Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

κοινό σημείο

Morris Hirshfield, Girl with Pigeons, 1942
Πώς να ζήσουμε σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.
Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.
Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα -ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.
Αν η συγκυρία των συναντήσεων μού προσφέρει τον έρωτά σου και σού προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή… [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο

Ραούλ Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

"Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν…”

“Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν, εγώ ήμουν ευτυχής
και κανένας δεν ήταν πεθαμένος στο παλιό σπίτι
και μέχρι τότε υπήρχε μια παράδοση από αιώνες,
και η χαρά όλων και η δική μου
ταίριαζαν όμορφα παρέα, σαν θρησκεία.
Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν,
εγώ είχα τη μεγάλη τύχη να μην καταλαβαίνω τίποτα
να είμαι έξυπνος για τους δικούς μου και να μην έχω
τις ελπίδες που είχαν οι άλλοι για μένα.
Όταν ήρθε η ώρα να έχω ελπίδες
τότε δεν ήξερα να ελπίσω.
Όταν ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσω τη ζωή,
έχασα το νόημά της.
Ναι, αυτό που ήταν το προσδόκημο για μένα,
αυτό που ήταν της καρδιάς,
αυτό που ήταν για τους επαρχιώτικους χορούς
αυτό που ήταν για κείνους που μ’ αγαπούσαν
όταν ήμουν παιδί
αυτό που ήταν- α, Θεέ μου!-
μόνο σήμερα ξέρω τι ήταν…
Τι απόσταση! (Πια δεν το συναντώ…)
Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν…”

Φερνάντο Πεσσόα, «Γενέθλια»

"...they simply float, unburdened by gravity..."

Marc ChagallThe Birthday, (1915)
New York, Museum of Modern Art

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Φαντασία

Georgia O'Keeffe (American, 1887–1986), Black Abstraction, 1927

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο “λογικά” από εμάς· δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν. Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες τα ζώα έχουν ένστικτα. Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμιών; Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος- δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα.
Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μάς διαφοροποιεί από τα ζώα. Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ως πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία. Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος. Ο άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.

Το 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρουσίασε στη γαλλική τηλεόραση τέσσερις έννοιες-κλειδιά που συναντάμε στο έργο του (Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία). Τέσσερις λέξεις, τέσσερις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών η κάθε μία· κάθε εκπομπή για μία λέξη. Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο “Είμαστε η Ιστορία μας”.
Bach: Sonata No.2 in A minor, BWV 1003 (IV. Allegro) (by Arthur Grumiaux)

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

"It' s hard to get around the wind..."

"Υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από ένα θλιμμένο παιδί;
Ποιος του έκοψε τη φόρα; Ένα παιδί πλήττει: σημαίνει πως έπαψε να πιστεύει στη δύναμη της αυταπάτης. Ξάφνου σταματά το παιχνίδι. Όχι όμως για να πάει να μελετήσει τα μαθήματα που απαιτεί το σχολείο. Όχι, τίποτα δεν το ελκύει. Προοιωνίζεται τον αργόσχολο άνθρωπο."
Jean-Bertrand Pontalis, "Παράθυρα"
11:00 A.M. Monday, May 9th, 1910.
 Newsies at Skeeter's Branch, Jefferson near Franklin
They were all smoking. 
Location: St. Louis, Missouri.
Artist: Lewis Hine (American, 1874–1940)

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

The Wrong Side and the Right Side

"I do not want to choose between the right and wrong sides of the world, and I do not want the choice to be made… The great courage is still to gaze as squarely at the light as at death. Besides, how can I define a link that leads from this all-consuming love of life to this secret despair."
Albert Camus, The Wrong Side and the Right Side (L'envers et l'endroit, 1937)
"Κι αν προσπαθήσω να βρω τον εαυτό μου, το πετυχαίνω μόνο χάρη στο φως. Κι αν επιχειρήσω να καταλάβω και να δοκιμάσω τούτη τη λεπτή γεύση που μου φανερώνει το μυστικό του κόσμου, μόνο τον εαυτό μου ανακαλύπτω στο βάθος του σύμπαντος. Τον εαυτό μου, δηλαδή αυτή την ακραία συγκίνηση που με λυτρώνει απ’ το σκηνικό.
Άλλοι αφήνουν ένα λουλούδι ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, φυλακίζουν εκεί έναν περίπατο όπου τους άγγιξε ο έρωτας. Κι εγώ κάνω περιπάτους, μα με χαϊδεύει ένας θεός. Η ζωή είναι σύντομη κι είναι αμαρτία να χάνεις τον καιρό σου. Λένε πως είμαι δραστήριος. Αλλά το να είσαι δραστήριος σημαίνει να χάνεις τον καιρό σου, εφόσον χάνεσαι ο ίδιος.
Το σήμερα είναι μία στάση και η καρδιά μου φεύγει να συναντήσει τον εαυτό της. Αν με πνίγει ακόμα μια αγωνία, είναι γιατί αισθάνομαι τούτη την αψηλάφητη στιγμή να γλιστρά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου όπως οι σταγόνες του υδράργυρου. Αφήστε λοιπόν όσους θέλουν να γυρίσουν την πλάτη τους στον κόσμο. Δεν παραπονιέμαι αφού βλέπω να γεννιέμαι. Τούτη την ώρα, όλο μου το βασίλειο ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο. Αυτός ο ήλιος κι αυτές οι σκιές, αυτή η ζέστη κι αυτό το κρύο που έρχονται απ’ το βάθος του αέρα: ν’ αναρωτηθώ αν κάτι πεθαίνει κι αν οι άνθρωποι υποφέρουν, αφού τα πάντα γράφονται σ’ αυτό το παράθυρο όπου ο ουρανός σκορπίζει την πληρότητά του που έρχεται να σμίξει με τον οίκτο μου.
Μπορώ να πω και θα το πω αμέσως ότι αξίζει να είναι κανείς αληθινός, κι αυτό τα περιλαμβάνει όλα, και την ανθρωπιά και την απλότητα. Και πότε λοιπόν είμαι αληθινός, αν όχι όταν είμαι ο κόσμος; Η επιθυμία μου εκπληρώνεται πριν προλάβω να την εκφράσω. Η αιωνιότητα είναι εδώ κι εγώ την περίμενα με ελπίδα. Τώρα δεν εύχομαι πια να είμαι ευτυχισμένος αλλά να έχω συνείδηση της πραγματικότητας.
Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται σε λίγο το καλοκαίρι; Αλλά να τα μάτια και η φωνή εκείνων που πρέπει ν’ αγαπώ. Είμαι δεμένος με τον κόσμο με όλες μου τις κινήσεις, με τους ανθρώπους, με όλο τον οίκτο και την ευγνωμοσύνη μου. Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δεν θέλω να επιλέξω, δεν μου αρέσει να επιλέγω."
Albert Camus, Η Καλή και η Ανάποδη, (The Wrong Side and the Right Side), εκδ. Καστανιώτη

