Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

“Sposa, non mi conosci”

Από την όπερα του Geminiano Giacomelli “La Merope” (1734)
Sposa, non mi conosci…
Madre… tu non m'rammenti!
Cieli, che feci mai!
E pur sono il tuo cor…
Il tuo figlio… Il tuo amor…
La tua speranza!
Parla… ma sei infedel!
Credi… ma sei crudel!
Morir mi lascerai… mi lascerai morir…
o Dio, manca il valor e la costanza.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

"send me blue valentines"

"Σονέτο 21" 
Τώρα εδώ, στης τύχης τα γραμμένα,
ποιος θα μας πει τι ήταν όλο αυτό·
δεν έχει δρόμους για να ονειρευτώ,
κατώφλι να κρυφτώ λίγο από μένα.

Τώρα που μοιάζουν όλα τελειωμένα,
send me blue valentines, να σε θυμάμαι,
τη νύχτα που ξυπνώ κι όταν κοιμάμαι,
κάτι που να θυμίζει μόνο εσένα –

μην μπω σε λεπτομέρειες, περιττεύει,
κάτι από κόσμο κι όνειρο, βαθύ·
τα υπόλοιπα κανείς δεν τα πιστεύει:

δυο χάδια, πες, που γίναν με το χρόνο
μια υπόθεση ευδαιμονίας μόνο,
που καθώς φαίνεται δεν ευσταθεί.

Από την ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη Μια υπόθεση ευδαιμονίας, 
ενότητα "Μέσα κι έξω" (εκδόσεις Άγρα)



Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Το ταλέντο της σιωπής

«Δε λείπουν ποτέ οι κατάλληλες ευκαιρίες που τον βοηθάνε να σιωπά· συχνά όμως συμβαίνει να μετανιώνει γιατί δεν είπε κάτι  που θα μπορούσε να πει την κατάλληλη στιγμή. Συνειδητοποιεί ότι τα γεγονότα επιβεβαίωσαν εκείνο που σκεφτόταν, και ότι αν τότε είχε εκφράσει τη σκέψη του, ίσως θα επηρέαζε θετικά – έστω και σ’ ένα μικρό βαθμό – αυτά τα γεγονότα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει διχασμένος ανάμεσα στην ικανοποίηση ότι είχε σκεφτεί σωστά και στην ενοχή που του δημιουργεί η υπερβολική επιφυλακτικότητά του. Κι είναι αυτά τα συναισθήματα τόσο δυνατά, ώστε προσπάθησε κάποια φορά να τα εκφράσει με λέξεις· αφού όμως δάγκωσε τη γλώσσα του τρεις φορές, ή μάλλον έξι, πείστηκε ότι δεν έχει κανένα απολύτως λόγο είτε να υπερηφανεύεται είτε να έχει ενοχές.
Το ότι είχε σκεφτεί σωστά δεν είναι κανενός είδους ανδραγάθημα: στατιστικά, μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο ότι ανάμεσα στις πολλές λαθεμένες σκέψεις, συγκεχυμένες ή και κοινότυπες ιδέες που του έρχονται καθημερινά στο μυαλό, κάποια θα είναι ξεκάθαρη ή και ευφυής· όπως άλλωστε ήρθε στο δικό του μυαλό, θα μπορούσε να έρθει στο μυαλό κάποιου άλλου.
Πιο πολύπλοκη είναι η αναζήτηση των λόγων που τον σπρώχνουν να μην εκφράζει τη σκέψη του. Σε καιρούς γενικής σιωπής, το να συμμορφώνεται με τη σιωπή των πολλών είναι αναμφισβήτητα  μια πράξη ένοχη. Σε καιρούς, αντίθετα, όπου όλοι μιλάνε πολύ, το σημαντικότερο δεν είναι να πεις το σωστό πράγμα – έτσι κι αλλιώς θα χανόταν μέσα στην πλημμύρα των λέξεων – όσο το να το πεις ξεκινώντας από μερικές προκαταρκτικές βάσεις και εμπλέκοντας στη συνέχεια το παιχνίδι των συνεπειών που θα δώσει στα λεγόμενά σου τη μεγαλύτερη δυνατή αξία. Αν όμως η αξία μιας συγκεκριμένης κοινοποίησης βρίσκεται στη συνέχεια και στη συνέπεια της γενικότερης συζήτησης στην οποία η κοινοποίηση αυτή εντάσσεται, τότε η μόνη δυνατή επιλογή για κάποιον είναι να μιλά συνεχώς ή να μη μιλά καθόλου. Στην πρώτη περίπτωση ο κύριος Πάλομαρ θα φανέρωνε ότι η σκέψη του δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα αλλά με ζικ-ζακ, με συνεχείς ταλαντεύσεις, αντιφάσεις, επανορθώσεις, μέσα στις οποίες θα χανόταν τελικά η ορθότητα εκείνης της κοινοποίησής  του. Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη εναλλακτική λύση, αυτή προϋποθέτει το ταλέντο της σιωπής, ταλέντο πιο δύσκολο από το ταλέντο του λόγου.»

