Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
"Bubusettete"
![]() |
| Matteo Sbaragli, Bubusettete n1 |
Κυριακή 23 Αυγούστου 2015
"da capo al fine..."
I am no
longer afraid, and I can quietly dissolve myself the way you dissolve a bottle
of poison in an ocean. The ocean won't feel any ill effect, and the poison has
been freed from a great burden; it does not have to be poison any more."
"And
is that the only solution?"
"What
I lack is love.”
Cees Nooteboom, Rituals
φωτ. celia g. |
Ο Ίννι Βίντροπ ανήκε στο είδος των ανθρώπων που σέρνουν πίσω τους τον χρόνο της επίγειας ζωής τους σαν άμορφη μάζα. Αυτή δεν ήταν μια σκέψη που τον απασχολούσε καθημερινά, ωστόσο επαναλαμβάνονταν τακτικά και ήταν κάτι που το είχε ήδη σκεφτεί όταν ο χρόνος που ρυμουλκούσε ήταν σημαντικά μικρότερος.
Ήταν ανίκανος να υπολογίσει τον χρόνο, να τον μετρήσει, να τον μοιράσει. Ίσως θα ήταν καλύτερο σε αυτό το σημείο να αφήσουμε απέξω το άρθρο και να αναφερθούμε σκέτα σε χρόνο, έτσι ώστε να του αποδώσουμε εκείνη την παχύρευστη σαν δεμένο σιρόπι σύσταση που δικαιωματικά του ανήκει. Και δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι το παρελθόν κολλούσε τόσο ενοχλητικά στο κουτάλι του Ίννι: το ίδιο πεισματικά αντιστεκόταν και το μέλλον. Μπροστά του εκτεινόταν ένας εξίσου άμορφος χώρος, ένας χώρος που έπρεπε να τον διασχίσει χωρίς να έχει την παραμικρή σαφή ένδειξη ποιο δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει ώστε να βγει από εκεί μέσα. Ένα ήταν το σίγουρο: ο χρόνος που είχε ήδη ζήσει είχε πια εξαντληθεί, όμως ακόμα και τώρα που ήταν σαρανταπέντε χρόνων και είχε, όπως έλεγε ο ίδιος, «περάσει τα σύνορα του τρομακτικού χωρίς να του ζητήσουν ποτέ να δείξει το διαβατήριό του», αυτό το άμορφο πράγμα που εμπεριείχε τόσο τη μνήμη του όσο και τα κενά της συνέχιζε να τον συνοδεύει εξ ίσου μυστηριωδώς και, ακόμα και κατά την αντίθετη φορά, τόσο απροσμέτρητα όσο και το σύμπαν για το οποίο γινόταν πολύς λόγος εκείνο τον καιρό.
Cees Nooteboom, Ιεροτελεστίες, μτφ. Κ. Κουντούρης, εκδ. Μέδουσα, σελ. 39
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015
Τρίτη 18 Αυγούστου 2015
"The desperate man"
"There are many sides to reality. Choose the one that's best for you."
![]() |
| Gustave Courbet, The desperate man (self- portrait), 1845 |
[Το παρακάτω απόσπασμα από τον «Ρινόκερο»
του Ιονέσκο είναι ο τελευταίος μονόλογος του Μπερανζέ, πρωταγωνιστή του έργου. Στην
τελευταία αυτή σκηνή, ο Μπερανζέ, που μόλις τώρα συνειδητοποιεί την απουσία τής
αγαπημένης του Νταίζης, η οποία έφυγε κι αυτή για να συναντήσει τους ρινόκερους,
αποφασίζει να μην υπακούσει τελικά στη «ρινοκερίτιδα» και να παραμείνει
άνθρωπος.]
Μπερανζέ:
«Ωστόσο δεν είναι και τόσο άσχημο
πράγμα ο άνθρωπος. Και δεν είμαι και από τους πιο ωραίους. Πίστεψε με, Νταίζη (γυρίζει). Νταίζη! Νταίζη! Πού είσαι;
Νταίζη! Δεν θα το κάνεις αυτό!
(Τρέχει στην πόρτα). Νταίζη! (Φτάνει
στο κεφαλόσκαλο και σκύβει πάνω από τα κάγκελα). Νταίζη! Γύρισε πίσω μικρή
μου Νταίζη! Δεν έβαλες ούτε μπουκιά στο στόμα σου! Νταίζη μη με αφήνεις μόνο!
Τι μου είχες υποσχεθεί, Νταίζη! Νταίζη!
(Σταματάει
να φωνάζει, κάνει μια χειρονομία απόγνωσης και ξαναμπαίνει στο δωμάτιο).
Βέβαια… δεν μπορούσαμε να
συνεννοηθούμε πια. Ένα αταίριαστο ζευγάρι… δεν άντεχε άλλο. Δεν έπρεπε όμως να
με αφήσει έτσι και να φύγει, χωρίς να μου δώσει μια εξήγηση! (κοιτάζει ολόγυρα
του). Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε! Και είναι σωστά πράγματα αυτά! Τώρα έμεινα
ολομόναχος!
(Πηγαίνει, κλειδώνει την πόρτα προσεκτικά αλλά πολύ θυμωμένος).
Εμένα δε θα με παρασύρετε. Όχι!
Ποτέ! (Κλείνει προσεκτικά τα παράθυρα).
Τα ακούσατε; Ποτέ! (Απευθύνεται προς όλα
τα κεφάλια των ρινόκερων). Δεν θα σας ακολουθήσω… Όχι, δεν θα σας
ακολουθήσω, δεν σας καταλαβαίνω! Εγώ θα μείνω αυτό που είμαι! Εγώ είμαι
άνθρωπος! Άνθρωπος!
(Πάει και κάθεται στην
πολυθρόνα).
Αφόρητη… η κατάσταση είναι
αφόρητη! Εγώ φταίω που έφυγε. Ήμουν για αυτήν ολόκληρος ο κόσμος. Τι θα
απογίνει τώρα; Μια ψυχή παραπάνω στη συνείδηση μου! Τώρα όλα είναι δυνατά.
Φτωχό μου παιδί, εγκαταλελειμμένο μέσα σε αυτόν τον κόσμο των τεράτων! Κανένας
δεν μπορεί να με βοηθήσει να την ξαναβρώ, γιατί δεν απομένει κανένας.
(Νέα μουγκανητά, επίμονα τρεχαλητά, σύννεφα σκόνης).
