ. γράμματα

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

"Le Misanthrope"

Ο Μολιέρος, ο κορυφαίος Γάλλος δραματουργός του 17ου αιώνα, έγραψε την κωμωδία Le Misanthrope (1666), μία σάτιρα σχετικά με την υποκριτική ευγένεια και την ανέντιμη κολακεία στην βασιλική αυλή αλλά και στα σαλόνια του Παρισιού. Μέσα από την περιγραφή της αντικοινωνικής στάσης του αριστοκράτη Alceste (μισάνθρωπος), στο παιχνίδι των ρόλων της Αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ, ο συγγραφέας πραγματεύεται το μείζον ζήτημα της στάσης τού εκ φύσεως ατελούς ανθρώπου μέσα σε μια κοινωνία αποτελούμενη από άλλους εξίσου προβληματικούς ανθρώπους.
Alexander Ivanov, A head of a young man
Σιχαίνομαι τ' ανάξια τα καμώματα,
που οι άνθρωποι του κόσμου συνηθάνε.
Σιχαίνομαι της μέσης τα τσακίσματα,
τα ψεύτικα φιλιά και κομπλιμέντα.
Θαρρείς κι αγώνα σταίνουν ποιος τον άλλον
θα ξεπεράσει στην υποκρισία.
Τίμιος ή κατεργάρης το ίδιο κάνει.
Τι τ' όφελος, αν κάποιος σε χαϊδεύει,
σου ορκίζεται φιλία κι αγάπη αιώνια,
πλούσια τις αρετές σου εγκωμιάζει,
όταν σε λίγο πάει να κάνει τα ίδια
στον πρώτο κατεργάρη, που του λάχει;
Και τόση δα συνείδηση όταν έχεις,
δε μπορείς ν' ανεχτείς μια τέτοια εχτίμηση
ξεπορνεμένη ολότελα. Όσο να 'ναι
αξιόλογη, καμιάν αξία δεν έχει.
Για να τιμάς, πρέπει να ξεχωρίζεις
κι όταν τιμάς όλον τον κόσμο αράδα,
αυτό θα πει πως δεν τιμάς κανένα.
Κι αφού και συ των άλλων μαϊμουδίζεις
τα φερσίματα, φεύγα, δε μου κάνεις.
∆ε θέλω εγώ καρδιά που 'ναι δοσμένη
σ' όλους χωρίς προτίμηση καμιά.
Να με αγαπάει δε θέλω ο που αγαπάει
ολάκερο το γένος των ανθρώπων!

Μολιέρος, Ο Μισάνθρωπος. απόδοση Κ. Βάρναλη.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

"Death in cadence"

“Oh what a beautiful night for the poor world!
Long live death and equality!”

Camille Saint - Saens, Danse macabre

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

"Φαιδροί και φιλοπαίγμονες"