Italo Calvino, «Πάλομαρ», μτφ. Α. Χρυσοστομίδης, εκδ. Αστάρτη, σελ. 116,117 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Εκ του πλησίον

Diego Rivera, La Noche de los Pobres 

«... Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές,
και πάλι κάτι θα περισσέψει,
που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.»

Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Αποδημία

"Είναι κάποια νησιά που σαν πλοία
μεσ’ στα πέλαγα, λεν, ταξιδεύουν :
όσοι τα’ δανε, μάταια πλέον
να τα δούνε ξανά τα γυρεύουν.

Είναι κάποια νησιά που ακόμα
πόδι ανθρώπου δεν έχει πατήσει :
-Πώς τα βρήκες, ψυχή μου, και πήγες
κι από τότε δεν έχεις γυρίσει;"

Κώστας Ουράνης, από τις Αποδημίες

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

"The smile of a tear"

Joan Miró, The smile of a tear (Acrylic on canvas, 200 x 200 cm)*
"And I will never let a day go by
without remembering the reasons why
he makes me certain
that I can fly..."

*Υπάρχει μια προφανής αντίφαση στον τίτλο του πίνακα «The smile of a tear», καθώς οι δύο έννοιες εκφράζουν αντίθετα συναισθήματα. Ομοίως αντίθεση- διαίρεση υπάρχει μεταξύ του άνω πεδίου της παράστασης, και του κάτω πεδίου (ως προς το φως, την ένταση και την κατανομή των χρωμάτων). Ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο μερών είναι ένα μαύρο δάκρυ που στέκεται στον ορίζοντα.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Το δέντρο που έδινε...

Gustav Klimt, The Tree of Life, 1905
"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά....και αγαπούσε ένα αγοράκι.
Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε τον βασιλιά του δάσους.
Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.
Παίζανε και κρυφτό.
Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.
Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά...πάρα πολύ.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα πέρασαν τα χρόνια.
Και το αγόρι μεγάλωσε.
Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.
Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»
«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησε τα στην πόλη. Έτσι θα ΄χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί...
και η μηλιά ήταν λυπημένη.
Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. «Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»
«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε.
«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά.. .και να ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη... μα όχι πραγματικά.
Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω... Δεν έχω μήλα».
«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια...»
«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις...»
«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.
«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι... μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι...»
«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».
«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».
Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.
Kι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη."

Σελ Σίλβερσταίν, "Το δέντρο που έδινε" (Sheldon Allan Silverstein, "The giving tree")

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Release Me

The Tiger Lillies, Release Me

Sweet suicide release me
From all of this pain
Another night of torment
Never sunshine always rain
And it never helps the kindness
That people try to show
Just makes it feel more tragic
Release me let me go
I am drowning in the greyness
Suffocating in this grief
Tell me my life is not mine to take
Go ahead, call me a thief
And it never helps the kindness
That people try to show
Just makes it feel more tragic
Release me let me go
I'm drowning in the pain
That my life does make
Broken spirit broken soul
No more can I take
I'm drowning in the moonbeams
The blackest night
Reflecting a glass
I give up the fight
Swallowed up
With no air to breathe
Broken by your words
How they deceive the poisoned by revenge
And bitter spite
I don’t care if you're right
Don't care if you're wrong or right
There the water it beckons me
An early grave that waits for me
Sweet suicide release me
Release me let me go

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Χωρίς παράθυρα

“When you compare the sorrows of real life to the pleasures of the imaginary one, you will never want to live again, only to dream forever.”  
Alexandre Dumas , The Count of Monte Cristo
Angélique Kidjo - Lon Lon (Ravel's Bolero)

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

"How false and tinny is the flat light mirrored in the lake!"