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Φενάκη

Julio Romero de Torres, La Guitarrista
Delia Elena San Marco
"Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνία της Πλατείας Όνσε.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο, ξανακοίταξα. Στραφήκατε και με αποχαιρετήσατε με το χέρι.
Ένα ποτάμι οχήματα κι ο κόσμος έτρεχε ανάμεσά μας. Ήταν μία μέρα οποιαδήποτε, πέντε το απόγευμα. Πώς να ήξερα πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητος;
Δεν ιδωθήκαμε πια κι ένα χρόνο μετά είχατε πεθάνει.
Κι έτσι ψάχνω αυτή την ανάμνηση, την κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήταν φενάκη, πως πίσω απ’ τον κοινότοπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο απέραντος χωρισμός.
Χθες τη νύχτα, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό, και ξαναδιάβασα, μήπως και  καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλό του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει όταν η σάρκα πεθαίνει.
Και τώρα δεν ξέρω αν η αλήθεια είναι με το μέρος της μεταγενέστερης καταχθόνιας ερμηνείας ή με τον αθώο αποχαιρετισμό.
Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πρέπει να δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς τους.
Όταν οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται, είναι σαν να αρνιούνται τον αποχωρισμό, είναι σαν να λένε, Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αλλά τα ξαναλέμε αύριο.
Επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί κατά κάποιον τρόπο ξέρουν πως είναι αθάνατοι παρόλο που θεωρούν τον εαυτό τους τυχαίο και εφήμερο...
Ντέλια: κάποτε θα ξαναπιάσουμε (πλάι σε ποιο ποτάμι;) αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θα αναρωτηθούμε αν ποτέ, σε κάποια πόλη που χανόταν μέσα σε μία πεδιάδα, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια."  1954
J. L. Borges,  από τη συλλογή «Ο Ποιητής»:  Άπαντα τα Πεζά ΙΙ, Εκδ. Πατάκης

"And now I do not know whether the truth is in the ominous subsequent interpretation, or in the unsuspecting farewell."
Astrud Gilberto, Manhã De Carnaval
Το "Manha de Carnaval" ("Morning of Carnival")  είναι δημοφιλές τραγούδι του Βραζιλιάνου συνθέτη Luiz Bonfá και του στιχουργού Antônio Maria.
Εμφανίστηκε ως κύριο θέμα το 1959 στην πορτογαλική ταινία "Orfeu Negro" του Γάλλου σκηνοθέτη Marcel Camus

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

ποτέ και πουθενά

c.g.
"- Ποιο είναι πιο δυνατό; Το ποτέ ή το ποτέ-ποτέ;
- Είναι το ίδιο.
- Δεν είναι! Το ποτέ-ποτέ είναι πιο δυνατό. Κι εσύ δεν είπες ποτέ-ποτέ. Είπες ποτέ. Μπορεί να ξαναγυρίσει.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο μηδέ και το μηδέν; Παίρνω τον εαυτό μου τον μικρό από το χέρι και περπατάμε στον κήπο. Αυτός κρατάει μέσα του μία ερώτηση κι εγώ ένα κενό.

- Και τώρα που είναι;
- Πουθενά.
- Τι θα πει πουθενά;
- Πουθενά θα πει: ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε αλλού.
- Δηλαδή που είναι;
Το πουθενά είναι το ποτέ του χώρου. (Το ποτέ είναι το πουθενά του χρόνου).

Τα μάτια του έχουν πλημμυρίσει αγωνία. Κάπου ετοιμάζεται δάκρυ και πίσω από αυτό κραυγή.

- Πού είναι;
Δεν έχω άλλη σωτηρία από το ψέμα. Θα ξαναπώ το μύθο της ψυχής που δεν αντέχει το ποτέ και το πουθενά.

- Είναι στον παράδεισο.
- Τι είναι ο παράδεισος;
- Ένας κήπος.
- Σαν κι αυτόν;
- Πιο μεγάλος. Και πιο ωραίος.
- Πάμε!
- Δεν γίνεται.
- Γιατί;
- Κανείς δεν μπορεί να πάει στον παράδεισο αν δεν περάσει από το ποτέ και το πουθενά."

Νίκος Δήμου, Το Ποτέ και το Πουθενά (Από το Παρόλα Αυτά), απόσπασμα 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Livslognen