Δεν θέλω να τα ακούω. Θα βάλω
μπαμπάκι στα αυτιά μου! (Βάζει μπαμπάκι
στα αυτιά του – μιλάει με τον εαυτό του στον καθρέπτη). Δεν υπάρχει άλλη
λύση! Πρέπει να τους πείσω. Να τους πείσω όμως για τι πράγμα; Και η μεταμόρφωσή
τους; Μπορούν να ξαναγίνουν άνθρωποι; Ε, μπορούν; Θα χρειαστεί ένας ηράκλειος
άθλος, που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου! Κα πρώτα –πρώτα για να τους πείσω,
πρέπει να τους μιλήσω. Για να τους μιλήσω πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους. Ή
μήπως αυτοί θα έπρεπε να μάθουν τη δική μου; Αλλά εγώ ποια γλώσσα μιλάω; Ποια
είναι η γλώσσα μου; Είναι ελληνικά αυτά που μιλάω; Θα πρέπει να είναι ελληνικά,
είναι όμως; Αλλά τι είναι τα ελληνικά; Μπορώ να πω πως αυτά είναι ελληνικά, αν
θέλω, κανένας δεν πρόκειται να μου τα αμφισβητήσει αφού είμαι ο μόνος που τα
μιλάω. Αλλά τι λέω; Καταλαβαίνω τι λέω; Καταλαβαίνω τον εαυτό μου;
(Προχωρεί προς τη μέση της σκηνής).
Κι αν όπως μου έλεγε η Νταίζη
αυτοί έχουν δίκιο… (Γυρνά προς τον
καθρέπτη). Κι όμως δεν είναι άσχημο πράγμα ο άνθρωπος – δεν είναι καθόλου
άσχημο πράγμα… (Κοιτάζεται προσεκτικά
στον καθρέπτη και περνά το χέρι πάνω από το πρόσωπό του). Πολύ αστεία
υπόθεση! Με τι μοιάζω λοιπόν; Με τι;
(Τρέχει στο ντουλάπι, βγάζει φωτογραφίες και τις κοιτάζει).
Φωτογραφίες! Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ο κύριος Παπιγιόν ή μπορεί και η Νταίζη;
Κι αυτός εδώ, είναι ο Μποτάρ, ή ο Ντυντάρ ή ο Ζαν; Ή μήπως είμαι εγώ! (τρέχει πάλι στο ντουλάπι και βγάζει 2-3
πίνακες). Ναι, ναι, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, εγώ είμαι αυτός, εγώ!
(Πηγαίνει και κρεμάει τους πίνακες στον τοίχο του βάθους δίπλα στα
κεφάλια των ρινόκερων). Εγώ είμαι αυτός, εγώ…
(Άμα κρεμάσει τους πίνακες διακρίνουμε πως παριστάνουν ένα γέρο, μια
χοντρή γυναίκα και κάποιον άλλο. Η ασχήμια των προσωπογραφιών προβάλλεται ακόμα
πιο πολύ σε αντίθεση με τα κεφάλια των ρινόκερων που γίνονται ολοένα και
ωραιότερα. Ο Μπερναζέ οπισθοχωρεί λίγο για να δει τους πίνακες).
Δεν είμαι ωραίος, δεν είμαι
ωραίος! (Ξεκρεμάει τους πίνακες και τους
πετάει κατά γης με θυμό και πηγαίνει στον καθρέπτη). Αυτοί είναι ωραίοι!
Αυτοί ! Είχα άδικο. Ω, πόσο θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτούς… Μου λείπουν και τα
κέρατα! Άσχημο που είναι ένα μέτωπο χωρίς κέρατα!... Θα μου χρειαζόντουσαν ένα
δύο για να τονιστούν τα χαρακτηριστικά μου… Ίσως γίνει κι αυτό μια μέρα, κι
έτσι δεν θα ντρέπομαι πια, θα μπορώ να πάω να τους βρω! Έλα όμως που δεν
φυτρώνουν!...
(Κοιτάζει τις παλάμες του). Τα χέρια μου είναι μαλακά. Θα ροζιάσουν
άραγε, θα βγάλουν λέπια; (Βγάζει το
σακάκι του, ξεκουμπώνει το πουκάμισο του, εξετάζει το στήθος του στον καθρέπτη).
Πλαδαρό που είναι το δέρμα μου! Το κορμί μου! Κάτασπρο, τριχωτό! Πόσο θα ήθελα
να είχα σκληρό πετσί, και αυτό το θαυμάσιο βαθυπράσινο χρώμα, τη σεμνή γύμνια
τους, χωρίς τρίχες!
(Ακούει μουγκανητά). Τα τραγούδια τους έχουν μια γοητεία… Είναι λίγο
άγρια, βέβαια, μα, πάντως έχουν γοητεία! Αν μπορούσα να τραγουδάω σαν κι
αυτούς!... (Προσπαθεί να τους μιμηθεί).
Α… Α… Α…. Μρρρ! Όχι… όχι… δεν τα καταφέρνω, το δικό μου τραγούδι είναι αδύνατο,
υποτονικό, του λείπει η ζωντάνια. Δεν καταφέρνω να μουγκανίσω! Ουρλιάζω μόνο…
Α… Α… Α… Μρρρ! Ουρλιάζω μονάχα! Αχ… Αχ… Μπρ… Άλλο ουρλιαχτό κι άλλο
μουγκανητό!... Ω!... Το έχω βάρος στη συνείδηση μου, έπρεπε να τους είχα
ακολουθήσει όσο ήταν καιρός… τώρα είναι πια πολύ αργά. Αλίμονο! Είμαι ένα
τέρας, είμαι ένα τέρας! Αλίμονο μου, δεν θα ξαναγίνω ποτέ ρινόκερος! Ποτέ,
ποτέ! Δεν μπορώ πια να αλλάξω. Θα το ήθελα πολύ. Θα το ήθελα τόσο πολύ αλλά δεν
μπορώ… Δεν μπορώ πια ούτε τον εαυτό μου να κοιτάξω! Πόσο ντρέπομαι!
(Γυρίζει τις πλάτες του στον καθρέπτη). Άσχημος που είμαι!...
Αλίμονο σε αυτόν που θέλει να διατηρήσει την ιδιομορφία του! (Αναπηδά απότομα). Ε, λοιπόν! Τόσο το
χειρότερο! Θα αμυνθώ κόντρα σε όλον τον κόσμο. Το τουφέκι μου! Πού είναι το
τουφέκι μου;…
(Γυρίζει προς το μέρος του τοίχου,
όπου φαίνονται τα κεφάλια των ρινόκερων και σκούζει με όλη του τη δύναμη). Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον
εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ!... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος
και θα μείνω άνθρωπος ως το τέλος! Δεν συνθηκολογώ!...