"I know why this is so.  It is not the wine I drank yesterday, and it is not the bad bed I slept in, and it is not even the rainy weather. Devils have been here and shrilly untuned me, string by string.  The anxiety was there again, anxiety from childhood dreams, from fairy tales, from the things a schoolboy had to go through. The anxiety, the being trapped by the unalterable, the melancholy, the aversion.  How insipid the world tastes!  How dreadful that one has to rise again tomorrow, to eat again, to live again! Then why does one go on living?  Why are we so idiotically good-natured?  Why didn't we jump in the lake a long time ago?
There is no escape.  You can't be a vagabond and an artist and still be a solid citizen, a wholesome, upstanding man.  You want to get drunk, so you have to accept the hangover.  You say yes to the sunlight and your pure fantasies, so you have to say yes to the filth and the nausea.  Everything is within you, gold and mud, happiness and pain, the laughter of childhood and the apprehension of death.  Say yes to everything, shirk nothing, don't try to lie to yourself.  You are not a solid citizen, you are not a Greek, you are not harmonious, or the master of yourself, you are a bird in the storm.  Let it storm!  Let it drive you!  How much you have lied!  A thousand times, even in your poems and books, you have played the harmonious man, the wise man, the happy, the enlightened man.  In the same way, men attacking in war have played heroes, while their bowels twitched.  My God, what a poor ape, what a fencer in the mirror, man is -particularly the artist - particularly the poet - particularly myself!"
Hermann Hesse, από Rainy Weather

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Pierrot

"Ήταν ειρωνικός, μα και θλιμμένος,
στο παλκοσένικο ένας μώμος τραγικός..."


Asta Nielsen as Pierrot in Urban Gad's Behind Comedy's Mask (1913).
Poster by Ernst Deutsch-Dryden

Pierrot s’en va


Gustav Adolf Mossa, Pierrot s’en va, 1906


“Che fai tu, luna, in ciel? dimmi, che fai, Silenziosa luna?” *


Εξώφυλλο του Vanity Fair,  1927
*Ο πρώτος στίχος από το ποίημα του Giacomo Leopardi, "Canto notturno di un pastore errante dell’Asia"

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

"Ταξίδι..."

"Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ' ό, τι να 'ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο, στην τσέπη μου έναν οδηγό· τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο
Χρυσέ ζωής αέρα"
Οδυσσέας Ελύτης, «Ο μικρός Ναυτίλος»

"Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!" *!

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Dancer

Egon Schiele*, Dancer (Die Tänzerin), 1913
πηγή: artsy.net
Ο αυστριακής καταγωγής ζωγράφος Egon Schiele, (1890 - 1918) ανήκε στο καλλιτεχνικό κίνημα του εξπρεσιονισμού με επιρροές ωστόσο και  από την Αρ Νουβό. Ήταν προστατευόμενος του Γκούσταβ Κλιμτ και ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους πορτρέτων του 20ου αιώνα. Γνωστός για τα ερωτικά έργα του καθώς και τα βαθιά ψυχολογικά πορτρέτα. Τα έργα του είναι αναγνωρίσιμα (ένταση - χρώμα με φειδώ - μαύρη ελικοειδής γραμμή - σώματα γυμνά, παραμορφωμένα σε διάφορες θέσεις). Η καλλιτεχνική του καριέρα τελείωσε τραγικά, όταν έπεσε θύμα της ισπανικής γρίπης το 1918, σε ηλικία μόλις 28 ετών. 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

"... like an umbrella against a thunderbolt"