Gregers: If you are right and I am wrong, then life is not worth living.
Relling: Oh, life would be quite tolerable, after all, if only we could be rid of the confounded duns that keep on pestering us, in our poverty, with the claim of the ideal.
Gregers: [ (looking straight before him).] In that case, I am glad that my destiny is what is.
Relling: May I inquire, -- what is your destiny?
Gregers: (going).]To be the thirteenth at table.
Relling:The devil it is.
Απόσπασμα από την "Αγριόπαπια" του Ερρίκου Ίψεν [από την 5η πράξη (τέλος)]
Edvard Munch, "Evening on Karl Johan Street" 1892 
Το «ζωτικόν ψεύδος»
Η «Αγριόπαπια» του Ίψεν θεωρείται συνήθως έργο συμβολικό, το μήνυμα του οποίου συνοψίζεται στα πιο κάτω: «Είναι πάντα προτιμότερη η συντήρηση ενός 'ζωτικού ψεύδους' απ' τον άνθρωπο απέναντι στην αδυσώπητη αλήθεια της ζωής, που μπορεί να τον συντρίψει». Αυτή η ερμηνεία είναι εντελώς αστήρικτη. Θα δούμε το γιατί.
Υπάρχουν στην «Αγριόπαπια» δύο ελάσσονες χαρακτήρες μέθυσοι, άσωτοι και πλάνητες, που θυμίζουν μπεκετικές φιγούρες. Πρόκειται για τον ξεπεσμένο γιατρό Ρέλιγκ (του έχουν πάρει την άδεια) και τον ξεπεσμένο, αποσχηματισμένο πάστορα Μόλβιγκ. Ο Ρέλιγκ, που εκπροσωπεί το «πνεύμα της άρνησης», ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι είναι αδύναμοι να αντέξουν την ωμή πραγματικότητα και γι' αυτό τούς χρειάζεται, για να ζήσουν, να βάλουν στη θέση της ένα «ζωτικό ψεύδος». Έχει, έτσι, κατασκευάσει ένα τέτοιο ψεύδος «στα μέτρα» του Μόλβιγκ: τον αποκαλεί «δαιμονιακό», μια λέξη που, κατ' αυτόν δεν σημαίνει τίποτε, για να τον σώσει... από το τίποτε. Από τα λόγια αυτά του Ρέλιγκ έχει πηγάσει η παρεξήγηση γύρω από το έργο, επειδή «αποκόπτονται» από το υπόλοιπο κείμενο και διαβάζονται «ιδεολογικά», ως άποψη του συγγραφέα και ως γενική «θέση» του έργου. Ας προσέξουμε υπό ποιες συνθήκες λέγονται τα λόγια αυτά και πού στοχεύουν:
Ο Γκρέγκερς Βέρλε, ένας επίδοξος «κοινωνικός αναμορφωτής», που όμως δεν έχει λύσει τα δικά του προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, περιφέρεται με την «απαίτηση του ιδεώδους» στα χέρια ως ανεξόφλητο γραμμάτιο. Θέλει να διδάξει στον κόσμο την «αλήθεια» και δεν είναι σε θέση... να ανάψει τη σόμπα του δωματίου του χωρίς να δημιουργήσει χάος. Και φωτιά βάζει, και πλημμύρα προκαλεί για να τη σβήσει! Την «απαίτηση του ιδεώδους» την κομίζει πρώτα για προσωπική εξαργύρωση στους εργάτες, «τρώει πόρτα» απ' αυτούς και στρέφεται σε πιο εύκολους στόχους: στην οικογένεια του άλλοτε φίλου του Γιάλμαρ Έκνταλ, ενός ονειροπόλου και απροσγείωτου, που είναι θύμα πλεκτάνης του πλούσιου εργοστασιάρχη πατέρα τού Γκρέγκερς, χωρίς να το γνωρίζει. «Μεγαλώνει» τη δεκατετράχρονη κόρη του Έντβιγκ, που είναι στην πραγματικότητα κόρη του εργοστασιάρχη Βέρλε και αδελφή του Γκρέγκερς. Ο τελευταίος σκοπεύει να αποκαλύψει στον Γιάλμαρ όλη την αλήθεια πιστεύοντας ότι το φως της θα τον «μεταμορφώσει», θα γίνει «άλλος άνθρωπος», «ανώτερος», όταν πάψει να ζει στο «σκότος του ψεύδους».
Με αυτήν και μόνο την έννοια ο Ρέλιγκ αναφέρεται στην ανάγκη του «ζωτικού ψεύδους». Για να προλάβει να αποτρέψει μια καταστροφή που προβλέπει ως βέβαιη. Και η καταστροφή, όντως, έρχεται. Η αποκάλυψη της αλήθειας έχει ως μόνη συνέπεια την αυτοκτονία της μικρής Έντβιγκ. Το μήνυμα του έργου, ώς εδώ, είναι ότι μόνο «αποστολικά» δικαιούται κάποιος να επεμβαίνει στη ζωή των άλλων, δηλαδή όταν είναι «καθαρός» στο σώμα και την ψυχή, χωρίς να προσδοκά απ' την πράξη του την παραμικρή δική του ωφέλεια. Αλλιώς θα φέρει συμφορές.
Επιστρέφουμε στους δύο «περιφερειακούς» χαρακτήρες του έργου (Ρέλιγκ - Μόλβιγκ). Έχουν μεταφέρει στη σκηνή το άψυχο κορμί της Έντβιγκ. Ο αποσχηματισμένος πάστορας σκύβει επάνω της και ψιθυρίζει κάποια λόγια του Ευαγγελίου, που, όμως, δεν αναγνωρίζονται ως τέτοια ούτε ταυτοποιούνται σε όσες μεταφράσεις, ελληνικές ή ξένες, έχω υπόψη μου. Η βιβλική τους προέλευση, βασικό κλειδί για την κατανόηση του έργου, κατά κανόνα διαφεύγει της προσοχής των μελετητών και των μεταφραστών.
Τα λόγια του Μόλβιγκ, πράγματι, αντιστοιχούν στην ευαγγελική αφήγηση του θαύματος «της θυγατρός του Ιαείρου», όταν ο Χριστός ανάστησε το νεκρό κορίτσι του Ρωμαίου αξιωματούχου με τα λόγια: «Ουκ απέθανεν, καθεύδει. Κοράσιον, εγείρου». («Δεν πέθανε, κοιμάται. Σήκω, κοριτσάκι»). Αυτά τα λόγια ψιθυρίζει ο ξεπεσμένος πάστωρ Μόλβιγκ, όχι όμως με πίστη, αλλά από συνήθεια, σαν «τσιτάτα» ή σαν «νεκρό γράμμα» βιβλίου. Και ο ξεπεσμένος γιατρός Ρέλιγκ τού απαντά μονολεκτικά: «Βλάκα!»
Ο κοινωνικά ρηξικέλευθος Ίψεν είναι ο τελευταίος που θα επικροτούσε την υιοθέτηση από τους ανθρώπους του «ζωτικού ψεύδους». («Έτσι είναι τα πράγματα και δεν αλλάζουν»). Αντίθετα, όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι, για τον Ίψεν, το «ζωτικό ψεύδος» είναι χρήσιμο μόνο για τα άτομα και τις κοινωνίες, που, χωρίς να προσδοκούν ανάσταση καμία, δέχονται παθητικά και αδιαμαρτύρητα τα πλήγματα της μοίρας.
Του  Λέανδρου Πολενάκη, εφημ. Η Αυγή (2/10/2015)