John William Waterhouse, study for "Boreas"
"Ἐν τούτοις τὸ θέρος εἶχε παρέλθει πρὸ πολλοῦ καὶ ὁ ἁγιώτατος Πατὴρ δὲν ἔσπευδε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν καθέδραν του. Τὰ τελευταῖα τοῦ ἔτους φύλλα ἐσωρεύοντο παρὰ τὰς ῥίζας τῶν δένδρων, ἡ θάλασσα ἐμυκᾶτο ἀντὶ νὰ ψιθυρίζῃ καὶ οἱ λύκοι κατέβαινον ἐκ τῶν ὀρέων˚ ἀλλ' οἱ δύο ἐρασταὶ διέμενον φαιδροὶ καὶ φιλοπαίγμονες ὡς τὴν ἄνοιξιν αἱ τρυγόνες. Πολλοὶ φιλόσοφοι ἐπροσπάθησαν νὰ εὕρωσι κατὰ τί διαφέρει ὁ ἄνθρωπος τοῦ κτήνους· καὶ οἱ μὲν Ἑβραῖοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι διαφορὰ καμμία δὲν ὑπάρχει, οἱ δὲ χριστιανοὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθάνατον ψυχήν, οἱ φιλόσοφοι ὅτι εἶναι λογικὸς καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ὅτι πταρνίζεται συχνότερον τῶν ἄλλων ζώων˚ ἀλλὰ κάλλιον τούτων ἐπέτυχε, νομίζω, ὁ Σωκράτης, παρατηρήσας ὅτι κατὰ τοῦτο ὑπερέχομεν τὰ ζῶα, ὅτι ὅσα τὴν ἄνοιξιν μόνον πράττουσιν ἐκεῖνα, ταῦτα ὁ ἄνθρωπος δύναται καθ' ὅλον τὸ ἔτος νὰ πράξῃ. Ὁ Ζεύς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰς ὑπερόγκους συζυγικὰς ἀπαιτήσεις του, ῥίπτων τὸ σφάλμα εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἀνοίξεως, διέταττε τὴν γῆν νὰ βλαστάνῃ ἄνθη, ὁσάκις ἐπεθύμει μετὰ τῆς Ἥρας νὰ ὀμιλήσῃ, (καθ' ἣν ἔννοιαν δίδει εἰς τὸ ῥῆμα τοῦτο ὁ Κ. Φίλιππος Ἰωάννου)· ἡ δὲ Ἰωάννα μὴ δυναμένη τὸ αὐτὸ θαῦμα νὰ κατορθώσῃ, ἀνεπλήρονε διὰ ξύλων καὶ λαμπάδων τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἐαρινοῦ ἡλίου, τὴν ὀσμὴν τῶν ἀνθέων δι' ἀλόης καὶ κινναμώμου καὶ τὸ κελάδημα τῶν πτηνῶν δι' αὐλῶν καὶ ᾀσμάτων. Τὰ συμπόσια, οἱ κύβοι, οἱ πίθηκες, οἱ μίμοι, οἱ γελωτοποιοὶ καὶ αἱ ἄλλαι τοῦ μεσαιῶνος διασκεδάσεις διεδέχοντο ἀλλήλας ἀκαταπαύστως ἐν τῷ παπικῷ ἀνακτόρω, κατὰ δὲ τοὺς χρονογράφους πολλάκις ἀντήχουν ἐκεῖ ᾄσματα βακχικὰ καὶ χορευτῶν ποδοκρουσίαι. Οὐδέποτε πλέον παρευρίσκετο εἰς τοὺς ὄρθρους ὁ Ποντίφηξ, ἀκολουθῶν τὸ τοῦ Σολομῶντος: «Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν», τὰς δὲ εὐχάς, λειτουργίας καὶ ἀκολουθίας συνέθετεν ὁ ἴδιος κατὰ τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ἀπαγορεῦον εἰς τοὺς χριστιανοὺς τὴν μωρολογίαν· πολλάκις, δέ, ἀφοῦ μετὰ τρισμακαρίαν νύκτα ἀπεσπᾶτο ἀπὸ τοῦ φίλου της τὰς ἀγκάλας, συνέβη αὐτῇ, καθὼς ἐνόθευσε τὸ Πιστεύω, οὕτω καὶ τὸ Πάτερ ἡμῶν νὰ τροποποιῇ ἀντὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τὸν Φλῶρον αὐτῆς τὸν ἐπιούσιον ζητοῦσα παρὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός."

Εμμανουήλ Δ. Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Μεσαιωνική μελέτη. Έκδοσις τρίτη επιθεωρηθείσα, εν Αθήναις, 1879

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

"The Musicians"