Egon Schiele, Triple self portrait, 1913
"Ήρθα από χώρες θαυμαστές, τοπία καλύτερα κι από τη ζωή, αλλά για τις χώρες αυτές ποτέ δεν μίλησα παρά μόνο με τον εαυτό μου, και τα τοπία, που τα έβλεπα σαν ονειρευόμουν, ποτέ δεν τους τα ανέφερα. Τα βήματά μου ήταν σαν δικά τους πάνω στα πατώματα και τις πλάκες, αλλά η καρδιά μου ήταν μακριά, αν και χτυπούσε κοντά, ψεύτικος κύριος ενός κορμιού εξόριστου και ξένου.
Κανείς δεν με γνώρισε κάτω από το προσωπείο της ομοιότητας, ούτε έμαθε ποτέ πως ήταν προσωπείο, γιατί κανείς δεν ήξερε πως στον κόσμο αυτόν υπάρχουν μεταμφιεσμένοι. Κανείς δεν φαντάστηκε ότι δίπλα μου υπήρχε πάντα κάποιος άλλος, που τελικά ήμουν εγώ. Με περνούσαν πάντα ίδιο μ’εμένα.
Με φιλοξένησαν στα σπίτια τους, τα χέρια τους έσφιξαν τα δικά μου, με είδαν να περνώ στο δρόμο σαν να βρισκόμουν εκεί. Αλλά αυτός που είμαι δεν βρέθηκε ποτέ σ’εκείνα τα δωμάτια, αυτός που ζω δεν έχει χέρια για να του σφίξουν οι άλλοι, αυτός που με γνωρίζω δεν έχει δρόμους για να περάσει, εκτός κι αν είναι όλοι οι δρόμοι, ούτε δρόμους για να τον δούν, εκτός κι αν ο εαυτός του είναι όλοι οι άλλοι.  Ζούμε όλοι μας μακρινοί κι ανώνυμοι, μεταμφιεσμένοι, υποφέρουμε άγνωστοι. Σε μερικούς ωστόσο αυτή η απόσταση ανάμεσα σ’ένα ον και τον εαυτό του δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Σε άλλους φωτίζεται από καιρού εις καιρόν, από φρίκη ή από οδύνη, από μια αστραπή χωρίς όρια. Αλλά για άλλους πάλι αυτή είναι η οδυνηρή επανάληψη και καθημερινότητα της ζωής τους.
Να γνωρίζουμε ακριβώς ποιοι είμαστε δεν είναι δικό μας θέμα, να γνωρίζουμε όμως πως ό,τι σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε είναι πάντα μια μετάφραση, πως ό,τι θέλουμε δεν το θελήσαμε, και ίσως κανείς δεν το θέλησε – να τα γνωρίζουμε όλα αυτά ανά πάσα στιγμή, να τα γνωρίζουμε όλα αυτά σε κάθε συναίσθημα, δεν είναι άραγε αυτό το να είναι κανείς ξένος στην ίδια του την ψυχή, εξόριστος μέσα στις ίδιες του τις αισθήσεις;"
Fernando Pessoa, Το βιβλίο της ανησυχίας, (Livro do desassossego) 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Αλιείς μαργαριταριών

[Je croissant entendre encore: άρια από την τρίπρακτη όπερα του Ζωρζ Μπιζέ "Αλιείς μαργαριταριών" (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά Les pêcheurs de perles), βασισμένη σε λιμπρέτο των Μισέλ Καρέ και Εζέν Κορμόν.]

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Muere lentamente...