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

«Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριον βοά μέσα στην πλάση»

Γιάννης Τσαρούχης, Σεπτέμβρης
“Τις μέρες τις γλυκές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη
βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η
γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους
κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες
των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι
οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών
κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι
(γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος)
αναγαλλιάζουν οι ψυχές,
και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός
αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει
στο κάθε που άγγιξε κορμί: Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνας, θέρος-όπου κι αν είσαι-
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

"da capo al fine..."

I am no longer afraid, and I can quietly dissolve myself the way you dissolve a bottle of poison in an ocean. The ocean won't feel any ill effect, and the poison has been freed from a great burden; it does not have to be poison any more."
"And is that the only solution?"
"What I lack is love.”
Cees Nooteboom, Rituals
φωτ. celia g.
Ο Ίννι Βίντροπ ανήκε στο είδος των ανθρώπων που σέρνουν πίσω τους τον χρόνο της επίγειας ζωής τους σαν άμορφη μάζα. Αυτή δεν ήταν μια σκέψη που τον απασχολούσε καθημερινά, ωστόσο επαναλαμβάνονταν τακτικά και ήταν κάτι που το είχε ήδη σκεφτεί όταν ο χρόνος που ρυμουλκούσε ήταν σημαντικά μικρότερος.
Ήταν ανίκανος να υπολογίσει τον χρόνο, να τον μετρήσει, να τον μοιράσει. Ίσως θα ήταν καλύτερο σε αυτό το σημείο να αφήσουμε απέξω το άρθρο και να αναφερθούμε σκέτα σε χρόνο, έτσι ώστε να του αποδώσουμε εκείνη την παχύρευστη σαν δεμένο σιρόπι σύσταση που δικαιωματικά του ανήκει. Και δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι το παρελθόν κολλούσε τόσο ενοχλητικά στο κουτάλι του Ίννι: το ίδιο πεισματικά αντιστεκόταν και το μέλλον. Μπροστά του εκτεινόταν ένας εξίσου άμορφος χώρος, ένας χώρος που έπρεπε να τον διασχίσει χωρίς να έχει την παραμικρή σαφή ένδειξη ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει ώστε να βγει από εκεί μέσα. Ένα ήταν το σίγουρο: ο χρόνος που είχε ήδη ζήσει είχε πια εξαντληθεί, όμως ακόμα και τώρα που ήταν σαρανταπέντε χρόνων και είχε, όπως έλεγε ο ίδιος, «περάσει τα σύνορα του τρομακτικού χωρίς να του ζητήσουν ποτέ να δείξει το διαβατήριό του», αυτό το άμορφο πράγμα που εμπεριείχε τόσο τη μνήμη του όσο και τα κενά της συνέχιζε να τον συνοδεύει εξ ίσου μυστηριωδώς και, ακόμα και κατά την αντίθετη φορά, τόσο απροσμέτρητα όσο και το σύμπαν για το οποίο γινόταν πολύς λόγος εκείνο τον καιρό.
Cees NooteboomΙεροτελεστίες, μτφ. Κ. Κουντούρης, εκδ. Μέδουσα, σελ. 39

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

"The desperate man"

"There are many sides to reality. Choose the one that's best for you."
Gustave Courbet, The desperate man (self- portrait), 1845
[Το παρακάτω απόσπασμα από τον «Ρινόκερο» του Ιονέσκο είναι ο τελευταίος μονόλογος του Μπερανζέ, πρωταγωνιστή του έργου. Στην τελευταία αυτή σκηνή, ο Μπερανζέ, που μόλις τώρα συνειδητοποιεί την απουσία τής αγαπημένης του Νταίζης, η οποία έφυγε κι αυτή για να συναντήσει τους ρινόκερους, αποφασίζει να μην υπακούσει τελικά στη «ρινοκερίτιδα» και να παραμείνει άνθρωπος.]

