Τρίτη 21 Απριλίου 2015

"Τα αποδημητικά πουλιά... πετάνε, όλο πετάνε..."

Pablo Picasso, Two friends, 1904
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Έλα δω, νenez ici. (Η Ειρήνα πηγαίνει, κάθεται κοντά του στο τραπέζι) Δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα! (Η Ειρήνα απλώνει τα χαρτιά για πασιέντσα)
ΒΕΡΣININ: Λοιπόν, μια και δε μας φέρνουν τσάι, ας φιλoσoφήσουμε λιγάκι.
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ελάτε... Για τι ζήτημα θα μιλήσoυμε;
ΒΕΡΣININ; Για τι ζήτημα; Ας oνειρoπoλήσoυμε, λόγου χάρη, για αυτό που θα 'ρθει ύστερα από μας. Ύστερα από διακόσια-τριακόσια χρόνια.
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Λοιπόν, ύστερ' από μας, οι άνθρωποι θα πετούν με αερόστατο, θα 'χουν αλλάξει τη μόδα στα σακάκια τους, θ' ανακαλύψουν ίσως την έκτη αίσθηση και θα την καλλιεργήσουν, όμως η ζωή θα μένει πάντα ίδια, δύσκολη, γεμάτη μυστήριο και ευτυχία. Ακόμα και σε χίλια χρόνια ο άνθρωπος θ' αναστενάζει όπως και τώρα. «Αχ, τι δύσκολη που είναι η ζωή!» Και ακριβώς όπως τώρα, θα φοβάται το θάνατο και δε θα τον επιθυμεί.
ΒΕΡΣININ, ύστερ' από ολιγόλεπτο στοχασμό: Ε, λοιπόν, δεν ξέρω. Εγώ νομίζω πως όλα πάνω στη γη πρόκειται ν' αλλάξουν, σιγά σιγά, και μάλιστα άρχισαν κιόλας ν' αλλάζουν μπρος στα μάτια μας. Σε διακόσια-τριακόσια χρόνια, μπορεί και σε χίλια χρόνια -ο χρόνος δεν έχει σημασία- μια νέα, μια ευτυχισμένη, ζωή θα προβάλει. Εμείς φυσικά δε θα την προφτάσουμε αυτή τη ζωή, όμως γι' αυτήν ζούμε σήμερα, γι' αυτήν δουλεύουμε, ναι, ναι, γι' αυτήν υποφέρουμε -τη δημιουργούμε! Και μονάχα σ' αυτό βρίσκεται ο σκοπός της ύπαρξής μας και η ευτυχία μας, αν αγαπάτε! (Η Μάσσα γελάει σιγά)
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Γιατί γελάτε;
ΜΑΣΣΑ: Δεν ξέρω. Σήμερα όλη μέρα γελάω.
ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Σπούδασα στην ίδια σχολή που σπουδάσατε κι εσείς, δεν πήγα στη Στpατιωτική Ακαδημία. Διαβάζω πάρα πoλύ, όμως δεν ξέρω να διαλέγω τα βιβλία μου και συχνά διαβάζω πράγματα που δε χρειάζονται. Κι όμως, όσο περισσότερο ζω, τόσα περισσότερα θέλω να μαθαίνω. Τα μαλλιά μου ασπρίζουν, κοντευω να γεράσω, κι όμως ξέρω τόσο λίγα, ω, τόσο λίγα! Μου φαίνεται ωστόσο πως το πιο σπουδαίο, το πιο ουσιαστικό το ξέρω - το ξέρω καλά. Πόσο θα 'θελα να σας αποδείξω πως ευτυχία δεν υπάρχει για μας, δεν μπορεί να υπάρξει και δε θα υπάρξει ποτέ... 'Εχουμε χρέος μονάχα να δουλέψουμε, να δουλέψουμε! Όσο για την ευτυχία, αυτή είναι μια κληρονομιά για τους μακρινούς απογόνους μας. (Παύση) Αν εγώ δεν τη γνωρίσω, τουλάχιστο θα τη γνωρίσουν οι απόγονοι των απογόνων μου. (Ο Φεντότικ και ο Ροντέ παρουσιάζονται μέσα στη σάλα. Κάθονται και σιγοτραγουδούν παίζοντας κιθάρα).
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Ώστε, κατά τη γνώμη σας, δεν πρέπει ούτε να ονειρευόμαστε την ευτυχία; Κι αν εγώ είμαι ευτυχισμένος;
ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Όχι!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ, ανοίγει τα χέρια του γελώντας: Ε, είναι φανερό πως δεν καταλαβαινόμαστε! Μα πώς να σας πείσω; (Η Μάσσα γελάει σιγανά)
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ, τη δείχνει με το δάχτυλο: Γελάτε, ε; (Στον Βερσίνιν) 'Όχι μόνον έπειτα από διακόσια-τριακόσια χρόνια, αλλά κι έπειτα από ένα εκατομμύριο χρόνια, η ζωή θα είναι ακριβώς η ίδια, όπως ήτανε πάντα. Η ζωή δεν αλλάζει. Μένει αμετάβλητη, ακολουθώντας δικούς της νόμους, τους οποίους εμείς δεν ξέρουμε και ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Τα αποδημητικά πουλιά, οι γερανοί, λόγου χάρη, πετάνε κι όλο πετάνε. Κι οποιεσδήποτε σκέψεις ανώτερες ή κατώτερες κι αν στριφογυρίζουν στα κεφάλια τους, θα εξακολουθούν πάντα να πετάνε, δίχως να ξέρουνε το που και το γιατί πετάνε και θα πετάνε, όσοι φιλόσοφοι κι αν ξεφυτρώσουν ανάμεσά τους. Ας φιλοσοφούν αυτοί όσο θέλουνε, φτάνει μονάχα να πετάνε...
ΜΑΣΣΑ: Κι όμως η ζωή έχει κάποιο νόημα!
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Nόημα; Ορίστε: χιονίζει. Τι νόημα υπάρχει σ' αυτό;
ΜΑΣΣΑ: Θαρρώ πως ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύει και ν' αναζητά κάποια πίστη, αλλιώς η ζωή του είναι άδεια, ολότελα άδεια. Να ζεις και να μην ξέρεις γιατί πετούν οι γερανοί, γιατί γεννιούνται τα παιδιά, γιατί υπάρχουν άστρα στον ουρανό! Πρέπει κανείς να ξέρει γιατί ζει, αλλιώς είναι όλα κουταμάρες, χαμένος καιρός. (Παύση)
ΒΕΡΣΙΝΙΝ: Έπειτα, λυπάται κανείς που φεύγουν τα νιάτα.
ΜΑΣΣΑ: Ο Γκόγκολ λέει κάπου: «Βαριά η ζωή σ' αυτό τον κόσμο, κύριοι»
ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κι εγώ λέω: Είναι δύσκολο να συνεννοηθεί κανείς μαζί σας, κύριοι! Άει στο καλό!

Άντον Τσέχωφ, "Οι τρεις αδερφές" (απόσπασμα)