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015
La Chiquita Piconera
| Julio Romero de Torres, La Chiquita Piconera (1930) |
Ο Julio Romero de Torres ζωγράφισε το πιο διάσημο και τελευταίο έργο της ζωής του, «La Chiquita Piconera», λίγους μήνες πριν πεθάνει, σε ηλικία 55 ετών. Το κορίτσι που παριστάνεται στον πίνακα είναι η Maria Teresa Lopez και υπήρξε μούσα του καλλιτέχνη για πολλά χρόνια. Η εικόνα της νεαρής κοπέλας αποδίδεται ρεαλιστικά και φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά της γυναίκας από την Ανδαλουσία. Φορά μεταξωτές κάλτσες και ανακατεύει τα κάρβουνα σε ένα χάλκινο μαγκάλι. Με το σοβαρό βλέμμα της κοιτάζει ίσια στο θεατή και ίσως αντανακλά τα συναισθήματα και τους φόβους του ζωγράφου του οποίου ο θάνατος ήταν κοντά. Μέσα από ένα παράθυρο, διακρίνεται ένα σκούρο ηλιοβασίλεμα στις όχθες του ποταμού Γουαδαλκιβίρ, σαν ο ζωγράφος να θέλησε να δημιουργήσει έναν παραλληλισμό με το τέλος της ζωής του.
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015
Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!
![]() |
| Nicolae Grigorescu, Andreescu la |
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Ιδού λοιπόν εις υποδειγματικός συλλογισμός: Η γαλή έχει τέσσαρας πόδας. Ο Ισίδωρος και ο Φρικό έχουν ανά τέσσαρας πόδας έκαστος. Άρα ο Ισίδωρος και ο Φρικό είναι γαλαί!
ΓΕΡΟΣ: (στον Φιλόσοφο) Και ο
σκύλος μου έχει τέσσαρας πόδας.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ- ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Τότε είναι γαλή.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ (στον Ζαν): Εγώ έχω μόλις
τη δύναμη να ζω. Ίσως να μη μου κάνει πια και πολύ κέφι η ζωή...
ΓΕΡΟΣ: (στον Ορθολογιστή, ύστερα
από πολλή σκέψη): Ώστε, σύμφωνα με τη λογική, ο σκύλος μου πρέπει να είναι
γαλή.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο): Λογικώς ναι. Ουχ ήττον όμως και το αντίθετο.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ (στον Ζαν): Με βαραίνει η
μοναξιά. Οι άνθρωποι το ίδιο...
ΖΑΝ: (στον Μπερανζέ): Φάσκεις και
αντιφάσκεις. Δεν μπορεί να σε βαραίνει και η μοναξιά και οι άνθρωποι, θα πρέπει
να είναι ή το ένα ή το άλλο. Περνιέσαι για στοχαστής, κι όμως δεν έχεις ίχνος
λογικής...
ΓΕΡΟΣ: (στον Ορθολογιστή): Πολύ
ωραίο πράγμα η λογική.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: (στον Γέρο): Υπό τον όρον να μην κάμνει κανείς κατάχρησιν.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: (στον Ζαν): Η ζωή είναι
κάτι το αφύσικο.
ΖΑΝ: Αντιθέτως. Τίποτα το πιο
φυσικό. Και να η απόδειξη: Οι πάντες ζουν!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Περισσότεροι είναι οι
πεθαμένοι απ' τους ζωντανούς. Κι όλο και πληθαίνουν, οι ζωντανοί μπροστά τους
... σπανίζουν.
ΖΑΝ: Πεθαμένοι δεν υπάρχουν.
Ωραίο αυτό ε; Χα, χα, χα! (Χοντρό γέλιο). Κι αυτοί, λοιπόν, σε βαραίνουν; Πώς
μπορεί να σε βαραίνει κάτι που δεν υπάρχει;
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι εγώ ο ίδιος
αναρωτιέμαι αν υπάρχω.
ΖΑΝ (στον Μπερανζέ): Δεν υπάρχεις
αγαπητέ μου, και δεν υπάρχεις διότι δε σκέφτεσαι. Από τη στιγμή που θ' αρχίσεις
να σκέφτεσαι θα υπάρχεις!
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ (στον Γέρο):Έτερος συλλογισμός! Όλαι αι γαλαί είναι θνηταί. Ο Σωκράτης είναι θνητός.
Άρα ο Σωκράτης είναι γαλή.
ΓΕΡΟΣ: ....κι έχει τέσσαρας
πόδας. Σωστά, έχω ένα γάτο, που τον λένε Σωκράτη.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: Όπερ έδει
δείξαι!
ΖΑΝ (στον Μπερανζέ): Κατά βάθος
σ' αρέσει ν' αστειεύεσαι. Λες πως η ζωή δε σ' ενδιαφέρει. Κι όμως υπάρχει
κάποιο πρόσωπο που σ' ενδιαφέρει.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Ποιο πρόσωπο;
ΖΑΝ: Η μικρούλα του γραφείου, που
πέρασε από δω πριν από λίγο. Είσαι ερωτευμένος μαζί της.
ΓΕΡΟΣ (στον Ορθολογιστή):
Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!
Ώστε ο Σωκράτης ήτο γαλή!
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΗΣ: Αυτό
αποδεικνύει η Λογική
Ευγένιος Ιονέσκο, "Ρινόκερος"
Το παραπάνω απόσπασμα από τον "Ρινόκερο" του Ιονέσκο ανήκει στο
"Θέατρο του παραλόγου", γράφτηκε το 1959 και προσπαθεί σε αυτό να
παρουσιάσει το παράλογο της ανθρώπινης ζωής και τον εκφυλισμό των ανθρώπινων
σχέσεων.
Τρίτη 4 Αυγούστου 2015
"...ως δήθεν άτομα"
«Η μάζα παφλάζει, ένα πελώριο, άγριο, αγκρισμένο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς βρίσκεται μέσα σ’ όλους μας, βαθιά. Παρά την ηλικία της, είναι το νεαρότερο ζώο, το κύριο δημιούργημα της γης, ο σκοπός και το μέλλον της. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη μάζα. Ζούμε ακόμη ως δήθεν άτομα. Κάποιες φορές η μάζα μας κατακλύζει, μια βρυχώμενη θύελλα, ένας απέραντος, πολύβουος ωκεανός, που όλες οι σταγόνες του είναι ζωντανές και λαχταρούν το ίδιο πράγμα. Σε λίγο όμως διαλύεται, και ξαναγινόμαστε «εμείς»: φτωχοί, λεηλατημένοι».
Ελίας Κανέττι, "Μάζα και εξουσία", 1960
Ο Βούλγαρος συγγραφέας Ελίας Κανέττι (1905-1994), βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1981. Έγραψε στα γερμανικά. Γνωστά έργα του: "Η τύφλωση", "Μάζα και εξουσία", "Ο πυρσός στο αυτί", "Η γλώσσα που δεν κόπηκε" κ.α.
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015
Η απάτη
![]() |
| Paul Gauguin, Two Tahitian Women, 1899 |
Ο πόλεμος είχε τελειώσει και
γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή ειρήνης, όταν ξαναβρέθηκα με την
Κασταλία στο ίδιο εκείνο το δωμάτιο που κάναμε τις συναντήσεις μας. [………]
«Θα
μπορούσες σίγουρα να τη διδάξεις να πιστεύει ότι το μυαλό των ανδρών είναι και
θα είναι πάντα πολύ ανώτερο από το μυαλό των γυναικών», της πρότεινα.