Μπερανζέ:
«Ωστόσο δεν είναι και τόσο άσχημο πράγμα ο άνθρωπος. Και δεν είμαι και από τους πιο ωραίους. Πίστεψε με, Νταίζη (γυρίζει). Νταίζη! Νταίζη! Πού είσαι; Νταίζη! Δεν θα το κάνεις αυτό!
(Τρέχει στην πόρτα). Νταίζη! (Φτάνει στο κεφαλόσκαλο και σκύβει πάνω από τα κάγκελα). Νταίζη! Γύρισε πίσω μικρή μου Νταίζη! Δεν έβαλες ούτε μπουκιά στο στόμα σου! Νταίζη μη με αφήνεις μόνο! Τι μου είχες υποσχεθεί, Νταίζη! Νταίζη! 
(Σταματάει να φωνάζει, κάνει μια χειρονομία απόγνωσης και ξαναμπαίνει στο δωμάτιο).
Βέβαια… δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε πια. Ένα αταίριαστο ζευγάρι… δεν άντεχε άλλο. Δεν έπρεπε όμως να με αφήσει έτσι και να φύγει, χωρίς να μου δώσει μια εξήγηση! (κοιτάζει ολόγυρα του). Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε! Και είναι σωστά πράγματα αυτά! Τώρα έμεινα ολομόναχος!
(Πηγαίνει, κλειδώνει την πόρτα προσεκτικά αλλά πολύ θυμωμένος).
Εμένα δε θα με παρασύρετε. Όχι! Ποτέ! (Κλείνει προσεκτικά τα παράθυρα). Τα ακούσατε; Ποτέ! (Απευθύνεται προς όλα τα κεφάλια των ρινόκερων). Δεν θα σας ακολουθήσω… Όχι, δεν θα σας ακολουθήσω, δεν σας καταλαβαίνω! Εγώ θα μείνω αυτό που είμαι! Εγώ είμαι άνθρωπος! Άνθρωπος!
(Πάει και κάθεται στην πολυθρόνα).
Αφόρητη… η κατάσταση είναι αφόρητη! Εγώ φταίω που έφυγε. Ήμουν για αυτήν ολόκληρος ο κόσμος. Τι θα απογίνει τώρα; Μια ψυχή παραπάνω στη συνείδηση μου! Τώρα όλα είναι δυνατά. Φτωχό μου παιδί, εγκαταλελειμμένο μέσα σε αυτόν τον κόσμο των τεράτων! Κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει να την ξαναβρώ, γιατί δεν απομένει κανένας.
(Νέα μουγκανητά, επίμονα τρεχαλητά, σύννεφα σκόνης).
Δεν θέλω να τα ακούω. Θα βάλω μπαμπάκι στα αυτιά μου! (Βάζει μπαμπάκι στα αυτιά του – μιλάει με τον εαυτό του στον καθρέπτη). Δεν υπάρχει άλλη λύση! Πρέπει να τους πείσω. Να τους πείσω όμως για τι πράγμα; Και η μεταμόρφωσή τους; Μπορούν να ξαναγίνουν άνθρωποι; Ε, μπορούν; Θα χρειαστεί ένας ηράκλειος άθλος, που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου! Κα πρώτα –πρώτα για να τους πείσω, πρέπει να τους μιλήσω. Για να τους μιλήσω πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή μήπως αυτοί θα έπρεπε να μάθουν τη δική μου; Αλλά εγώ ποια γλώσσα μιλάω; Ποια είναι η γλώσσα μου; Είναι ελληνικά αυτά που μιλάω; Θα πρέπει να είναι ελληνικά, είναι όμως; Αλλά τι είναι τα ελληνικά; Μπορώ να πω πως αυτά είναι ελληνικά, αν θέλω, κανένας δεν πρόκειται να μου τα αμφισβητήσει αφού είμαι ο μόνος που τα μιλάω. Αλλά τι λέω; Καταλαβαίνω τι λέω; Καταλαβαίνω τον εαυτό μου;
(Προχωρεί προς τη μέση της σκηνής).
Κι αν όπως μου έλεγε η Νταίζη αυτοί έχουν δίκιο… (Γυρνά προς τον καθρέπτη). Κι όμως δεν είναι άσχημο πράγμα ο άνθρωπος – δεν είναι καθόλου άσχημο πράγμα… (Κοιτάζεται προσεκτικά στον καθρέπτη και περνά το χέρι πάνω από το πρόσωπό του). Πολύ αστεία υπόθεση! Με τι μοιάζω λοιπόν; Με τι;
(Τρέχει στο ντουλάπι, βγάζει φωτογραφίες και τις κοιτάζει). Φωτογραφίες! Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ο κύριος Παπιγιόν ή μπορεί και η Νταίζη; Κι αυτός εδώ, είναι ο Μποτάρ, ή ο Ντυντάρ ή ο Ζαν; Ή μήπως είμαι εγώ! (τρέχει πάλι στο ντουλάπι και βγάζει 2-3 πίνακες). Ναι, ναι, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, εγώ είμαι αυτός, εγώ!
(Πηγαίνει και κρεμάει τους πίνακες στον τοίχο του βάθους δίπλα στα κεφάλια των ρινόκερων). Εγώ είμαι αυτός, εγώ…
(Άμα κρεμάσει τους πίνακες διακρίνουμε πως παριστάνουν ένα γέρο, μια χοντρή γυναίκα και κάποιον άλλο. Η ασχήμια των προσωπογραφιών προβάλλεται ακόμα πιο πολύ σε αντίθεση με τα κεφάλια των ρινόκερων που γίνονται ολοένα και ωραιότερα. Ο Μπερναζέ οπισθοχωρεί λίγο για να δει τους πίνακες).
Δεν είμαι ωραίος, δεν είμαι ωραίος! (Ξεκρεμάει τους πίνακες και τους πετάει κατά γης με θυμό και πηγαίνει στον καθρέπτη). Αυτοί είναι ωραίοι! Αυτοί ! Είχα άδικο. Ω, πόσο θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτούς… Μου λείπουν και τα κέρατα! Άσχημο που είναι ένα μέτωπο χωρίς κέρατα!... Θα μου χρειαζόντουσαν ένα δύο για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά μου… Ίσως γίνει κι αυτό μια μέρα, κι έτσι δεν θα ντρέπομαι πια, θα μπορώ να πάω να τους βρω! Έλα όμως που δεν φυτρώνουν!...
(Κοιτάζει τις παλάμες του). Τα χέρια μου είναι μαλακά. Θα ροζιάσουν άραγε, θα βγάλουν λέπια; (Βγάζει το σακάκι του, ξεκουμπώνει το πουκάμισο του, εξετάζει το στήθος του στον καθρέπτη). Πλαδαρό που είναι το δέρμα μου! Το κορμί μου! Κάτασπρο, τριχωτό! Πόσο θα ήθελα να είχα σκληρό πετσί, και αυτό το θαυμάσιο βαθυπράσινο χρώμα, τη σεμνή γύμνια τους, χωρίς τρίχες!
(Ακούει μουγκανητά). Τα τραγούδια τους έχουν μια γοητεία… Είναι λίγο άγρια, βέβαια, μα, πάντως έχουν γοητεία! Αν μπορούσα να τραγουδάω σαν κι αυτούς!... (Προσπαθεί να τους μιμηθεί). Α… Α… Α…. Μρρρ! Όχι… όχι… δεν τα καταφέρνω, το δικό μου τραγούδι είναι αδύνατο, υποτονικό, του λείπει η ζωντάνια. Δεν καταφέρνω να μουγκανίσω! Ουρλιάζω μόνο… Α… Α… Α… Μρρρ! Ουρλιάζω μονάχα! Αχ… Αχ… Μπρ… Άλλο ουρλιαχτό κι άλλο μουγκανητό!... Ω!... Το έχω βάρος στη συνείδηση μου, έπρεπε να τους είχα ακολουθήσει όσο ήταν καιρός… τώρα είναι πια πολύ αργά. Αλίμονο! Είμαι ένα τέρας, είμαι ένα τέρας! Αλίμονο μου, δεν θα ξαναγίνω ποτέ ρινόκερος! Ποτέ, ποτέ! Δεν μπορώ πια να αλλάξω. Θα το ήθελα πολύ. Θα το ήθελα τόσο πολύ αλλά δεν μπορώ… Δεν μπορώ πια ούτε τον εαυτό μου να κοιτάξω! Πόσο ντρέπομαι!
(Γυρίζει τις πλάτες του στον καθρέπτη). Άσχημος που είμαι!... Αλίμονο σε αυτόν που θέλει να διατηρήσει την ιδιομορφία του! (Αναπηδά απότομα). Ε, λοιπόν! Τόσο το χειρότερο! Θα αμυνθώ κόντρα σε όλον τον κόσμο. Το τουφέκι μου! Πού είναι το τουφέκι μου;…
(Γυρίζει προς το μέρος του τοίχου, όπου φαίνονται τα κεφάλια των ρινόκερων και σκούζει με όλη του τη δύναμη). Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ!... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ!...

