Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

"Dearest Father..."

"Πολυαγαπημένε πατέρα,
πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω. Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.
Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει· εσύ αντί αυτών καμία ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας· αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες· ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα. Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη. Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.
Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμία ευθύνη για την αποξένωσή μας. Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμία ευθύνη και εγώ. Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή – όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου.
[…]
 Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα...."
Franz Kafka, Επιστολή προς τον πατέρα, απόσπασμα, μετ. Αλ. Κυπριώτης,εκδ. Ίνδικτος

Vivaldi, Four Seasons (Winter)