Caravaggio, The Musicians
Δημιουργός του έργου The Musicians ή Concert of Youths είναι ο Michelangelo Merisi da Caravaggio (1571–1610). Το έργο βρίσκεται στο Metropolitan Museum of Art στη New York.
Ο πίνακας παριστάνει  τέσσερα αγόρια από τα οποία τα τρία παίζουν διάφορα μουσικά όργανα ή τραγουδούν ενώ το τέταρτο παρουσιάζεται σαν Έρωτας να κρατάει ένα τσαμπί σταφύλι. Η κεντρική φιγούρα με το λαούτο έχει ταυτιστεί, κατόπιν μελετών, με τον σύντροφο τού Καραβάτζιο, τον Mario Minniti. Το άτομο δίπλα του που βλέπει προς τον θεατή είναι πιθανώς μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη. Ο Έρως παρουσιάζει ομοιότητα με το αγόρι στο έργο «Boy Peeling Fruit», που δημιούργησε ο καλλιτέχνης λίγα χρόνια πριν, όπως επίσης και με τον άγγελο στο έργο «Saint Francis of Assisi in Ecstasy».

«The manuscripts show that the boys are practicing madrigals celebrating love, and the eyes of the lutenist, the principal figure, are moist with tears—the songs presumably describe the sorrow of love rather than its pleasures. The violin in the foreground suggests a fifth participant, implicitly including the viewer in the tableau.» (en.wikipedia.org)
!!!!!!!!!!!

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Silhouettes

Auguste Edouart (French, 1789–1861) , Frank Johnson, Leader of the Brass Band of the 128th Regiment 
in Saratoga, with his wife, Helen
"Silhouettes must have first appeared in England in about 1700, when William and Mary reportedly had their profiles done. By the 1720s, silhouettes—or shades as they were known in Great Britain—had become an established novelty, and by the end of the century their popularity had spread to France. By the end of the eighteenth century, a few French silhouettists had introduced profiles to the United States; however, it was not until the summer of 1839 that Auguste Edouart, the most prolific silhouettist ever to work in the United States, arrived in New York..."
πηγή: The Metropolitan Museum of Art (http://www.metmuseum.org/collection)

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

“so full of shapes is fancy” *!



"O spirit of love, how quick and fresh art thou
That, notwithstanding thy capacity
Receiveth as the sea, naught enters there,
Of what validity and pitch so e’er,

But falls into abatement and low price
Even in a minute! So full of shapes is fancy
That it alone is high fantastical."

Από το έργο του William Shakespeare Twelfth Night (act 1, scene 1)

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ψυχή

Νικόλαος Γύζης, Η Ψυχή του καλλιτέχνη1893
Η “Ψυχή” είναι ένα εμπρεσιονιστικό έργο ζωγραφικής του Νικολάου Γύζη (1842-1900) που υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και ανήκε στη λεγόμενη «Σχολή του Μονάχου». Ο ζωγράφος δημιούργησε το έργο ως δείγμα της εργασίας του, κοσμώντας με αυτό το εξώφυλλο του βιογραφικού του σημειώματος που έστειλε σε μεγάλο μουσείο του εξωτερικού.
Είναι ένα έγχρωμο σκίτσο που απεικονίζει μία αιθέρια γυναικεία μορφή με φτερά να κάθεται μπροστά από μια σπηλιά και να κοιτάζει με περίσκεψη ένα κόκκινο κουτί που κρατά στο χέρι της.
Πρόκειται για αλληγορία που κινείται στην ατμόσφαιρα του συμβολισμού. Η γυναικεία μορφή είναι η Ψυχή, μορφή της ελληνικής μυθολογίας. Η Ψυχή ήταν ομορφότερη από τη θεά Αφροδίτη με αποτέλεσμα να προκαλέσει το φθόνο της θεάς. Η σπηλιά, στην είσοδο της οποίας κάθεται, οδηγεί στον Κάτω Κόσμο και το κουτάκι που κρατά της το έδωσε η θεά Αφροδίτη. Σύμφωνα με το μύθο, έπρεπε να κατεβεί στον Άδη και να γεμίσει το κουτί με κρέμα που θα της έδινε η Περσεφόνη, κλέβοντας έτσι λίγη από την ομορφιά της.
Γενικότερα, η εικόνα του Νικολάου Γύζη συμβολίζει την Ψυχή του καλλιτέχνη που υπάρχει και δίνει ζωή στα έργα του. 