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

La Chiquita Piconera

Julio Romero de Torres, La Chiquita Piconera (1930)
Ο Julio Romero de Torres ζωγράφισε το πιο διάσημο και τελευταίο έργο της ζωής του, «La Chiquita Piconera», λίγους μήνες πριν πεθάνει, σε ηλικία 55 ετών. Το κορίτσι που παριστάνεται  στον πίνακα είναι η Maria Teresa Lopez και υπήρξε μούσα του καλλιτέχνη για πολλά χρόνια. Η εικόνα της νεαρής κοπέλας αποδίδεται ρεαλιστικά και φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά της γυναίκας από την Ανδαλουσία. Φορά μεταξωτές κάλτσες και ανακατεύει τα κάρβουνα σε ένα χάλκινο μαγκάλι. Με το σοβαρό βλέμμα της κοιτάζει ίσια στο θεατή  και ίσως αντανακλά τα συναισθήματα και τους φόβους του ζωγράφου του οποίου ο θάνατος ήταν κοντά. Μέσα από ένα παράθυρο, διακρίνεται ένα σκούρο ηλιοβασίλεμα στις όχθες του ποταμού Γουαδαλκιβίρ, σαν ο ζωγράφος να θέλησε να δημιουργήσει έναν παραλληλισμό με το τέλος της ζωής του.  

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!

Nicolae Grigorescu, Andreescu la Barbizon
Στο καφενείο μιας γαλλικής πόλης συζητούν συγχρόνως ο Ζαν με τον φίλο του Μπερανζέ σχετικά με τη φύση της ύπαρξης και κάποιος γέρος με έναν παράξενο άνθρωπο που αυτοαποκαλείται φιλόσοφος-ορθολογιστής, σχετικά με τη φύση της λογικής. Οι δύο διάλογοι, αν και είναι αυτόνομοι, ακούγονται μαζί και αποτελούν, ο καθένας για τον άλλον, ένα ειρωνικό σχόλιο.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Ιδού λοιπόν εις υποδειγματικός συλλογισμός: Η γαλή έχει τέσσαρας πόδας. Ο Ισίδωρος και ο Φρικό έχουν ανά τέσσαρας πόδας έκαστος. Άρα ο Ισίδωρος και ο Φρικό είναι γαλαί!
ΓΕΡΟΣ: (στον Φιλόσοφο) Και ο σκύλος μου έχει τέσσαρας πόδας.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ- ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Τότε είναι γαλή.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ (στον Ζαν): Εγώ έχω μόλις τη δύναμη να ζω. Ίσως να μη μου κάνει πια και πολύ κέφι η ζωή...
ΓΕΡΟΣ: (στον Ορθολογιστή, ύστερα από πολλή σκέψη): Ώστε, σύμφωνα με τη λογική, ο σκύλος μου πρέπει να είναι γαλή.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Λογικώς ναι. Ουχ ήττον όμως και το αντίθετο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ (στον Ζαν): Με βαραίνει η μοναξιά. Οι άνθρωποι το ίδιο...
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ): Φάσκεις και αντιφάσκεις. Δεν μπορεί να σε βαραίνει και η μοναξιά και οι άνθρωποι, θα πρέπει να είναι ή το ένα ή το άλλο. Περνιέσαι για στοχαστής, κι όμως δεν έχεις ίχνος λογικής...
ΓΕΡΟΣ: (στον Ορθολογιστή): Πολύ ωραίο πράγμα η λογική.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: (στον Γέρο): Υπό τον όρον να μην κάμνει κανείς κατάχρησιν.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν): Η ζωή είναι κάτι το αφύσικο.
ΖΑΝ: Αντιθέτως. Τίποτα το πιο φυσικό. Και να η απόδειξη: Οι πάντες ζουν!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Περισσότεροι είναι οι πεθαμένοι απ' τους ζωντανούς. Κι όλο και πληθαίνουν, οι ζωντανοί μπροστά τους ... σπανίζουν.
ΖΑΝ: Πεθαμένοι δεν υπάρχουν. Ωραίο αυτό ε; Χα, χα, χα! (Χοντρό γέλιο). Κι αυτοί, λοιπόν, σε βαραίνουν; Πώς μπορεί να σε βαραίνει κάτι που δεν υπάρχει;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εγώ ο ίδιος αναρωτιέμαι αν υπάρχω.
ΖΑΝ (στον Μπερανζέ): Δεν υπάρχεις αγαπητέ μου, και δεν υπάρχεις διότι δε σκέφτεσαι. Από τη στιγμή που θ' αρχίσεις να σκέφτεσαι θα υπάρχεις!
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο):Έτερος συλλογισμός! Όλαι αι γαλαί είναι θνηταί. Ο Σωκράτης είναι θνητός. Άρα ο Σωκράτης είναι γαλή.
ΓΕΡΟΣ: ....κι έχει τέσσαρας πόδας. Σωστά, έχω ένα γάτο, που τον λένε Σωκράτη.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: Όπερ έδει δείξαι!
ΖΑΝ (στον Μπερανζέ): Κατά βάθος σ' αρέσει ν' αστειεύεσαι. Λες πως η ζωή δε σ' ενδιαφέρει. Κι όμως υπάρχει κάποιο πρόσωπο που σ' ενδιαφέρει.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιο πρόσωπο;
ΖΑΝ: Η μικρούλα του γραφείου, που πέρασε από δω πριν από λίγο. Είσαι ερωτευμένος μαζί της.
ΓΕΡΟΣ (στον Ορθολογιστή):
Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: Αυτό αποδεικνύει η Λογική