Ακούγοντας αυτό το πρόσωπό της φωτίστηκε και άρχισε να ξεφυλλίζει και πάλι τα
παλιά πρακτικά. «Ναι», είπε, «σκέψου τις ανακαλύψεις τους, τα μαθηματικά τους,
τις επιστήμες τους, τη φιλοσοφία τους, την πολυμάθειά τους…» και μετά άρχισε να
γελάει». «Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου το γερο- Χόμπκιν και τους ψύλλους στα άχυρα»,
είπε και συνέχισε να διαβάζει και να γελάει και νόμιζα πως ήταν μάλλον ευχαριστημένη,
όταν πέταξε ξαφνικά το βιβλίο και ξέσπασε: «Ω! Κασσάνδρα, γιατί με βασανίζεις;
Δεν ξέρεις ότι η πίστη στο πνεύμα των ανδρών είναι η μεγαλύτερη απάτη που
υπάρχει;» «Τι;» αναφώνησα. «Ρώτα όποιον δημοσιογράφο, καθηγητή, πολιτικό ή
ταβερνιάρη θέλεις και θα σου πει ότι οι άνδρες είναι πολύ πιο έξυπνοι από τις
γυναίκες». «Λες και είχα καμιά αμφιβολία», είπε περιφρονητικά. «Μα πώς να μην
είναι; Από καταβολής κόσμου, τους ανατρέφουμε, τους ταΐζουμε, τους κανακεύουμε
για να γίνουν, αν μη τι άλλο, έξυπνοι. Το φταίξιμο είναι όλο δικό μας!» είπε. «Επιμέναμε
να αποκτήσουμε πνεύμα και το αποκτήσαμε. Αλλά, τελικά αυτό το πνεύμα»,
συνέχισε, «μόνο πνεύμα δεν είναι! Τι πιο γοητευτικό από ένα αγόρι που δεν έχει
καλλιεργήσει ακόμα το πνεύμα του; Είναι όμορφος· δεν κάνει τον σπουδαίο·
καταλαβαίνει την τέχνη και τη λογοτεχνία μόνο από ένστικτο· ζει απολαμβάνοντας
τη ζωή του και κάνοντας και τους άλλους να την απολαμβάνουν. Μετά του μαθαίνουν
να καλλιεργεί το πνεύμα του. Γίνεται δικηγόρος, δημόσιος υπάλληλος, στρατηγός,
συγγραφέας, καθηγητής. Κάθε μέρα πρέπει να πηγαίνει σ’ ένα γραφείο. Κάθε χρόνο
να παράγει και από ένα βιβλίο. Συντηρεί μια ολόκληρη οικογένεια με τα προϊόντα
του εγκεφάλου του – ο κακόμοιρος! Πολύ σύντομα καταντάει να μην μπορεί να μπει
σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνει τους άλλους να αισθάνονται άβολα. Παριστάνει ότι
είναι ανώτερος από κάθε γυναίκα που συναντά και δεν τολμά να πει την αλήθεια,
ούτε στην ίδια του τη γυναίκα. Κάθε φορά που είναι να τον πάρουμε αγκαλιά,
πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας, αντί να τα αφήνουμε ανοιχτά από ευχαρίστηση. Είναι
αλήθεια ότι τελικά βρίσκουν παρηγοριά σε παράσημα διαφόρων σχημάτων, σιρίτια
όλων των αποχρώσεων και εισοδήματα όλων των μεγεθών – αλλά η δική μας η
παρηγοριά ποια είναι; Ότι σε δέκα χρόνια θα είμαστε σε θέση να περάσουμε λίγες
μέρες στη Λαχώρη; Ή το μικρότερο έντομο στην Ιαπωνία έχει ένα όνομα δυο φορές
μακρύτερο από το σώμα του; Για όνομα του Θεού. Κασσάνδρα, ας βρούμε κάποιο
τρόπο ώστε να γεννούν οι άντρες τα παιδιά! Είναι η μόνη μας λύση. Γιατί αν δεν
τους εξασφαλίσουμε μια αθώα απασχόληση, δεν πρόκειται να έχουμε ούτε καλούς
ανθρώπους, ούτε καλά βιβλία. Θα χαθούμε μέσα στους καρπούς της ανεξέλεγκτης
δραστηριότητάς τους και δεν θα επιβιώσει ούτε ένα ανθρώπινο ον να μαρτυρήσει ότι
κάποτε υπήρξε ο Σαίξπηρ!»
«Είναι πολύ αργά», απάντησα. «Ούτε
για τα ίδια μας τα παιδιά δεν μπορούμε να προνοήσουμε».
«Και μετά με ρωτάς αν πιστεύω στο
πνεύμα», είπε.
Όσο μιλούσαμε, άνθρωποι φώναζαν
βραχνά και κουρασμένα κάτω στον δρόμο· αφουγκραστήκαμε κι ακούσαμε ότι η ειρήνη
είχε μόλις υπογραφεί. Οι φωνές έσβησαν. Η βροχή έπεφτε, εμποδίζοντας, χωρίς
αμφιβολία, τα πυροτεχνήματα να εκραγούν σωστά...
Βιρτζίνια Γουλφ, «Λέσχη γυναικών» (απόσπ.), εκδ. Νεφέλη, μετ. Μαρία Αποστόλη, σελ. 31-33
Κυριακή 19 Ιουλίου 2015
I heard the marching of the drum
(Και η Κυριακή κόμπος σφιχτός να μη λυθούν οι εβδομάδες...)
Τρίτη 14 Ιουλίου 2015
Απουσία
"Δεν μπορώ να σε φτάσω γιατί πήγες και κλείστηκες πίσω από μια πόρτα που είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις", κι εκείνος είπε, παράπονο και στεναγμός ζώου που κρύφτηκε για να υποφέρει: "Κι αν δεν μπορείς να μπεις, μην ξεμακραίνεις από μένα, έχε μου πάντα το χέρι σου απλωμένο, ακόμα κι όταν δεν μπορείς να με δεις, αν δεν το κάνεις θα ξεχάσω τη ζωή, ή εκείνη θα με ξεχάσει". Κι όταν μετά από μερικές μέρες ο Ιησούς πήγε να συναντήσει τους μαθητές του, εγώ, που βάδιζα στο πλευρό του, του είπα: "Θα κοιτάζω τη σκιά σου αν δεν θέλεις να κοιτάζω εσένα", κι εκείνος απάντησε: "Θέλω να είμαι όπου είναι η σκιά σου αν εκεί βρίσκονται και τα μάτια σου".
Αγαπιόμασταν και λέγαμε λόγια σαν αυτά, όχι μονάχα επειδή είναι όμορφα και αληθινά, αν μπορούν να είναι το ένα και το άλλο ταυτόχρονα, αλλά γιατί προαισθανόμασταν πως ο καιρός της σκιάς πλησίαζε και χρειαζόταν να αρχίσουμε να συνηθίζουμε, μαζί ακόμα, το σκοτάδι της οριστικής απουσίας.