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Βροχή ζαχαρωτών...

...από νέφη κατακορύφου αναπτύξεως...   *!
Felix Mendelssohn, Piano Concerto No. 1 in G minor, op. 25


Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

"Glassy essence"

Stephen Reid, Isabella and Angelo, 1909, (Measure for Measure)
(Isabella) 
"... but man, proud man,
Drest in a little brief authority,
Most ignorant of what he's most assured,
His glassy essence*, like an angry ape,
Plays such fantastic tricks before high heaven
As make the angels weep; who, with our spleens,
Would all themselves laugh mortal."

"Mα άνθρωπε συ, περήφανε άνθρωπε,
που ντύθηκες μικρή εξουσία εφήμερη,
και πιο πολύ αγνοείς ό,τι πιο βέβαιο έχεις,
τη γυάλινη την ύπαρξή σου, σαν έξαλλη μαϊμού,
με κόλπα κωμικά μπροστά στον ύψιστο ουρανό,
κάνεις να κλαιν οι αγγέλοι, που
αν είχαν φύση ανθρώπινη,
θα πέθαιναν στα γέλια."
Σαίξπηρ, Με το Ίδιο Μέτρο, 2.2

Κορυφαίοι στίχοι από το ίσως πιο αντισυμβατικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, το οποίο ανήκει στις λεγόμενες «μελαγχολικές κωμωδίες» του, γιατί εκτός από δραματικά στοιχεία και ηθικοπλαστικά διδάγματα, έχει και κωμικές παρεμβάσεις, όπως και αίσιο τέλος. Βασικό θέμα του έργου είναι η δολιότητα της κρατικής εξουσίας και η διαφθορά των ανθρώπων όταν αναλαμβάνουν δημόσιες θέσεις. 

* glassy essence: "That essential nature of man which is like glass from its faculty to reflect the image of others in its own, and from its fragility, its liability to injury or destruction" (Clarke)

Felix Mendelssohn - Symphony No. 3 in A minor, Op. 56 "Scottish"

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

straightforwardly

"...as certain dark things are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul..." *
painting (detail), photo by celia g.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Madonna with Child

Filippo Lippi, Madonna with Child, 1465 (detail)
Uffizi Gallery,
Florence, Italy
Αυτό το έργο του Filippo Lippi, ζωγραφισμένο γύρω στα 1465, είναι ένα από τα πιο γνωστά και θαυμαστά έργα της Αναγέννησης και εκτίθεται στην Uffizi Gallery στη Φλωρεντία.

Η Παναγία εικονίζεται προφίλ, να προσεύχεται μπροστά στο παιδί, το οποίο υποστηρίζεται από δύο αγγέλους. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση των προσώπων των αγγέλων (περισσότερο μοιάζουν με δύο νεαρά αγόρια, κατεργάρηδες). Πίσω τους φαίνεται ένα όμορφο τοπίο, εμπνευσμένο από τη φλαμανδική ζωγραφική. Η κόμμωση της Παναγίας είναι πολύ κομψή (μαλλιά διακοσμημένα με πέρλες και πέπλα).

Η γλυκύτητα της σύνθεσης, καθώς και η φινέτσα της γυναίκας θα αποτελέσει αργότερα πρότυπο κομψότητας για πολλούς ζωγράφους, όπως τον Μποτιτσέλι, που ήταν μαθητής του Filippo Lippi και δημιουργός των έργων  "Η Γέννηση της Αφροδίτης" και "Άνοιξη".

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

"Μιλώ για την πόλη"

                   Στον Έλιοτ Γουάινμπεργκερ
  Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,
  συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
  η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
  η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
  η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
  με τα μνημεία και τ’ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
  σ’ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
  πριν απ’ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
  ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
  – να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σ’ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
  να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
  να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
  βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απ’ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
  μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
  και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
  μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απ’ τους νεκρούς, που κατοικείται από τ’ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απ’ τη δεσποτική της μνήμη,
  η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,
      μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
  το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
  τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
  τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
  όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
  μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τ’ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
  για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
  μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
  για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
  για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
  μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
  γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
  μιλώ για τον δείπνο κάτω απ’ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
  για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
  για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
  για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
  για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
  μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
  για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
  για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
  μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
  μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
  για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
  για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σ’ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
  μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
  μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
  το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει νά ’ναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
  μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
  συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
  ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απ’ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
  υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
  μιλώ για τ’ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
  μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τ’ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
  μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
  μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
  μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
  χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
  ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σ’ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
  στιγμή του ίσαμ’ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
  η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
  μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
  μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
  μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
       μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μιά μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.
Octavio Paz, Μιλώ για την πόλη, (μετ. Γιώργος Κεντρωτής)


Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

εικόνα πόλης

φωτ. celia g.
 "...η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
  η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
  η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιας λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο..."

Octavio Paz, «Μιλώ για την Πόλη» (απόσπασμα) 



Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Feeling...


«Τhe most painful feeling, the most piercing emotions are also the most absurd ones – the longing for impossible things, precisely because they are impossible, the nostalgia for what never was; the desire for what might have been; one’s bitterness that one is not someone else or one’s dissatisfaction with the very existence of world. All these half-tones of the soul’s consciousness create a raw landscape within us, a sun eternally setting on what we are. Our sense of ourselves then becomes a deserted  field at nightfall with sad reeds flanking a boatless river bright in the darkness growing between the distant shores
Fernando Pessoa, The Book of Disquiet (Το βιβλίο της ανησυχίας)

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Fairground

Lost my heart in the fairground the sad clown tries to smile
How quickly goes our innocence how swiftly were defiled
Lost my heart in the fairground when I saw the cheapest rides
Were the ones the crowds queue for the sad clown stands aside
The vulgar neon prostitutes they always win the day
How swiftly our innocence is swept away
Lost my heart in the fairground when I saw that it was crap
Well marketed and packaged that keeps them coming back
How quickly we do swallow the bitterest of pills
The neon whores and sycophants who peddle cheaper thrills
How quickly fairground barkers learn to shout
The quick and easy buck is what its all about
Lost my heart in the fairground the sad clown tries to smile
How quickly goes our innocence how swiftly were defiled...

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Εὐκοσμία

Ἀναχωρήσεις αὑτοῖς ζητοῦσιν ἀγροικίας καὶ αἰγιαλοὺς καὶ ὄρη, εἴωθας δὲ καὶ σὺ τὰ τοιαῦτα μάλιστα ποθεῖν. ὅλον δὲ τοῦτο ἰδιωτικώτατόν ἐστιν, ἐξόν, ἧς ἂν ὥρας ἐθελήσῃς, εἰς ἑαυτὸν ἀναχωρεῖν. οὐδαμοῦ γὰρ οὔτε ἡσυχιώτερον οὔτε ἀπραγμονέστερον ἄνθρωπος ἀναχωρεῖ ἢ εἰς τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, μάλισθ' ὅστις ἔχει ἔνδον τοιαῦτα, εἰς ἃ ἐγκύψας ἐν πάσῃ εὐμαρείᾳ εὐθὺς γίνεται˙ τὴν δὲ εὐμάρειαν οὐδὲν ἄλλο λέγω ἢ εὐκοσμίαν. συνεχῶς οὖν δίδου σεαυτῷ ταύτην τὴν ἀναχώρησιν καὶ ἀνανέου σεαυτόν˙ βραχέα δὲ ἔστω καὶ στοιχειώδη ἃ εὐθὺς ἀπαντήσαντα ἀρκέσει εἰς τὸ πᾶσαν λύπην ἀποκλύσαι καὶ ἀποπέμψαι σε μὴ δυσχεραίνοντα ἐκείνοις ἐφ ἃ ἐπανέρχῃ. 
Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Βιβλίο 4, 3

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

"Fly away on wings of wind..."