Frida Kahlo, (Thinking About Death), 1943
Collection of Dolores Olmedo Mexico City- wikiart
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος γίνεται σκλάβος τῆς συνήθειας,
ἐπαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τὶς ἴδιες διαδρομές,
ὅποιος δὲν ἀλλάζει περπατησιά,
ὅποιος δὲν διακινδυνεύει ν᾿ ἀλλάξει χρῶμα στὰ ροῦχα του,
ὅποιος δὲν μιλᾶ σὲ ὅποιον δὲν γνωρίζει.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος ἀποφεύγει ἕνα πάθος,
ὅποιος προτιμᾶ τὸ μαῦρο γιὰ τὸ ἄσπρο
καὶ τὰ διαλυτικὰ σημεῖα στὸ «Ι»
ἀντὶ ἑνὸς συνόλου συγκινήσεων ποὺ λαμποκοποῦν τὰ μάτια,
ποὺ μετατρέπουν ἕνα χασμουργητὸ σὲ ἕνα χαμόγελο,
ποὺ κάνουν τὴν καρδιὰ νὰ κτυπᾶ στὸ λάθος
καὶ στὰ συναισθήματα.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος δὲν ἀναποδογυρίζει τὸ τραπέζι,
ὅποιος δὲν εἶναι εὐτυχισμένος στὴ δουλειά του,
ὅποιος δὲν διακινδυνεύει τὴ βεβαιότητα γι᾿ ἀβεβαιότητα
γιὰ νὰ κυνηγήσει ἕνα ὄνειρο,
ὅποιος γιὰ μιὰ φορὰ τουλάχιστον στὴ ζωή του
ν᾿ ἀποφύγει τὶς ἐχέφρονες συμβουλές.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος δὲν ταξιδεύει,
ὅποιος δὲν διαβάζει,
ὅποιος δὲν ἀκούει μουσική,
ὅποιος δὲν βρίσκει χάρι στὸν ἑαυτό του.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος καταστρέφει τὸν ἔρωτά του,
ὅποιος δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν βοηθήσουν,
ὅποιος δαπανᾶ μέρες παραπονούμενος γιὰ τύχη κακή
ἣ γιὰ τὴν ἀσταμάτητη βροχή.
Ἀργοπεθαίνει ὅποιος παρατᾶ ἕνα σχέδιο πρὶν ν᾿ ἀρχίσει,
ὅποιος δὲν ρωτᾶ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν γνωρίζει,
ὅποιος δὲν ἀπαντᾶ, ὅταν τὸν ρωτοῦν κάτι ποὺ ξέρει.
Ἀποφεύγουμε τὸν θάνατο σὲ μικρὲς δόσεις,
ὅταν θυμόμαστε πάντοτε ὅτι γιὰ νὰ εἶσαι ζωντανὸς
χρειάζεται μία προσπάθεια πολὺ μεγαλύτερη
ἀπὸ τὸ ἁπλὸ γεγονὸς τῆς ἀναπνοῆς.
Μόνο ἡ ἔνθερμη ὑπομονὴ θὰ ὁδηγήσει στὴν ἐπίτευξη
μιᾶς λαμπρῆς εὐτυχίας.
Pablo Neruda - Muere lentamente

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

"...my figured goblets for a dish of wood"

"And straight am nothing: but whate'er I be,
Nor I nor any man that but man is
With nothing shall be pleased, till he be eased
With being nothing."
Salvator Rosa, (self-portrait), “Silence and Speech, Silence is better”, 1640,
National Gallery, London
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το μονόλογο του βασιλιά Ριχάρδου του Β´, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή, στο απομακρυσμένο κάστρο του Pomfret στο βόρειο τμήμα της Αγγλίας, και στοχάζεται πάνω στην τωρινή του κατάσταση, την πτώση του. (Ο μεσαιωνικός μονάρχης ξυπνάει από το λήθαργό του όταν συνειδητοποιεί ότι του αφαιρείται η κοσμική εξουσία που είχε στηρίξει στη δήθεν «θεία βούληση».). Στη φυλακή έχει οδηγηθεί μετά την καθαίρεσή του από το θρόνο που συνέβη εξαιτίας της αλαζονικής του συμπεριφοράς και των λαθών του στη διαχείριση της εξουσίας. (Το έργο του Σαίξπηρ Ριχάρδος ο Β´, αν και γράφτηκε το 1595, εξαιτίας του θέματος που πραγματεύεται παραμένει επίκαιρο!)

Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρίσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να 'ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν' έτσι δύσκολο να 'ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ' αδύνατα αυτά νύχια
ν' ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα 'ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ' αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ' αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ' ένα απ' τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα 'ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.

William Shakespeare, Ριχάρδος ο Β´ (πράξη 5η, σκηνή 5η)

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

"Grande lame"

Grande lame - Méditerranée - N° 19, (1857)
Photo by Gustave Le Gray (1820-1884)
(Bibliothèque nationale de France)
Σιωπή
"Ὅσο καὶ ἄν μένουν ἀνεκτέλεστα τὰ ἔργα, ὅσο καὶ ἄν εἶναι πλήρης ἡ σιγὴ (ἡ σφύζουσα ἐντούτοις) καὶ τὸ μηδὲν ἄν διαγράφεται στρογγύλον, ὡς ἄφωνον στόμα ἀνοικτόν, πάντα, μὰ πάντα, ἡ σιγὴ καὶ τὰ ἀνεκτέλεστα ὅλα, θὰ περιέχουν ἕν μέγα μυστήριον γιομάτο, ἕνα μυστήριον ὑπερπλῆρες, χωρὶς κενὰ καὶ δίχως ἀπουσίαν, ἕν μέγα μυστήριον (ὡς τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς έν τάφω) – τὸ φανερὸν, τὸ τηλαυγές, τὸ πλῆρες μυστήριον τῆς ὑπάρξεως τῆς ζωῆς, Ἄλφα-Ὠμέγα."