Είδα τον Ιησού αναστημένο και την πρώτη στιγμή νόμισα πως ο άντρας εκείνος ήταν ο φροντιστής του κήπου όπου βρισκόταν ο τάφος, όμως σήμερα ξέρω πως δεν θα τον δω ποτέ στους βωμούς επάνω όπου με έβαλαν, όσο ψηλοί κι αν είναι, όσο κοντά στον ουρανό κι αν φτάνουν, όσο στολισμένοι με λουλούδια κι αρωματισμένοι με μύρο κι αν είναι. Δεν είναι ο θάνατος που μας χώρισε, μας χώρισε για πάντα η αιωνιότητα.
José Saramago, απόσπασμα από Το Τελευταίο Τετράδιο
Αγαπιόμασταν και λέγαμε λόγια σαν αυτά, όχι μονάχα επειδή είναι όμορφα και αληθινά, αν μπορούν να είναι το ένα και το άλλο ταυτόχρονα, αλλά γιατί προαισθανόμασταν πως ο καιρός της σκιάς πλησίαζε και χρειαζόταν να αρχίσουμε να συνηθίζουμε, μαζί ακόμα, το σκοτάδι της οριστικής απουσίας.
Είδα τον Ιησού αναστημένο και την πρώτη στιγμή νόμισα πως ο άντρας εκείνος ήταν ο φροντιστής του κήπου όπου βρισκόταν ο τάφος, όμως σήμερα ξέρω πως δεν θα τον δω ποτέ στους βωμούς επάνω όπου με έβαλαν, όσο ψηλοί κι αν είναι, όσο κοντά στον ουρανό κι αν φτάνουν, όσο στολισμένοι με λουλούδια κι αρωματισμένοι με μύρο κι αν είναι. Δεν είναι ο θάνατος που μας χώρισε, μας χώρισε για πάντα η αιωνιότητα.
José Saramago, απόσπασμα από Το Τελευταίο Τετράδιο
Κυριακή 5 Ιουλίου 2015
"Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι..."
"Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου."
Γ. Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος, απόσπασμα
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015
"Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι"
![]() |
| René Magritte, Les Merveilles de la nature,1953 |
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για
να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους
κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ' αυτά και τα
ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν,
είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ' εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι'
αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε
στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ' απένειμαν
ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα.
Αν οι καρχαρίες
ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ' αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες,
στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα
στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν
υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια
κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο
ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα
μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα
των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι.
Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ' άρχιζε η αληθινή
ζωή.
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι
ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ' αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα
τοποθετούσαν πάνω από τ' άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να
τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι
θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια,
που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν
δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός
θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι,
μτφρ. Γιώργος Βελουδής
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015
Περί φόβου και θάρρους
![]() |
| Edvard Munch, Anxiety, 1894 |
Τι
είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η
γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη
συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που
γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου
κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται,
πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να
γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να
προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο αν φαίνονται ότι δεν
είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ
μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως
αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό
είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα
φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν
μεγάλη λύπη. Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν
τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί
τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή
κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή
αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα
βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν
συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και
τάσης του. Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι
έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται
προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης
ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο
δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι
περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, δέσμιοι του κέρδους και
δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που
προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί
τους σ' αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που
μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ' αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες
γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι
άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: οι άνθρωποι αυτοί
καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν,
επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή
φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο,
επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην
περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί
με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη
μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι
πιο δυνατά από αυτούς: από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από
αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους,
επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς,
επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται
σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα
επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ,
επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί
τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το
θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, αλλά τους μαλακούς, αυτούς που
κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν
μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ
δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.
Όλα
τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε
σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη
είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των
αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια
ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που
προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.
Αυτά
είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο
και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη
κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος
συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, είναι
φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει
οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει
περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει
περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει
ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατ’ ανάγκην λοιπόν φοβούνται
εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα
πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν
πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται
σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί
είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο
πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που
πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το
μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το
μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος
χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία·
ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν
τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε
συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.
Συμπέρασμα:
Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους
κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι,
ανώτεροί τους, το έπαθαν)· να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι
αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει,
προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το
περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.
Αφού
έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και
ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται
φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, τι λογής
πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη
κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του
φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο.
Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται
από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που
προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα
φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας.
Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή
και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης
αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά
δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί
μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν
το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.
Θάρρος
έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν
ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά
στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο
τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την
αναγκαία βοήθεια, ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με
θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει
μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους
αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε
στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ' αυτούς από τους οποίουςθεωρούν
πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς
έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους
τους). Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η
υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον
φόβο· αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων,
η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή
στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι
πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν
καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά
στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην
κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί
οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος
όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή
ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.
Είπαμε
ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι' αυτά που
προκαλούν θάρρος.
Αριστοτέλης. Ρητορική,
(Λόγος περὶ παθῶν, Φόβος και θάρρος), Μτφρ. Δ. Λυπουρλής.
πηγή: Πύλη για την Ελληνική ΓλώσσαΤρίτη 30 Ιουνίου 2015
Παρά Ανωνύμου του Έλληνος
"Φανερὸν εἶναι λοιπόν, ὅτι τὰ πάθη καὶ αἱ δυστυχίαι, ὅταν αὐξάνουσι περισσότερον ἀπὸ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς ἀφανίζεται, καὶ ἐξακολούθως ὁ πάσχων φονεύεται. Ἀλλά, τὰ πάθη καὶ αἱ φυσικαὶ κλίσεις καὶ διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι διάφοροι καὶ πολυποίκιλοι, διὰ τοῦτο, ἄλλος μὲν τρέχει μὲ θάρρος καὶ χωρὶς φόβον ἐναντίον δέκα ἐχθρῶν, εὑρισκόμενος δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ταξίδιον διὰ θαλάσσης, τρέμει εἰς κάθε παραμικρὸν αὔξημα τοῦ ἀνέμου, καὶ ὁ ναύκληρος, ἐξ ἐναντίας, ὁποὺ τόσον μεγαλοψύχως πολεμεῖ μὲ τὰς τρικυμίας, φοβεῖται νὰ ἀπαντήσῃ ἕνα ἐχθρὸν καὶ νὰ πολεμήσῃ Ποῖος, μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ ἀδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καὶ θεωρεῖ μὲ ὄμμα ἀπτόητον τὸν θάνατόν του εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀντικειμένου ἄρματος, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν σῶμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ οὕτως, καθεὶς διαφέρει τοῦ ἄλλου."