"Fly away on wings of wind
To native lands, our native song,
To there, where we sang you freely,
Where we were so carefree with you.
There, under the hot sky,
With bliss the air is full,
There, to the murmur of the sea, mountains doze in the clouds.
There, the sun shines so brightly,
Bathing [our] native mountains in light.
In the meadows, roses bloom luxuriously,
And nightingales sing in the green forests;
And sweet grape grows.
There is more freedom for you there, song…
And so, fly away!"
Alexander Borodin, Polovtsian Dances - Prince Igor

Οι Polovtsian χοροί, (από το ρωσικό όνομα «Polovtsy» - το όνομα που δίνεται στους Κουμάνους από τους Ρως) αποτελούν ένα εξωτικό σκηνικό στην μεγάλη όπερα του Alexander Borodin «Ο Πρίγκιπας Ιγκόρ».
Η όπερα του Μποροντίν είναι βασισμένη στο ρωσικό ανώνυμο έπος του 13ου αιώνα "Η ιστορία της εκστρατείας του πρίγκιπα Ιγκόρ", ο οποίος είναι ιστορικό πρόσωπο. Το λιμπρέτο το έγραψε ο ίδιος ο συνθέτης. Σε ό,τι αφορά τους πολοβιτσιανούς χορούς του μπαλλέτου, αυτοί συμπεριλαμβάνονται στο ρεπερτόριο όλων των συμφωνικών ορχηστρών του κόσμου.
 “Ο πρίγκιπας Ιγκόρ”, η μοναδική όπερα του Μποροντίν, έμεινε ατέλειωτη σε διάφορα σημεία. Μετά το θάνατό του, ο Ρίμσκυ-Κόρσακωφ τέλειωσε την ενορχήστρωση. Σε αυτήν συνεργάστηκε και ο Αλέξανδρος Γκλαζουνώφ. Ο τελευταίος Ρώσος συνθέτης που έβαλε κάτι για να τελειώσει “Ο πρίγκιπας Ιγκόρ” ήταν ο Πάβελ Σμέλκωφ. Αυτός τέλειωσε τον μονόλογο της 3ης πράξης, ο οποίος ακούστηκε και στην σύγχρονη παρουσίαση του έργου από την Μητροπολιτική Όπερα.
O Mποροντίν ανήκει στην περίφημη ομάδα των ”Τρομερών ή Μέγιστων Πέντε”. Έτσι έγιναν γνωστοί οι πέντε Ρώσοι συνθέτες ( Αλέξανδρος Mποροντίν, Νικολάι Ρίμσκυ-Κόρσακωφ, Μοδέστος Πέτροβιτς Μουσόργκσκυ, Αλέξανδρος Γκλαζουνώφ,  Καίσαρ Αντόνοβιτς Κουΐ / αρχηγός της παρέας και εμπνευστής της ιδέας: Μίλυ Μπαλακίρεφ) οι οποίοι υπέγραψαν συμφωνία μεταξύ τους να προβάλλουν μέσα στο έργο τους μόνο  την ρωσική ιστορία και τα ρωσικά λαϊκά τραγούδια. 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Clinamen*