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος, 6η έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 7.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

"Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια!"

"Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!..... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια..."

Claude Monet, The Magpie, 1868–1869. (Musée d' Orsay, Paris)
"Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
 Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

 Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια!"

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης,  απόσπασμα από το διήγημα Ο Έρωτας στα χιόνια
(από τα Άπαντα, τόμος Γ΄, κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Δόμος 1989)

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

" Sento in seno ch'in pioggia di lagrime "

"Sento in seno ch'in pioggia di lagrime
si dilegua il tradito mio cor.

Ma mio core tralascia di piangere.
ch'il tuo pianto non scema il dolor."

Antonio Vivaldi, άρια " Sento in seno ch'in pioggia di lagrime "
από την όπερα " Il Giustino ", 1724
(by Philippe Jaroussky)

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

"A dream?"


"A dream? what is a dream? And is our life not a dream?" 
Ναι, ναι, στο τέλος, τους διέφθειρα όλους! Πώς έγινε αυτό; — δεν ξέρω, μα το θυμάμαι πολύ καλά. Το όνειρό μου που διέσχισα χιλιάδες χρόνια, έχει αφήσει μέσα μου ένα αίσθημα συνεχείας∙ το μόνο που ξέρω, είναι πως εγώ ήμουν η αιτία του πρώτου αμαρτήματος. Σα μολυσματική αρρώστια, σαν ένα μόριο χολέρας που μπορεί να μολύνει ολόκληρη αυτοκρατορία, έτσι και ‘γώ μόλυνα με την παρουσία μου την γη της ευτυχίας που ως τα τότες ήτανε αθώα. Μάθανε να λένε ψέματα και τους άρεσε το ψέμα, και μάθανε την ομορφιά του ψέματος. Ίσως, όλ' αυτά ν' αρέσανε πολύ αθώα, για τ' αστεία, από απλή φιλαρέσκεια, σαν ένα ευχάριστο παιχνίδι, κι ίσως πραγματικά εξ αιτίας κάποιου μορίου, μα αυτό το μόριο εισχώρησε μεσ' στην καρδιά τους και τους φάνηκε ευχάριστο. Ύστερα από λίγο, γεννήθηκε κι η ηδυπάθεια, η ηδυπάθεια γέννησε τη ζηλοτυπία, η ζηλοτυπία τη σκληρότητα... Α, δεν ξέρω, δε θυμάμαι, μα σε λίγο, πολύ γρήγορα, χύθηκε το πρώτο αίμα: αυτό τους κατέπληξε, τους τρόμαξε, κι άρχισαν ν' απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο, και να χωρίζονται. Σχηματίστηκαν συμμαχίες, μα εναντίον των άλλων. Ακούστηκαν μομφές και κατηγορίες. Μάθανε τ' είναι ντροπή, και κάνανε αρετή τη ντροπή. Τους γεννήθηκε μέσα τους το αίσθημα της τιμής, και κάθε συμμαχία ύψωσε πάνω της το λάβαρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα, και τα ζώα φύγανε από κοντά τους για να κρυφτούνε μεσ' στα δάση και τους εχθρεύτηκαν. Άρχισε ένας αιώνας αγώνων για την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό, την προσωπικότητα, τη διάκριση του δικού μου και του δικού σου. Αρχίσανε να μιλούνε διαφορετικές γλώσσες. Μάθανε τη θλίψη κι αγαπήσανε τη θλίψη. Ποθήσανε την οδύνη κι είπανε πως μόνο με την οδύνη αποκτιέται η αλήθεια. Κι έκανε την εμφάνισή της η επιστήμη. Σα γίνανε κακοί, τότες αρχίσανε να μιλάνε για την αδελφοσύνη και τον ανθρωπισμό, και τότες καταλάβανε αυτές τις ιδέες. Σαν γίνανε εγκληματίες, τότες επινοήσανε τη δικαιοσύνη και θεσπίσανε πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν, κι ύστερα, για να εξασφαλίσουν το σεβασμό γι' αυτούς τους κώδικες, θεσπίσανε τη.  