Ελληνική Νομαρχία, (απόσπασμα), Παρά Ανωνύμου του Έλληνος (Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806)
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015
Η γοητεία της χρυσόμαλλης δοράς
![]() |
| φωτ. celia g. |
Όταν ο ήλιος χαμηλώνει πάνω στη θάλασσα, η σγουρή δορά της θάλασσας
γίνεται χρυσή.
Το ταξίδι των Αργοναυτών ειναι μύηση στον Έρωτα, στην Αγάπη,
είναι η ολοκλήρωση του Αμνού που είναι χωρισμένος σε αρσενικό και θηλυκό. Το
ταξίδι των Αργοναυτών είναι μύηση στην ελληνικότητα.
Έλληνας ο γιος του Άλιου και της Αλός· ο γιος του Ηέλιου και
της Έλλης· ο γιος του Αέλιου και της Ελένης· ο γιος του Ήλιου και της Θάλασσας.
"Αμήν λέγω υμίν, εάν μη τις γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος,
ου δύναται εισελθείν εις την βασιλεία του θεού".
Έλληνας ο γεννημένος εξ ύδατος και πνεύματος, από θάλασσα
και από ήλιο· ο έχων συνείδηση (συν - γνώση) που είναι η ένωση του νου (πύρινο
στοιχείο) και της καρδιάς (υγρό στοιχείο)· ο έχων αυτογνωσία, ο αυτοθεώμενος, ο
θεός.
ΑΛΙΗ
Ήλιος
Ηέλιος
Έλλη
Ελένη
Αλς
Όταν εκείνος (ο Χριστός ή ο Διόνυσος ή ο Ορφέας) έλεγε να είμαστε
το αλάτι αυτού του κόσμου, εννοούσε να είμαστε Έλληνες, ζητούσε να είμαστε γιοι του
ήλιου και της θάλασσας.
Α γοητεία της χρυσόμαλλης δοράς!
Γιάννης Υφαντής, Αθανάτου Μνήμης Σημεία
Κυριακή 7 Ιουνίου 2015
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015
Χρόνος ... ψυχή...
«ἄξιον
δ' ἐπισκέψεως καὶ πῶς ποτε ἔχει ὁ χρόνος πρὸς τὴν ψυχήν, καὶ διὰ τί ἐν παντὶ δοκεῖ
εἶναι ὁ χρόνος, καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν θαλάττῃ καὶ ἐν οὐρανῷ. ἢ ὅτι κινήσεώς τι πάθος
ἢ ἕξις, ἀριθμός γε ὤν, ταῦτα δὲ κινητὰ πάντα (ἐν τόπῳ γὰρ πάντα), ὁ δὲ χρόνος καὶ
ἡ κίνησις ἅμα κατά τε δύναμιν καὶ κατ' ἐνέργειαν; πότερον δὲ μὴ οὔσης ψυχῆς εἴη
ἂν ὁ χρόνος
ἢ οὔ, ἀπορήσειεν ἄν τις. ἀδυνάτου γὰρ ὄντος εἶναι τοῦ ἀριθμήσοντος ἀδύνατον καὶ
ἀριθμητόν τι εἶναι, ὥστε δῆλον ὅτι οὐδ' ἀριθμός. ἀριθμὸς γὰρ ἢ τὸ ἠριθμημένον ἢ
τὸ ἀριθμητόν. εἰ δὲ μηδὲν ἄλλο πέφυκεν ἀριθμεῖν ἢ ψυχὴ καὶ ψυχῆς νοῦς, ἀδύνατον
εἶναι χρόνον ψυχῆς μὴ οὔσης, ἀλλ' ἢ τοῦτο ὅ ποτε ὂν ἔστιν ὁ χρόνος, οἷον εἰ ἐνδέχεται
κίνησιν εἶναι ἄνευ ψυχῆς.»
Παρασκευή 29 Μαΐου 2015
Τετάρτη 27 Μαΐου 2015
Κυριακή 24 Μαΐου 2015
"Το βιολί να το δώσετε στον Ρότσιλντ"
![]() |
by Oswaldo
Guayasamín
|
Δεν λυπόταν που πέθαινε, αλλά μόλις είδε το βιολί στο σπίτι,
σφίχτηκε η καρδιά του και στεναχωρήθηκε. Το βιολί δεν κάνει να το πάρεις μαζί
σου στον τάφο, μόνο που τώρα θα έμενε ορφανό και θα πάθαινε το ίδιο όπως και το
πευκόδασος, και οι σημύδες. Όλα σε αυτόν τον κόσμο χάθηκαν ή θα χαθούν! Ο Γιακόβ
βγήκε από την ίζμπα του και κάθισε στο κατώφλι, σφίγγοντας στο στήθος του το
βιολί…»
Άντον
Τσέχωφ, "Το βιολί του Ρότσιλντ", μτφ. Αλ. Ιωαννίδου, σελ. 20-22, εκδ. Άγρα, 2015
Σάββατο 23 Μαΐου 2015
"ἡμέρας γὰρ καὶ νύκτας καὶ μῆνας καὶ ἐνιαυτούς..."
![]() |
| φωτ. celia g. |
Πλάτων,
Τίμαιος
Παρασκευή 22 Μαΐου 2015
Πέμπτη 21 Μαΐου 2015
"Perhaps all the dragons in our lives are princesses..."
"Perhaps all the dragons in our lives are princesses who are only waiting to see us act, just once, with beauty and courage. Perhaps everything that frightens us is, in its deepest essence, something helpless that wants our love."