Egon Schiele, Standing Male Nude, 1910
Found on aceblush.tumblr.com  
Ωστόσο δε δημιουργεί ο άνθρωπος τον κόσμο. Δεν κατορθώνει να τον αποκαλύψει παρά μέσα από τις αντιστάσεις που αυτός ο κόσμος του προβάλλει. Η θέληση δεν καθορίζεται παρά με τα εμπόδια που προκαλεί κι εξαρτάται από το κατά πόσο τεχνητά είναι, τη στιγμή που μερικά από αυτά καταπολεμούνται κι άλλα όχι. Αυτό ήθελε να πει ο Καρτέσιος όταν έλεγε ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι απεριόριστη, αλλά η εξουσία του περιορισμένη. Πώς όμως αυτοί οι περιορισμοί μπορούν να συμβιβαστούν με την ιδέα μιας ελευθερίας, που επιβεβαιώνεται σαν σύνολο και σαν περιορισμένη κίνηση;
Απέναντι σε ένα εμπόδιο που είναι αδύνατο να υπερνικηθεί, η επιμονή είναι ανόητη: αν επιμένω να χτυπάω με τη γροθιά μου έναν ακλόνητο τοίχο, η ελευθερία μου εξαντλείται σ’ αυτή την ανώφελη χειρονομία, χωρίς να μπορεί να αποκτήσει ένα περιεχόμενο και υποβιβάζεται έτσι σε μια μάταιη πιθανότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχει πιο θλιβερή αρετή από την υποταγή. Μεταμορφώνει σε φαντασιώσεις, σε αμφίβολα ονειροπολήματα, σχέδια που είχαν καταρχήν διαμορφωθεί σα θέληση και σαν ελευθερία. Ένας νέος άνθρωπος επιθυμούσε να έχει μια ζωή ευτυχισμένη, χρήσιμη ή δοξασμένη. Αν αργότερα κοιτάζει με κυνικότητα κι αδιαφορία τις αποτυχημένες προσπάθειες της εφηβείας του, τότε αυτές ακινητοποιούνται για πάντα στο παρελθόν. Όταν μια προσπάθεια αποτυγχάνει, δηλώνουμε με πικρία ότι χάσαμε τον καιρό μας, ότι ξοδέψαμε τις δυνάμεις μας, γιατί η αποτυχία καταδικάζει ολόκληρο το κομμάτι του εαυτού μας που επιστρατεύσαμε σ’ αυτή την προσπάθεια. Για να ξεφύγουν από αυτό το δίλημμα, οι στωικοί κήρυξαν την αδιαφορία. Θα μπορούσαμε πράγματι να επιβεβαιώσουμε την ελευθερία μας ενάντια σε κάθε καταναγκασμό, αν δεχόμαστε ν’ απαρνηθούμε την ιδιαιτερότητα των σχεδίων μας: αν μια πόρτα αρνείται ν’ ανοίξει, μπορούμε ν’ αποφασίσουμε να μην την ανοίξουμε, παραμένοντας τότε ελεύθεροι. Αλλά έτσι δεν κατορθώνουμε να διασώσουμε παρά μια αφηρημένη έννοια της ελευθερίας και να την αδειάσουμε από κάθε περιεχόμενο κι από κάθε αλήθεια: η εξουσία του ανθρώπου παύει να είναι περιορισμένη γιατί εκμηδενίζεται. Είναι η ιδιαιτερότητα του σχεδίου που καθορίζει τον περιορισμό της εξουσίας κι αυτή είναι επίσης που δίνει στο σχέδιο ένα περιεχόμενο και του επιτρέπει να θεμελιωθεί. Υπάρχουν άνθρωποι που η ιδέα της αποτυχίας τούς εμπνέει τέτοιο τρόμο, που συγκρατιούνται από το να θέλουν ποτέ κάτι: κανείς όμως δεν μπορεί να δει αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα σα θρίαμβο της ελευθερίας.

Simone de Beauvoir, Pour une morale delambiguite” (Για μια ηθική της αμφισβήτησης), εκδ. Γλάρος, σελ.25, 26