λαιμητόμο. Τώρα πια, πολύ αμυδρά θυμούνταν αυτά που είχανε χάσει, και μάλιστα δε θέλανε να πιστέψουνε πως άλλοτε ήτανε αθώοι κι ευτυχισμένοι. Κοροϊδεύαν αδιάκοπα το ότι μπορεί παλιότερα να ήταν ευτυχισμένοι, και λέγανε πως ήταν όνειρο. Και μάλιστα δεν μπορούσαν να το φανταστούν αισθητά ή εικονικά, κι όμως, τι θαυμαστό και παράξενο πράγμα! μ' όλο που είχαν χάσει την πίστη τους στη παλιά τους ευτυχία, μ' όλο που λέγανε πως ήτανε παραμύθι για μωρά παιδιά, ωστόσο, τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξανακατακτήσουν την αθωότητα και την ευτυχία, που γονατίσανε μπροστά στους πόθους της καρδιάς τους, χτίσανε ναούς και προσεύχονταν στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, μ' όλο που ξέρανε πως ήταν απραγματοποίητη, μα δεν παύανε να τη λατρεύουν με προσευχές και δάκρυα. Κι όμως, αν μπορούσαν να ξαναγυρίσουν σ' αυτή την κατάσταση της αθωότητας και της ευτυχίας που είχανε χάσει, κι αν τους έδειχναν αμυδρά και τους ρωτούσαν αν πραγματικά θέλανε να ξαναγυρίσουν — σίγουρα θ' αρνιόνταν. Σ' αυτό μου απαντούσαν: «Είμαστε ψεύτες, κακοί και άδικοι∙ έστω∙ το ξέρουμε, κλαίμε κι υποφέρουμε γι' αυτό και επιβάλλουμε στους εαυτούς μας μαρτύρια και τιμωρίες χειρότερες ίσως από κείνες που θα μας επιβάλει ο Φιλεύσπλαχνος Κριτής σα μας δικάσει, και που ούτε τ' όνομά του δεν ξέρουμε. Μα έχομε την επιστήμη και χάρη σ' αυτήν θα ξαναβρούμε την αλήθεια, και τότες θα την αποδεχτούμε συνειδητά. Η γνώση είναι ανώτερη απ' το συναίσθημα, κι η συνείδηση της ζωής ανώτερη απ' τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους και η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι πάνω από την ευτυχία.» Αυτά λέγανε και, ύστερα από κάτι τέτοια λόγια, ο καθένας ξανάρχιζε ν' αγαπάει τον εαυτό του με ολοένα πιο εγωιστική αγάπη, γιατί θα τους ήταν αδύνατο να κάνουν διαφορετικά. Και τότε, ο καθένας τους αγαπούσε τόσο ζηλότυπα την προσωπικότητά του που προσπαθούσε να εξευτελίσει και να ταπεινώσει με κάθε μέσο την προσωπικότητα των άλλων∙ ήτανε ζήτημα ζωής. Εμφανίστηκε η δουλεία, και μάλιστα και η εθελοδουλεία. Οι αδύνατοι υποτάχθηκαν πρόθυμα στους ισχυρότερους, φτάνει αυτοί να τους βοηθούσαν να συντρίψουν τους πιο αδύνατους απ' αυτούς. Εμφανίστηκαν και οι δίκαιοι, που ήρθαν σ' αυτούς τους ανθρώπους για να τους μιλήσουν, θρηνώντας για την αλαζονεία τους και κατηγορώντας τους που έχασαν το μέτρο και την αρμονία, που χάσανε την αιδημοσύνη τους. Μα τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν. Το αίμα των αγίων έτρεξε πάνω στα προαύλια των ναών. Εξ άλλου, ήρθαν κι άλλοι που σκέφτηκαν ν' αποκαταστήσουν