![]() |
| Egon Schiele, Self portrait with folded hands |
Borgeby gard, Fladie, Sweden
August 12, 1904*
I want to talk to you again for a little while, dear Mr. Kappus, although there is almost nothing I can say that will help you, and I can hardly find one useful word. You have had many sadnesses, large ones, which passed. And you say that even this passing was difficult and upsetting for you. But please, ask yourself whether these large sadnesses haven't rather gone right through you. Perhaps many things inside you have been transformed; perhaps somewhere, someplace deep inside your being, you have undergone important changes while you were sad. The only sadnesses that are dangerous and unhealthy are the ones that we carry around in public in order to drown them out with the noise; like diseases that are treated superficially and foolishly, they just withdraw and after a short interval break out again all the more terribly; and gather inside us and are life, are life that is unlived, rejected, lost, life that we can die of. If only it were possible for us to see farther than our knowledge reaches, and even a little beyond the outworks of our presentiment, perhaps we would bear our sadnesses with greater trust than we have in our joys. For they are the moments when something new has entered us, something unknown; our feelings grow mute in shy embarrassment, everything in us withdraws, a silence It seems to me that almost all our sadnesses are moments of tension, which we feel as paralysis because we no longer hear our astonished emotions living. Because we are alone with the unfamiliar presence that has entered us; because everything we trust and are used to is for a moment taken away from us; because we stand in the midst of a transition where we cannot remain standing. That is why the sadness passes: the new presence inside us, the presence that has been added, has entered our heart, has gone into its innermost chamber and is no longer even there, is already in our bloodstream. And we don't know what it was. We could easily be made to believe that nothing happened, and yet we have changed, as a house that a guest has entered changes. We can't say who has come, perhaps we will never know, but many signs indicate that the future enters us in this way in order to be transformed in us, long before it happens. And that is why it is so important to be solitary and attentive when one is sad: because the seemingly uneventful and motionless moment when our future steps into us is so much closer to life than that other loud and accidental point of time when it happens to us as if from outside. The quieter we are, the more patient and open we are in our sadnesses, the more deeply and serenely the new presence can enter us, and the more we can make it our own, the more it becomes our fate; and later on, when it "happens" (that is, steps forth out of us to other people), we will feel related and close to it in our innermost being. And that is necessary. It is necessary - and toward this point our development will move, little by little - that nothing alien happen to us, but only what has long been our own. People have already had to rethink so many concepts of motion; and they will also gradually come to realize that what we call fate does not come into us from the outside, but emerges from us. It is only because so many people have not absorbed and transformed their fates while they were living in them that they have not realized what was emerging from them; it was so alien to them that, in their confusion and fear, they thought it must have entered them at the very moment they became aware of it, for they swore they had never before found anything like that inside them. just as people for a long time had a wrong idea about the sun's motion, they are even now wrong about the motion of what is to come. The future stands still, dear Mr. Kappus, but we move in infinite space.
How could it not be difficult for us?
And to speak of solitude again, it becomes clearer and clearer that fundamentally this is nothing that one can choose or refrain from. We are solitary. We can delude ourselves about this and act as if it were not true. That is all. But how much better it is to recognize that we are alone; yes, even to begin from this realization. It will, of course, make us dizzy; for all points that our eyes used to rest on are taken away from us, there is no longer anything near us, and everything far away is infinitely far. A man taken out of his room and, almost without preparation or transition, placed on the heights of a great mountain range, would feel something like that: an unequalled insecurity, an abandonment to the nameless, would almost annihilate him. He would feel he was falling or think he was being catapulted out into space or exploded into a thousand pieces: what a colossal lie his brain would have to invent in order to catch up with and explain the situation of his senses. That is how all distances, all measures, change for the person who becomes solitary; many of these changes occur suddenly and then, as with the man on the mountaintop, unusual fantasies and strange feelings aris e, which seem to grow out beyond all that is bearable. But it is necessary for us to experience that too. We must accept our reality as vastly as we possibly can; everything, even the unprecedented, must be possible within it. This is in the end the only kind of courage that is required of us: the courage to face the strangest, most unusual, most inexplicable experiences that can meet us. The fact that people have in this sense been cowardly has done infinite harm to life; the experiences that are called it apparitions, the whole so-called "spirit world," death, all these Things that are so closely related to us, have through our daily defensiveness been so entirely pushed out of life that the senses with which we might have been able to grasp them have atrophied. To say nothing of God. But the fear of the inexplicable has not only impoverished the reality of the individual; it has also narrowed the relationship between one human being and another, which has as it were been lifted out of the riverbed of infinite possibilities and set down in a fallow place on the bank, where nothing happens. For it is not only indolence that causes human relationships to be repeated from case to case with such unspeakable monotony and boredom; it is timidity before any new, inconceivable experience, which we don't think we can deal with. But only someone who is ready for everything, who doesn't exclude any experience, even the most incomprehensible, will live the relationship with another person as something alive and will himself sound the depths of his own being. For if we imagine this being of the individual as a larger or smaller room, it is obvious that most people come to know only one corner of their room, one spot near the window, one narrow strip on which they keep walking back and forth. In this way they have a certain security. And yet how much more human is the dangerous in security that drives those prisoners in Poe's stories to feel out the shapes of their horrible dungeons and not be strangers to the unspeakable terror of their cells. We, however, are not prisoners. No traps or snares have been set around us, and there is nothing that should frighten or upset us. We have been put into life as into the element we most accord with, and we have, moreover, through thousands of years of adaptation, come to resemble this life so greatly that when we hold still, through a fortunate mimicry we can hardly be differentiated from everything around us. We have no reason to harbor any mistrust against our world, for it is not against us. If it has terrors, they are our terrors; if it has abysses, these abysses belong to us; if there are dangers, we must try to love them. And if only we arrange our life in accordance with the principle which tells us that we must always trust in the difficult, then what now appears to us as the most alien will become our most intimate and trusted experience. How could we forget those ancient myths that stand at the beginning of all races, the myths about dragons that at the last moment are transformed into princesses?
Perhaps all the dragons in our lives are princesses who are only waiting to see us act, just once, with beauty and courage. Perhaps everything that frightens us is, in its deepest essence, something helpless that wants our love.
Perhaps all the dragons in our lives are princesses who are only waiting to see us act, just once, with beauty and courage. Perhaps everything that frightens us is, in its deepest essence, something helpless that wants our love.
So you mustn't be frightened, dear Mr. Kappus,
if a sadness rises in front of you, larger than any you have ever seen; if an
anxiety, like light and cloud-shadows, moves over your hands and over
everything you do. You must realize that something is happening to you, that
life has not forgotten you, that it holds you in its hand and will not let you
fall. Why do you want to shut out of your life any uneasiness, any misery, any
depression, since after all you don't know what work these conditions are doing
inside you? Why do you want to persecute yourself with the question of where
all this is coming from and where it is going? Since you know, after all, that
you are in the midst of transitions and you wished for nothing so much as to
change. If there is anything unhealthy in your reactions, just bear in mind
that sickness is the means by which an organism frees itself from what is
alien; so one must simply help it to be sick, to have its whole sickness and to
break out with it, since that is the way it gets better. In you, dear Mr. Kappus,
so much is happening now; you must be patient like someone who is sick, and
confident like some one who is recovering; for perhaps you are both. And more: you
are also the doctor, who has to watch over himself. But in every sickness there
are many days when the doctor can do nothing but wait. And that is what you,
insofar as you are your own doctor, must now do, more than anything else.
Don't observe yourself too closely. Don't
be too quick to draw conclusions from what happens to you; simply let it happen.
Otherwise it will be too easy for you to look with blame (that is: morally) at
your past, which naturally has a share in everything that now meets you. But
whatever errors, wishes, and yearnings of your boyhood are operating in you now
are not what you remember and condemn. The extraordinary circumstances of a
solitary and helpless childhood are so difficult, so complicated, surrendered
to so many influences and at the same time so cut off from all real connection with
life that, where a vice enters it, one may not simply call it a vice. One must
be so careful with names anyway; it is so often the name of an offense that a
life shatters upon, not the nameless and personal action itself, which was
perhaps a quite definite necessity of that life and could have been absorbed by
it without any trouble. And the expenditure of energy seems to you so great
only because you overvalue victory; it is not the "great thing" that
you think you have achieved, although you are right about your feeling; the
great thing is that there was already something there which you could replace
that deception with, something true and real. Without this even your victory
would have been just a moral reaction of no great significance; but in fact it
has be come a part of your life. Your life, dear Mr. Kappus, which I think of
with so many good wishes. Do you remember how that life yearned out of
childhood toward the "great thing"? I see that it is now yearning
forth beyond the great thing toward the greater one. That is why it does not
cease to be difficult, but that is also why it will not cease to grow.
And if there is one more thing that I must
say to you, it is this: Don't think that the person who is trying to comfort
you now lives untroubled among the simple and quiet words that sometimes give
you pleasure. His life has much trouble and sadness, and remains far behind
yours. If it were otherwise, he would never have been able to find those words.
Yours,
Rainer
Maria Rilke
Rainer
Maria Rilke, "Letters to a Young Poet"
(Η όγδοη από τις 10 επιστολές που έγραψε ο Ρίλκε από το
1903 ώς το 1908 στον 19χρονο Franz
Kappus, σπουδαστή της Στρατιωτικής Σχολής της Βιέννης, που αργότερα έγινε
πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας.)
Τρίτη 19 Μαΐου 2015
Δευτέρα 18 Μαΐου 2015
"Τα πουλιά από ποιον μαθαίνουν να τραγουδούν;"
«Το
να διευθύνεις ένα έργο όπως Η Καταδίκη του Φάουστ απαιτεί την επίκληση όλων
των δυνάμεων της φύσης. Πρέπει να έχεις στο μυαλό σου το αρχικό νεφέλωμα, να
φαντάζεσαι έναν ήλιο δίδυμο με τον δικό μας, που μια μέρα εξερράγη και σκορπίστηκε σε πλανήτες, πρέπει να σκέφτεσαι
ολόκληρο το σύμπαν σαν μια απέραντη παλίρροια χωρίς αρχή και τέλος, που επεκτείνεται
αδιάκοπα, πρέπει να νιώθεις θλίψη για τον ήλιο που σε πέντε δισεκατομμύρια θα
μείνει ορφανός, συρρικνωμένος, χωρίς οξυγόνο, σαν ξεφούσκωτο παιδικό μπαλόνι…»
Μιλούσε
σα να διηύθυνε ορχήστρα, σαν να καλούσε τις ακουστικές δυνάμεις τεντώνοντας το ένα
του χέρι και σφίγγοντας σε γροθιά το άλλο.
«Πρέπει
να φυλακίσεις την όπερα μέσα σ’ ένα νεφέλωμα που κρύβει ένα αντικείμενο αόρατο
από τα έξω, τη μουσική του Μπερλιόζ, τραγουδώντας στο φωτεινό κέντρο ενός γκρίζου
γαλαξία που θα αποκαλύψει το φως του μόνο χάρη στη λαμπρότητα του τραγουδιού, της
ορχήστρας, του μαέστρου… Χάρη σ’ εσένα και σ’ εμένα.»
«Κάθε
φορά που η παλίρροια ανεβαίνει και κατεβαίνει στο σημείο της αγγλικής ακτής που
βρισκόμαστε τώρα, Ινές, κάνει το ίδιο και σε ένα σημείο του κόσμου που βρίσκεται
στην ίδια ακριβώς αντίθετη θέση από τη δική μας. Ρωτάω λοιπόν τον εαυτό μου αλλά
κι εσένα: μήπως ο χρόνος εμφανίζεται και επανεμφανίζεται με την ίδια ακρίβεια
που ανεβαίνει και κατεβαίνει η παλίρροια σε δύο αντίθετα σημεία της Γης; Μήπως η
ιστορία επαναλαμβάνεται και καθρεφτίζεται στον αντίθετο καθρέφτη του χρόνου, μόνο
και μόνο για να εξαφανιστεί και να επανεμφανιστεί τυχαία;»
Άρπαξε
ένα βότσαλο και το εκσφενδόνισε, σβέλτα
και κοφτά, σαν βέλος και ξίφος, στην επιφάνεια της θάλασσας.
«Κι
αν θλίβομαι καμιά φορά, τι σημασία έχει αφού το σύμπαν είναι χαρούμενο; Άκου τη
θάλασσα, Ινές, άκου τη με το αυτί της μουσικής που διευθύνω εγώ και τραγουδάς
εσύ. Ακούμε τα ίδια με τον ψαρά και το κορίτσι που σερβίρει ποτά στο μπαρ; Ίσως
όχι, γιατί ο ψαράς πρέπει να ξέρει πώς να κερδίζει την ψαριά του κόντρα στα
πρωινά πουλιά και η σερβιτόρα πώς να κόβει τη φόρα των ενοχλητικών πελατών. Όχι,
γιατί εσύ κι εγώ είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουμε τη σιωπή στην ομορφιά της
φύσης, που μοιάζει με ορυμαγδό αν τη συγκρίνεις με τη σιωπή του Θεού, τη μόνη
αληθινή σιωπή…»
Carlos Fuentes, «Το ένστικτο της Ινές» (Instinto de Inez), μτφ. Μαρία Σπηλιοπούλου, εκδ. Κέδρος, 2000,
σελ. 70-72
Παρασκευή 15 Μαΐου 2015
Τετάρτη 13 Μαΐου 2015
Όνειρα προσφιλή σε "λάθος λευκό"
Άκουγε προσεχτικά με τα στρογγυλά της μάτια. «Ο τρόπος που
εκφράζεστε είναι υπέροχος, και είμαι βέβαιη ότι τα πράγματα θα γίνουν ακριβώς
έτσι. Έχω ονειρευτεί τα πάντα – και θα τα αναγνωρίσω όλα!»
«Φοβούμαι πως έχετε σπαταλήσει πολύ χρόνο», είπα
αστειευόμενος.
«Ω, ναι, αυτή υπήρξε η μεγαλύτερη κακοτυχία μου».
Οι προσκεκλημένοι γύρω μας είχαν αρχίσει να σκορπίζουν και
ετοιμάζονταν να φύγουν. Σηκώθηκε και μου άπλωσε το χέρι συνεσταλμένα, αλλά το
πρόσωπό της έλαμπε από ζωντάνια.
«Θα επιστρέψω πάλι εκεί», είπα, καθώς της έσφιγγα το χέρι.
«Πρέπει πάντα κανείς να επιστρέφει. Θα περιμένω να σας δω μια μέρα.»
«Και τότε θα σας πω αν απογοητεύτηκα», έκανε με χάρη. Και
απομακρύνθηκε ανεμίζοντας, με μια εκφραστική κίνηση τη μικρή της ψάθινη
βεντάλια."
Χένρυ Τζέημς, «Τέσσερις συναντήσεις», σελ. 19,20, εκδ.
Νεφέλη, μτφ. Λ. Θεοδωρακόπουλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