Ευγένιος Ιονέσκο, "Ρινόκερος"

Το παραπάνω απόσπασμα από τον "Ρινόκερο" του Ιονέσκο ανήκει στο "Θέατρο του παραλόγου", γράφτηκε το 1959 και προσπαθεί σε αυτό να παρουσιάσει το παράλογο της ανθρώπινης ζωής και τον εκφυλισμό των ανθρώπινων σχέσεων.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

"...ως δήθεν άτομα"

«Η μάζα παφλάζει, ένα πελώριο, άγριο, αγκρισμένο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς βρίσκεται μέσα σ’ όλους μας, βαθιά. Παρά την ηλικία της, είναι το νεαρότερο ζώο, το κύριο δημιούργημα της γης, ο σκοπός και το μέλλον της. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη μάζα. Ζούμε ακόμη ως δήθεν άτομα. Κάποιες φορές η μάζα μας κατακλύζει, μια βρυχώμενη θύελλα, ένας απέραντος, πολύβουος ωκεανός, που όλες οι σταγόνες του είναι ζωντανές και λαχταρούν το ίδιο πράγμα. Σε λίγο όμως διαλύεται, και ξαναγινόμαστε «εμείς»: φτωχοί, λεηλατημένοι». 
Ελίας Κανέττι, "Μάζα και εξουσία", 1960

Ο Βούλγαρος συγγραφέας Ελίας Κανέττι (1905-1994), βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1981. Έγραψε στα γερμανικά. Γνωστά έργα του: "Η τύφλωση", "Μάζα και εξουσία", "Ο πυρσός στο αυτί", "Η γλώσσα που δεν κόπηκε" κ.α.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Η απάτη

Paul Gauguin, Two Tahitian Women, 1899
Ο πόλεμος είχε τελειώσει και γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή ειρήνης, όταν ξαναβρέθηκα με την Κασταλία στο ίδιο εκείνο το δωμάτιο που κάναμε τις συναντήσεις μας. [………] 
«Θα μπορούσες σίγουρα να τη διδάξεις να πιστεύει ότι το μυαλό των ανδρών είναι και θα είναι πάντα πολύ ανώτερο από το μυαλό των γυναικών», της πρότεινα. Ακούγοντας αυτό το πρόσωπό της φωτίστηκε και άρχισε να ξεφυλλίζει και πάλι τα παλιά πρακτικά. «Ναι», είπε, «σκέψου τις ανακαλύψεις τους, τα μαθηματικά τους, τις επιστήμες τους, τη φιλοσοφία τους, την πολυμάθειά τους…» και μετά άρχισε να γελάει». «Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου το γερο- Χόμπκιν και τους ψύλλους στα άχυρα», είπε και συνέχισε να διαβάζει και να γελάει και νόμιζα πως ήταν μάλλον ευχαριστημένη, όταν πέταξε ξαφνικά το βιβλίο και ξέσπασε: «Ω! Κασσάνδρα, γιατί με βασανίζεις; Δεν ξέρεις ότι η πίστη στο πνεύμα των ανδρών είναι η μεγαλύτερη απάτη που υπάρχει;» «Τι;» αναφώνησα. «Ρώτα όποιον δημοσιογράφο, καθηγητή, πολιτικό ή ταβερνιάρη θέλεις και θα σου πει ότι οι άνδρες είναι πολύ πιο έξυπνοι από τις γυναίκες». «Λες και είχα καμιά αμφιβολία», είπε περιφρονητικά. «Μα πώς να μην είναι; Από καταβολής κόσμου, τους ανατρέφουμε, τους ταΐζουμε, τους κανακεύουμε για να γίνουν, αν μη τι άλλο, έξυπνοι. Το φταίξιμο είναι όλο δικό μας!» είπε. «Επιμέναμε να αποκτήσουμε πνεύμα και το αποκτήσαμε. Αλλά, τελικά αυτό το πνεύμα», συνέχισε, «μόνο πνεύμα δεν είναι! Τι πιο γοητευτικό από ένα αγόρι που δεν έχει καλλιεργήσει ακόμα το πνεύμα του; Είναι όμορφος· δεν κάνει τον σπουδαίο· καταλαβαίνει την τέχνη και τη λογοτεχνία μόνο από ένστικτο· ζει απολαμβάνοντας τη ζωή του και κάνοντας και τους άλλους να την απολαμβάνουν. Μετά του μαθαίνουν να καλλιεργεί το πνεύμα του. Γίνεται δικηγόρος, δημόσιος υπάλληλος, στρατηγός, συγγραφέας, καθηγητής. Κάθε μέρα πρέπει να πηγαίνει σ’ ένα γραφείο. Κάθε χρόνο να παράγει και από ένα βιβλίο. Συντηρεί μια ολόκληρη οικογένεια με τα προϊόντα του εγκεφάλου του – ο κακόμοιρος! Πολύ σύντομα καταντάει να μην μπορεί να μπει σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνει τους άλλους να αισθάνονται άβολα. Παριστάνει ότι είναι ανώτερος από κάθε γυναίκα που συναντά και δεν τολμά να πει την αλήθεια, ούτε στην ίδια του τη γυναίκα. Κάθε φορά που είναι να τον πάρουμε αγκαλιά, πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας, αντί να τα αφήνουμε ανοιχτά από ευχαρίστηση. Είναι αλήθεια ότι τελικά βρίσκουν παρηγοριά σε παράσημα διαφόρων σχημάτων, σιρίτια όλων των αποχρώσεων και εισοδήματα όλων των μεγεθών – αλλά η δική μας η παρηγοριά ποια είναι; Ότι σε δέκα χρόνια θα είμαστε σε θέση να περάσουμε λίγες μέρες στη Λαχώρη; Ή το μικρότερο έντομο στην Ιαπωνία έχει ένα όνομα δυο φορές μακρύτερο από το σώμα του; Για όνομα του Θεού. Κασσάνδρα, ας βρούμε κάποιο τρόπο ώστε να γεννούν οι άντρες τα παιδιά! Είναι η μόνη μας λύση. Γιατί αν δεν τους εξασφαλίσουμε μια αθώα απασχόληση, δεν πρόκειται να έχουμε ούτε καλούς ανθρώπους, ούτε καλά βιβλία. Θα χαθούμε μέσα στους καρπούς της ανεξέλεγκτης δραστηριότητάς τους και δεν θα επιβιώσει ούτε ένα ανθρώπινο ον να μαρτυρήσει ότι κάποτε υπήρξε ο Σαίξπηρ!»
«Είναι πολύ αργά», απάντησα. «Ούτε για τα ίδια μας τα παιδιά δεν μπορούμε να προνοήσουμε».
«Και μετά με ρωτάς αν πιστεύω στο πνεύμα», είπε.
Όσο μιλούσαμε, άνθρωποι φώναζαν βραχνά και κουρασμένα κάτω στον δρόμο· αφουγκραστήκαμε κι ακούσαμε ότι η ειρήνη είχε μόλις υπογραφεί. Οι φωνές έσβησαν. Η βροχή έπεφτε, εμποδίζοντας, χωρίς αμφιβολία, τα πυροτεχνήματα να εκραγούν σωστά...