την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους σε τρόπο που, χωρίς ο καθένας να παύει να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τον πλησίον του, να μην αποτελεί ωστόσο εμπόδιο και ενόχληση για τους άλλους και όλοι μαζί να σχηματίσουν ένα είδος κοινωνίας όπου να ζούσανε μονιασμένοι. Μακρόχρονοι πόλεμοι υποδαυλίστηκαν για να επιβληθεί αυτή η αρχή. Οι μαχητές δεν πιστεύανε λιγότερο σταθερά πως η επιστήμη, η σοφία και το συναίσθημα της προσωπικής ασφάλειας θα αναγκάζανε επιτέλους τους ανθρώπους να συμφωνήσουν για τις βάσεις μιας λογικής κοινωνίας και γι' αυτό, στο μεταξύ, για να επισπεύσουν τα πράγματα, οι «πούροι» προσπαθούσαν να απαλλαγούν απ' όλους όσοι δεν ήτανε πούροι και δεν καταλάβαιναν την ιδέα τους, για να μην εμποδίζουν το θρίαμβό τους. Μα γρήγορα εξασθένισε το συναίσθημα της προσωπικής αυτοσυντήρησης, κι ανέβηκαν οι αλαζόνες κι οι φιλήδονοι που απαιτούσαν όλα, ή τίποτα. Και για ν' αποκτήσουν αυτά τα όλα, χρειάστηκε να καταφύγουν στην αγριότητα, κι όταν δεν πετύχαιναν, στην αυτοκτονία. Έγιναν θρησκείες για τη λατρεία της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής, εν ονόματι της αιώνιας γαλήνης στους κόλπους του μηδενός. Τελικά, αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν από τον χωρίς νόημα μόχθο και τα πρόσωπά τους πήρανε τα στίγματα της οδύνης∙ έτσι, αυτοί οι άνθρωποι διακήρυξαν πως η οδύνη, είναι ομορφιά, αφού μόνο απ' την οδύνη υπάρχει η σκέψη, άρχισαν να υμνούν την οδύνη στα τραγούδια τους. Εγώ τριγύριζα απελπισμένος ανάμεσά τους κι έκλαιγα γι' αυτούς, μα τώρα τους αγαπούσα ίσως περισσότερο από πριν, τότε που τα πρόσωπά τους δεν είχανε γνωρίσει την οδύνη και ήτανε αθώα και τόσο ωραία. Ξανάρχισα ν' αγαπάω τη βρώμικη γης τους πιο πολύ από τότες που ήτανε παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί ήρθε ο πόνος. Αλλοίμονο, πάντα μου αγάπησα τον πόνο και τη θλίψη, μα μόνο για μένα, κι έκλαψα για κείνους και τους λυπόμουν. Άπλωνα τα χέρια μου σ' αυτούς και κατηγορούσα τον εαυτό μου μέσ' στην απελπισία μου και περιφρονούσα τον εαυτό μου. Τους είπα πως εγώ τα είχα κάνει όλ' αυτά, εγώ και μόνο, πως εγώ τους είχα φέρει τη διαφθορά, τη πανούκλα και το ψέμα! Τους παρακάλεσα να με σταυρώσουν, και τους είπα πως να φτιάξουν το σταυρό. Δεν μπορούσα, δεν είχα τη δύναμη να σκοτωθώ, μα ήθελα να πάρω πάνω μου όλους τους πόνους, ποθούσα την οδύνη και ποθούσα να χύσω μέσα σ' αυτή την οδύνη ακόμα και την τελευταία ρανίδα απ' το αίμα μου. Μα εκείνοι καγχάζανε, και στο τέλος με πήρανε για τρελό μυστικιστή. Έτσι, αυτοί με δικαιολογούσανε και λέγανε πως απόκτησαν εκείνο που γυρεύανε, και πως δε μπορούσε παρά να γίνει αυτό που έγινε. Στο τέλος, μου δηλώσανε πως άρχισαν να με βρίσκουν επικίνδυνο και πως αν δε σώπαινα θα με κλείνανε στο φρενοκομείο. Και τότε η ψυχή μου πλημμύρισε από τόσο δυνατή θλίψη που σφίχτηκε η καρδιά μου, ένοιωσα πως θα πέθαινα, και τότε ∙∙∙ τότε ξύπνησα."
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, "Το όνειρο ενός γελοίου" (απόσπασμα)