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Διαυγής και ήρεμη θέαση

Μας αρέσει πολύ να μιλάμε για την υποκριτική μας ευαισθησία ενώπιον του αρχαίου κάλλους, καθώς και ενώπιον του κάλλους των ειδωλολατρικών πολιτισμών που έχουν γεννήσει τον δικό μας. Αλλά είμαστε πολύ μακριά από το να έχουμε την ψυχή των Ελλήνων ή την ψυχή των Ρωμαίων. Τους θαυμάζουμε από το πλάι, μ’ έναν ανυπόστατο τρόπο. Τίποτα πια από την αρχαία ψυχή δεν απομένει σ’ εμάς. Η δίψα μας για το αρχαίο κάλλος είναι καθ’ όλα χριστιανική ως προς τη μανία της τελειότητας και ως προς την ανησυχία της.
Το αίσθημα με το οποίο θαυμάζουμε τα ελληνικά αγάλματα τα προσβάλλει. Θαυμάζουμε υπερβολικά το κάλλος· οι Έλληνες δεν τ’ αγαπούσαν έτσι. Το κάλλος δεν ήταν για την ευαισθησία τους παρά η διαυγής τους και ήρεμη θέαση των πραγμάτων. Όταν βλέπουμε τα πράγματα με υπερβολική διαύγεια, δεν μπορούμε πια καθόλου να τα νιώσουμε. Και οι Έλληνες ήσαν προικισμένοι με μια εξαιρετική διαύγεια. Γι’ αυτό και ένιωθαν λίγο. Εξού και η τελειότητα των έργων τέχνης τους. Για να δημιουργήσεις ένα έργο τέχνης, μια τέλεια τελειότητα (sic), είναι αναγκαίο να μην αισθάνεσαι το κάλλος του. Σύνολη η ελληνική τέχνη ήταν ισορροπία και (…). Ήταν μια τέχνη ανθρώπων που ήξεραν να βλέπουν και πού έβλεπαν. Καμία σχέση με μας, που ανακατεύουμε στο αίσθημά μας μπροστά σε ένα άγαλμα αυτά τα ψεύτικα συναισθήματα, της ηθικής τελειότητας και της αγνότητας, που ο χριστιανισμός μας έμαθε να νιώθουμε θαυμάζοντας τον Χριστό πάνω στο σταυρό. Δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τα αντικείμενα διαυγή και γαλήνια στρεβλώνοντάς τα με το βλέμμα μας και τον θαυμασμό μας. Να δημιουργήσουμε εντός μας ένα νέο τρόπο να νιώθουμε και να βλέπουμε.

Fernando Pessoa, Ο δρόμος του φιδιού, μετ. Γιάννης Σουλιώτης, εκδ.ΑΡΜΟΣ, σελ. 37,38

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

"I am half agony, half hope"

Η επιστολή του Frederick Wentworth στην Anne Elliot, λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος Persuasion («Πειθώ») της Jane Austen, είναι ίσως μια από τις ομορφότερες (ομολογίες αγάπης) στην παγκόσμια λογοτεχνία …
"I can listen no longer in silence. I must speak to you by such means as are within my reach. You pierce my soul. I am half agony, half hope. Tell me not that I am too late, that such precious feelings are gone for ever. I offer myself to you again with a heart even more your own than when you almost broke it, eight years and a half ago. Dare not say that man forgets sooner than woman, that his love has an earlier death. I have loved none but you. Unjust I may have been, weak and resentful I have been, but never inconstant. You alone have brought me to Bath. For you alone, I think and plan. Have you not seen this? Can you fail to have understood my wishes? I had not waited even these ten days, could I have read your feelings, as I think you must have penetrated mine. I can hardly write. I am every instant hearing something which overpowers me. You sink your voice, but I can distinguish the tones of that voice when they would be lost on others. Too good, too excellent creature! You do us justice, indeed. You do believe that there is true attachment and constancy among men. Believe it to be most fervent, most undeviating, in F.W.
 "I must go, uncertain of my fate; but I shall return hither, or follow your party, as soon as possible. A word, a look, will be enough to decide whether I enter your father's house this evening or never."
Jane Austen, "Persuasion"

Joaquin Rodrigo, Concerto De Aranjuez Adagio 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

The Corn Poppy

Kees van Dongen, The Corn Poppy  (1919)
Ο Cornelis Theodorus Maria van Dongen (1877 –1968), γνωστός ως  Kees van Dongen ή απλά Van Dongen, ήταν ένας Ολλανδός ζωγράφος και ένας από τους Fauves. Απέκτησε φήμη για τα αισθησιακά και μερικές φορές φανταχτερά πορτρέτα του.