Βιρτζίνια Γουλφ, «Λέσχη γυναικών» (απόσπ.), εκδ. Νεφέλη, μετ. Μαρία Αποστόλη, σελ.  31-33

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Απουσία

"Δεν μπορώ να σε φτάσω γιατί πήγες και κλείστηκες πίσω από μια πόρτα που είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις", κι εκείνος είπε, παράπονο και στεναγμός ζώου που κρύφτηκε για να υποφέρει: "Κι αν δεν μπορείς να μπεις, μην ξεμακραίνεις από μένα, έχε μου πάντα το χέρι σου απλωμένο, ακόμα κι όταν δεν μπορείς να με δεις, αν δεν το κάνεις θα ξεχάσω τη ζωή, ή εκείνη θα με ξεχάσει". Κι όταν μετά από μερικές μέρες ο Ιησούς πήγε να συναντήσει τους μαθητές του, εγώ, που βάδιζα στο πλευρό του, του είπα: "Θα κοιτάζω τη σκιά σου αν δεν θέλεις να κοιτάζω εσένα", κι εκείνος απάντησε: "Θέλω να είμαι όπου είναι η σκιά σου αν εκεί βρίσκονται και τα μάτια σου". 
Αγαπιόμασταν και λέγαμε λόγια σαν αυτά, όχι μονάχα επειδή είναι όμορφα και αληθινά, αν μπορούν να είναι το ένα και το άλλο ταυτόχρονα, αλλά γιατί προαισθανόμασταν πως ο καιρός της σκιάς πλησίαζε και χρειαζόταν να αρχίσουμε να συνηθίζουμε, μαζί ακόμα, το σκοτάδι της οριστικής απουσίας. 
Είδα τον Ιησού αναστημένο και την πρώτη στιγμή νόμισα πως ο άντρας εκείνος ήταν ο φροντιστής του κήπου όπου βρισκόταν ο τάφος, όμως σήμερα ξέρω πως δεν θα τον δω ποτέ στους βωμούς επάνω όπου με έβαλαν, όσο ψηλοί κι αν είναι, όσο κοντά στον ουρανό κι αν φτάνουν, όσο στολισμένοι με λουλούδια κι αρωματισμένοι με μύρο κι αν είναι. Δεν είναι ο θάνατος που μας χώρισε, μας χώρισε για πάντα η αιωνιότητα.

José Saramagoαπόσπασμα από Το Τελευταίο Τετράδιο

Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

καρφί

«Παίρνω ένα καρφί και το βαρώ και μπαίνει εις τον τοίχο· τότε το βγάζω, τον λέγω: Αυτό λέγεται, λογιότατε, έργον, ότι χάλασε τον τοίχον».
Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα

"Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι..."

"Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου."
Γ. ΡίτσοςΗ σονάτα του σεληνόφωτος, απόσπασμα

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι"

René Magritte, Les Merveilles de la nature,1953
«ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» «Σίγουρα» απάντησε αυτός. «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό˙ γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ' αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ' όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ' αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. 
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ' εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι' αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ' απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. 
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ' αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ' άρχιζε η αληθινή ζωή. 
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ' αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ' άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, μτφρ. Γιώργος Βελουδής

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Περί φόβου και θάρρους

Edvard MunchAnxiety, 1894
Τι είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται, πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο αν φαίνονται ότι δεν είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν μεγάλη λύπη. Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και τάσης του. Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, δέσμιοι του κέρδους και δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί τους σ' αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ' αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: οι άνθρωποι αυτοί καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν, επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο, επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι πιο δυνατά από αυτούς: από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους, επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς, επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ, επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, αλλά τους μαλακούς, αυτούς που κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.
Όλα τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, είναι φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατ’ ανάγκην λοιπόν φοβούνται εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία· ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.
Συμπέρασμα: Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι, ανώτεροί τους, το έπαθαν)· να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει, προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.
Αφού έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, τι λογής πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο. Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας. Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.
Θάρρος έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια, ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ' αυτούς από τους οποίουςθεωρούν πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους τους). Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον φόβο· αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων, η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.
Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι' αυτά που προκαλούν θάρρος.
ΑριστοτέληςΡητορική, (Λόγος περὶ παθῶν, Φόβος και θάρρος), Μτφρ. Δ. Λυπουρλής.
πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα